Έρμα Βασιλείου, Ρωτάς για περιόδους

του ήλιου και για ηλιοστάσια
ανοικτά περιμένουν βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η θάλασσα δεν σβήνει πυρετούς
και η λάβρα βάφει
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
τα φαινόμενα έχουν όλα
την ερμηνεία τους
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα
φέρνει μια ανάσα
από τα χείλη του αστεριού
μα το θηρίο φυσάει στα σωθικά μας

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”

Ντίνα Γερολύμου, Δύο ποιήματα

Ίσαλος γραμμή

Πάνω στη ίσαλο γραμμή ξεψύχησε η νηνεμία
βυθίστηκε η ανάσα μου στη πλώρη του κόσμου
κι έβρεξ’ αστέρια το σκοτάδι

μια προσευχή ικέτεψε το άπειρο
να μου χαρίσει μια στάλα ουρανό
κι ας είν’ απ΄ αλμυρό νερό

κι ας είναι απ’τα χέρια ενός κλέφτη.

Πάντα φευγάτοι

ταξιδεύουμε
πάντα φευγάτοι επιστρέφουμε
στις χειμέριες νάρκες μιας άλλης ζωής
ανακούρκουδα γελάμε κι αναδεύουμε
ημιτελή φεγγάρια
σε απαλά χαράματα
κι είν΄το χαμόγελό μας
το νήμα μιάς ντροπαλής αυγής
κι είν΄το δάκρυ μας
η ακτίνα ενός τρεμάμενου σεληνόφωτος
και ναυαγούμε στο ενδιάμεσο κενό
πάντα φευγάτοι…

*Παρμένα από το blog της Ντίνας Γερολύμου στο http://perpetualresidence.wordpress.com

Άννα Αχμάτοβα, Η Μούσα

Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. Εγώ.

* Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Άννα Νιαράκη, Mε το κεφάλι προς τα πάνω

Έκκεντρες απώλειες
σε τροχιές ρητορικές
αρχαίων λόγων.
Απαγορευτικές δεσπόζουν
πάνω στα δάκρυα.
Είναι ο πνιγμός, ο ύστατος φόβος
μέσα σε μήτρα υγρή και σκοτεινή.
Να ψάχνεις μάταια για ένα φως
με το κεφάλι προς τα πάνω.
Χρόνια πολλά αργότερα
σε ύπτια θέση, στην πλάτη της
θάλασσας ακουμπάς,
και με τα μάτια να καίγονται
φυλακίζεις στη μνήμη σου
σύννεφα κι ένα γαλάζιο καθρέφτη.
Σε αυτόν θα καταφεύγεις
καθ’ όλη την πορεία σου.
Σείριος, Κασσιόπη, Βέγας
Κι ένα γαλάζιο κάτοπτρο.
Θα ψάχνεις μάταια για ένα φως

Μαρία Σερβάκη, Μήδεια

“Γυμνές στο αίμα οι νοσταλγίες απάνθρωπες”
“Παίζουν τ’ αγόρια σας
Παίζουν τ’ αγόρια σας
Σώματα καταποντισμένα
Σώματα γιορτινά
Παιχνίδια του θανάτου”
“Χάος σκιά ερωτική
Σε τέτοιες πάλι οδύνες παρασύροντάς μας
Δίχως μνήμη”
“Κι ανατέλεις παλίμψηστη
Στις στροφές των αιώνων”

Ελισσαίος Βγενόπουλος, Λένορμαν

Στραβοπάτησε το απόγευμα
κι εμφανίστηκαν απ’ όλες τις γωνιές της γειτονιάς
μυρμήγκια από ενοχές
σφήκες από πληγές
και κομμάτια αντίδωρου
νοτισμένης πίκρας

Φταρνίστηκε το σύννεφο
και οι νεραντζιές τυλίχτηκαν
στων ανθρώπων την αβεβαιότητα
και ποτίστηκαν τη ματωμένη τους αγωνία

Από τη γωνία ξέφυγε το κορμί της πόλης
όπως γλιστράει η δεντρογαλιά
στην κόχη της σκοροφαγωμένης θύρας

Πίσω άφησε
την άχνα της να μυρίζει
νυχτολούλουδα, διαβεβαιώσεις
και στραγγισμένη υπομονή

9.4.12

Ε.Χ., Νεκρός κείται στην πλατεία (6/4/12 εις μνήμη του Δημήτρη Χριστούλα)

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Τιμή και Δόξα
Ορκιστείτε ‘σεις οι Ζωντανοί.
Αίμα Νεκρού
πότισε αυτό το χώμα,
φυτέψτε σπόρο Τώρα
να φυτρώσει το Δέντρο της Ζωής,
το Αίμα του Νεκρού
στα φύλλα να κυλίσει,
οι Καρποί του να χορτάσουν
τους πεινασμένους αυτής της Γής.

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Φοβισμένες άγνοιες
συνεδριάζουν στα μέγαρα και στα γραφεία
την Ψυχή αναρωτιούνται πώς θα ξεστοιχιώσουν,
μα πώς να ξεστοιχιώσει μια Ψυχή;
«Γενηθήτω το θέλημα της
μόνον έτσι.»

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Τιμή και Δόξα.
Αυτό ταιριάζει στην ηρωική την πράξη
στα γόνατα να πέσω.
Προσκυνώ».

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Σήκω πάνω Γιε μου
και ‘συ Κόρη,
να σας κοιτώ στα μάτια
αυτό είναι το σωστό.
Άνθρωπος που σκύβει το κεφάλι
καλύτερα να του το κόψουν».

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Κοιμήσου τώρα Πατέρα
θα ‘ρθει καιρός που θα ξυπνήσεις.
Ο θεός «λένε», ξυπνάει
με την Ανάσταση,
ο Άνθρωπος όμως,
ξυπνάει με την
Επ-ανάσταση.
Αμήν».

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι ευγενικοί ξένοι της οδού Καραολή

Μπαίνουν και βγαίνουν πάντα αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανένα.
Βρίσκω πολλές φορές μια τούφα από μαλλιά
σε μία βούρτσα μες στο μπάνιο
ή υγρά χνάρια στον διάδρομο.
Πιάτα με αποφάγια στην κουζίνα
αποτυπώματα στο πόμολο μιας πόρτας,
ρούχα που σκόρπισαν στο πάτωμα
ένα ραδιόφωνο που κάποιος άνοιξε για λίγο
και το ξέχασε θαρρείς να παίζει αιώνια.
Ω, πόσο αγαπώ τους ξένους της οδού Καραολή.
Χρόνια τώρα ζω μαζί τους.
Κάποιες μέρες σχεδόν τους νιώθω.
Κάθονται απέναντι μου όταν γράφω.
Είναι σαν να με κοιτούν μέσα από γυαλί.
Σαν να απλώνουν το χέρι να χαϊδέψουν.
Σχεδόν σαν κάποιος κάποτε λίγο να με αγάπησε
και ξέχασε μετά τον δρόμο και το νούμερο.

Πόσο διακριτικοί είναι οι ξένοι της οδού Καραολή.
Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ’ την ψάθα.
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει.

* Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Πάροδος”. Εδώ το ποιημα και η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Θωμάς Γκόρπας, Αγριότης έρωτος

Κοίτα το κατσίκι πώς ανεβαίνει
κοίτα το κατσίκι πώς κατεβαίνει!
Θα σε λέω κατσίκι!
Δεν ξέρω καμιά τάδε
ν’ ανεβοκατεβαίνει στο κεφάλι μου
καθώς το αίμα μου στο κάτω κεφάλι μου!
Τέτοιες ώρες εγώ τ’ απάνω κεφάλι μου
το στέλνω να κάνει τουρισμό!
Είναι να κρυβόμαστε;
Είσαι κατσίκι ελληνικό          
κ’ εγώ             
ελ-              
ληνικό κατσάβραχο!

* Από το βιβλίο: Θωμάς Γκόρπας, «Τα ποιήματα [1957-1983], Κέδρος, Αθήνα 2006, σελ. 79.

Στρατής Παρέλης, Θα πάρω την ομπρέλα μου, τον ενικό μου

Θα πάρω την ομπρέλα μου, τον ενικό μου
τα παλιά μου παπούτσια την μαύρη πέτρα μου
τον ήλιο που φόρεσα, το φεγγάρι
που επιθυμούσα
και θα φύγω για άλλον παράδεισο…

Και θα σε συναντήσω εκεί που οι ορτανσίες
πάλι επαναστατούν και χρώματα κι αισθήματα σημαίνουν.

Έλα πίσω από τον τοίχο του παλιού σπιτιού- έλα να πάρω
τα φιλιά σου
και ξέγραψε κάθε που είπα λόγο που δεν σ’ άρεσε.

Όταν γευτείς την μοναξιά που ξέρω
θα θέλεις να συνομιλείς μ’ αυτόν τον άγγελο
που σου προσφέρει τώρα ανθοδέσμη εφτά πολύχρωμων
δακρύων…

* Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://stratisparelis.blogspot.com