Μίλτος Σαχτούρης, Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

* Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη” (1964)

Γιώργος Αλισάνογλου, Αντικατοπτρισμοί

Υπάρχει ακόμα μια γη…
Κάπου αλλού, ίσως πολύ μακριά
Όπου και εκεί εξίσου, υπάρχει θάλασσα
ποτάμια και βουνά
Μια γη, όπου ο ήλιος φέρνει το ξημέρωμα
και το φεγγάρι αλυχτάει στην εκκωφαντική
σιωπή της νύχτας
Υπάρχει ακόμα μια γη…
Όπου ίσως εκεί τα μάτια δεν μένουν γυμνά
Και οι σκέψεις δεν είναι απλώς
μια πληροφορία μεταξύ άλλων…
Μια γη, όπου η αβεβαιότητα,
δεν είναι προϋπόθεση ύπαρξης
και οι ποιητές, κοιμούνται ήσυχοι
μέσα στο μπλε των ποιημάτων τους.
Υπάρχει μία γη, όπου τα όνειρα
δεν είναι εγκλωβισμένα στη σκιά του ύπνου
Και οι άνθρωποι πάντα στέκονται στην ίδια θέση
Σαν απολιθωμένα ταξίδια, γυρεύοντας
μια καλύτερη γη…!

*Από τη συλλογή Άηχες κραυγές (2001)

Πεύκος Ορεινός, Στην εργατιά

Για σου εργατιά με τα γερά και τ’ ατσαλένια χέρια.
Mε τα κορμιά τ’ αδάμαστα, την άδολη καρδιά.
Θάθελα το τραγούδι μου για σέναν’ ώς τ’ αστέρια
να υψώνονταν κι ακόμα πιο ψηλά.

Για σου εργατιά! Δε ζήτησες ποτές σου εσύ να ζήσης.
Mε την ψευτιά και την κλεψιά και μήτε να γλεντήσης.
Mε ξένους κόπους και ιδρώτες ζυμώνεις το ψωμί σου
με τον ιδρό που χύνεται ποτάμι απ’ το κορμί σου.

Kηφήνες άνεργοι τρυγούν των κόπων σου το μέλι
και σαν αβδέλες λαίμαργες το αίμα σου ρουφούν.
μα ήρθε ο καιρός να εκδικηθής των φαύλων την αγέλη
καιρός την δύναμή σου να αισθανθούν!

Για σου εργατιά! Περήφανη μπρος στους κηφήνες στάσου
και τη βαριά σου σήκωσε και σφίξε τη γροθιά
και χτύπα, χτύπ’ αλύπητα και σπάσε τα δεσμά σου
την ευτυχία στα χέρια σου κρατείς, ως εργατιά.

ΠEYKOΣ OPEINOΣ

Peggy Kornegger, Red Emma / Κόκκινη Έμμα

black and red
you are a flag
flying
black and
red
emma
red emma
you stand out
like
blood
like earth
like black roses
in winter
years of winter
that go on
and on
turning to gray slush
turning to dull brown mud
while you stay
red
emma
red and black
flying
radiant
at the top
of your vision

Κόκκινη Έμμα

μαύρο και κόκκινο
είσαι μια σημαία
ανεμίζοντας
μαύρη και
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη Έμμα
στέκεσαι
σαν
αίμα
σαν χώμα
σαν μαύρα ρόδα στο καταχείμωνο
χρόνια με χειμώνα
που περνούν
και περνούν
αλλάζοντας σε γκρι λασπόνερα
αλλάζοντας σε μουντή καφέ λάσπη
ενώ παραμένεις
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη και μαύρη
ανεμίζοντας ακτινοβόλα
στην κορυφή
του οράματός σου.

(Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης)

* Η Peggy Kornegger είναι Αμερικανίδα φεμινίστρια και κοινωνική αγωνίστρια, συγγραφέας και ποιήτρια. Υπήρξε συνεργάτρια του περιοδικού “The Second Wave”.

Γιάννης Γιαννουλέας, Νυχτερινό μανιφέστο

Οι ακλόνητες συνεπαγωγές μου
με οδήγησαν στην έρημο.
Δεν έχω πια φωνή!
Στην προσωπική μου όαση
εξόριστος
εκτελώ βηματισμούς
διατεταγμένους
αντιστέκομαι στη βία
του δεσμοφύλακα
καίω τα στρώματα
σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας
κάνω απεργία πείνας
μέχρις εσχάτων
κάθιδρος εν τέλει
συλλογίζομαι:
Άλλος ένας
τρελός του χωριού
υπήρξα τελικά,
παράξενος
μονόχνωτος
ακατανόητος
στους περαστικούς νοικοκυρέους
πάντα βιαστικούς
να επιβιβαστούν
στο τρένο
με προορισμό την πόλη
Αυτοκαταστροφή.
Ξέρω ωστόσο
—αν αυτό σας είναι παρήγορο—
πολλές δεκαετίες αργότερα
και πάλι θα κραυγάζουν
ο ένας στον άλλο
με μιαν οργή δικαιωμένη
απ’ την ιστορία
«Ποτέ ξανά!».

*Από την ποιητική συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005

**Το πήρα από το http://lathrometanastis.wordpress.com

Αργύρης Χιόνης, Ο άνεμος

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου

Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει

Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.

Ελισσαίος Βγενόπουλος, Αλεξάνδρας

Η ανησυχία είχε σκαρφαλώσει
στην άκρη του μυαλού του
όπως τ’ αγριοκάτσικο
στην κοφτή ανηφόρα
των ξεχασμένων γεγονότων

Μηρύκαζε τη μέρα του
και τις εσοχές της μοναξιάς του
χτυπούσε το ‘να πόδι
στις τεθλασμένες σκεπές
των ξεχασμένων αναστολών
και στήριζε τ’ άλλο
στις λείες επιφάνειες
των απόκρημνων συγχύσεων

Ένιωθε κόμπο στο λαιμό
τις θειαφένιες απολαύσεις
τις εύφλεκτες νοσταλγίες
και τις αιμόφυρτες επικρίσεις

Τσαλαβουτούσε στην άσφαλτο
και τα γεγονότα που ήταν να έρθουν
Έμοιαζε προφήτης, λασπωμένος ως τα γόνατα
του εφικτού
Βύζαινε τις λιμναίες ενστάσεις
κι άπλωνε τα χέρια να συνορεύσει
με τις πρόστυχες μέρες,
τις συρμάτινες φτερούγες του ανυπόστατου
και την οχλοβοή των νεκρών φαντασιώσεων

Αργά πέρασε η σκιά της
τρώγοντας ξεροκόμματα
από το τεμαχισμένο παρελθόν του
και μασουλώντας τα τροχισμένα νύχια των αναγκών του
Ύστερα η σκιά χάθηκε στη γλίτσα της ασφάλτου
παρασύροντας μαζί της
τον υποταγμένο, λασπωμένο προφήτη

25.2.12

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους

Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους
(Του χωριού Warrabri Alice Springs)

Τα κοίταγα που κάθονταν έξω απ’ τις τσίγκινες καλύβες
με τα μεγάλα τους μάτια να βουλιάζουν γεμάτα απορία.
Με τη θλίψη κρεμασμένη στα λερωμένα χείλη τους.
Το βλέμμα τους δεν οδηγούσε πουθενά
Ο νους τους χανότανε στο άπειρο…
Εκείνη τη στιγμή γροίκησα την καρδιά τους
να χωρίζεται από το σώμα τους.
Αφουγκράστηκα τον αναστεναγμό τους
Να ξεσκίζει την καρδιά της ημέρας…
Μέσα σ’ αυτό το μελαγχολικό τοπίο
Αφήνοντας για λίγο τις σκέψεις τους τα είδα να χαμογελούν
Και τα χέρια τους να τρανεύουν σαν τους πανύψηλους
Γειτονικούς ευκαλύπτους…
Μόνο για μια στιγμή ξεχαστήκανε…
Μετά, στ΄ ακροδάχτυλά τους σμίλευαν βελόνες
Και βάλανε νήμα πάλι τη θλίψη τους…

Η πορεία τους μέσα απ’ τα βάθια των αιώνων
ατελείωτες σειρές
από αλυσίδες, σχοινιά και δηλητήρια
δένουνε σφιχτά τους ευκαλύπτους
τα τσίγκινα καλύβια
σφιχταγκαλιάζουν τ’ αδύναμα κορμάκια τους
τα δένουν το ένα με τ’ άλλο με εκατοντάχρονους
πολεμιστές, θύμησες παλιές, πίκρες, πόθους και καημούς!…

Πάνω απ’ τις τσίγκινες καλύβες αργά-αργά ανάβουν τ’ άστρα.
Ίσκιοι θαμποί τρεκλίζοντας στο θλιμμένο κλάμα του βοριά
αναδεύουνε στους χωματόδρομους.
Ψηλά, κοπαδιαστά τ’ αγριοπούλια με θολωμένα μάτια
κίνησαν να κουρνιάσουν…
Λίγο πιο κει, ο Εντομήν ο καπετάνιος
χωρίς γαλόνια και χωρίς ναυτικό καπέλο
τρεκλίζοντας επιμένει πως ταξιδεύουμε
σε ανύπαρκτη θάλασσα και ανύπαρκτο πλοίο.

Το φεγγάρι ολόγιομο πρόβαλε αδίστακτο και αυτό
Και λεηλατεί τη μοναξιά τους…

Δύο αιώνες τώρα ζούνε τη σκλαβιά
στο όνομα της ελευθερίας.
Ζούνε την αδικία
στο όνομα της δικαιοσύνης.
Δύο αιώνες τώρα οι ελπίδες τους
Κουλουριασμένες οχιές σφίγγουν τα όνειρά τους…

Σίμωσα πιο κοντά στ’ άπλυτα παιδιά
Ρώτησα:
Ποιο όνειρο είχαν δει
Το περασμένο βράδυ.
Κι αυτά σώπαιναν
όπως ο χοντρός Βούδας σωπαίνει
μπροστά
σ’ ανθισμένη αγριοκερασιά.
Κείνη τη στιγμή
η θλίψη των ματιών τους
σκότωσε το θάνατο….

Μικροί μου Φίλοι
με την αοριστία
των πληγωμένων χεριών μου
σε ποιες παλάμες να κλείσω τα προδομένα όνειρά σας;
Σε ποιες παλάμες;

Σε τούτο δω το τοπίο
με τους τραχείς κοκκινόχρωμους δρόμους
Όλοι εμείς οι «δήθεν» πολιτισμένοι
έχουμε να μοιραστούμε
το ένοχο μετρικό μας.

*Ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος είναι ποιητής και ζει στη Μελβούρνη. Είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Αυστραλίας. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Δευτέρα, 26 Μάρτη 2012.

Στρατής Παρέλης, Σκληρός σαν ένα κάντο που δικαίωσε τον Πάουντ

Σπάζουν με θόρυβο οι τζαμαρίες
το προάστιο μυρίζει θλίψη
οι ιδέες είναι μη εφαρμόσιμες, οι ανθρώπινες επιδιώξεις
είναι σαν ένα χαλασμένο ρουλεμάν
που όπως και να μην το θες εκείνο θα τσιρίζει
μόλις αρχίζοντας να είναι κατανοητός για σένα ο κόσμος
αυτός.

Και αυτό που είσαι, από κολασμένο ένα κάτι
πως δεν θα το μάθεις ποτέ πόσο ελπίζει
να έσφαλε η μοίρα και να γίνεται ξανά να κερδίσει
σε μέλλοντα χρόνο παράδεισο.

Πάνω από τα υψίπεδα που έφτασε μια μέρα το μυαλό σου
να δει μια ανεμώνα που εκεί επέμενε
να ζει και μόνη της την ομορφιά να αξίζει.

Νιώθεται ο χρόνος που δεν σε λυπάται ούτε.
περνά σαν ειμαρμένη πάνω σου.
Σκληρός σαν ένα κάντο που δικαίωσε τον Πάουντ
με θραύσματα πολιτισμών να φτιάξει μία πολυσύνθετη εικόνα.

Κλάψε γιατί αυτό που κατορθώνεις πάντα
σαν ένα τίποτα που σε ρημάζει είναι
κλάψε γιατί αν θες, ανθίζει ο ουρανός
κλάψε- οι θεοί σου απιστούσαν πάντα και το υποπτευόσουν
κλάψε- είσαι ο νικητής του άθλιου θνητού σου συμπεράσματος…

15.2.2010

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης από το http://stratisparelis.blogspot.com

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…
Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει•
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες•
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται       
καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!

Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη       
με το φως ντυμένη.
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.

Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις       
χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)

Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα       
απλώνω τις αισθήσεις μου,
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και       
ξαναρχίζουν,
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν       
εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα       
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.      

Νάπολη, 1948
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

*Το πήρα από το http://alonakitispoiisis.blogspot.com