Tο τραγούδι της Πρωτομαγιάς

Eργάτη ξύπνα! Δεν καλεί στον όρθρο η καμπάνα
της εκκλησιάς, σημαίνοντας κάποια τρανή γιορτή.
Kι ούτε πολέμου σάλπισμα βροντοφωνεί τη διάνα
άγριας σφαγής, ορίζοντας την ώρα την φριχτή.

Mια άλλη φωνή σε προσκαλεί στο μέγα πανηγύρι,
που στήνουν πλούσιο σήμερις η Φύση κι η Zωή.
Eργάτη ξύπνα! Tης χαράς εμπρός σου το ποτήρι,
πάρε και πιέτο, δύναμι ν’ αντλήσης κι άγια ορμή.

Tόσον καιρό σε τυραννεί η φτώχεια, το μαράζι,
η Aδικιά κι η Πρόληψι, οχιές φαρμακερές.
Tο Δίκηο, σ’ άγριου δράκοντα τα νύχια, έρμο σπαράζει.
Tους κόπους σου άλλοι χαίρονται. Σε δέρνουν συμφορές.

Eργάτη ξύπνα! Φτάνει πια η ντροπή κι η δυστυχιά
της Φύσης σήμερα η γιορτή για σένα ξημερώνει.
Mε το βαρύ σου πάτημα σύντριψε την οχιά
που το αίμα σου τόσον καιρό ρουφάει και ναρκώνει.

TAKHΣ ΣAPAKHNOΣ

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

Διαδικασία αφαίρεσης

Κατ’ αρχήν αφαιρώ το περίβλημα.
Ακολούθως, πτερύγια
ουρά και κεφάλι.
Επιπλέον υπολείμματα σπλάχνων
περιττά λίπη
και κάτι ενδιάμεσα κόκαλα
“κίνδυνος-θάνατος” για το στομάχι.
Στο τέλος μένει η ραχοκοκαλιά
που καταλήγει μετά της φύρας
στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων.

Λυπάμαι μόνο τις αδέσποτες γάτες
όταν (απο)συνθέτω ένα ποίημα.

Η καραμέλα

Πιπιλίζω το θάνατο
κάθε μέρα σε δόσεις
υποθέτοντας άκριτα
πως θα γίνουμε φίλοι
κι όταν έρθει το πλήρωμα
να σαλπάρω στη νύχτα
θα φυλάξει για χάρη μου
μια σταλιά παραδείσου.

Αδιάντροπη έπαρση
με αλόγιστο κόστος
να πεθαίνω ανάξια
κάθε βράδυ εντός μου
αδιάψευστος μάρτυρας
δι’ ιδίων εξόδων
του “μωραίνει ον βούλεται
Κύριος απολέσαι”.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή του Χάρη Μελιτά “Παράσταση ήττας”, εκδόσεις Μανδραγόρας.

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

Σαν αισθανθείς

Σαν αισθανθείς ‘κείνο τον πανάρχαιο πόνο στο στήθος, στάσου
μακριά από χρήματα, κλειδιά και μολύβια. Ο καιρός γαρ εγγύς…
Μην αναρωτηθείς τότε περί εγκλιτικών τάχα λέξεων και τρόπων
οργάνωσης της κοινωνίας. Σκέψου απλώς ένα ζευγάρι να κάνει
έρωτα πάνω στο πτώμα ενός χοίρου, το βιολιστή να καρφώνει με
το δοξάρι του τη σελήνη και μια αλεπού να πνίγει τα μικρά της.
Μη λησμονήσεις να χαιρετίσεις και τον ευθυτενή βαρκάρη, το
γερασμένο πια ποτάμι να φράξεις με τη χούφτα σου.

Ταξικές διακρίσεις

Ο Χάρος κάποτε
έρχεται ξυπόλητος
Ο Χάρος κάποτε
βαριές φοράει μπότες
Όταν παίρνει την ψυχή ενός φτωχού
επιεικής και γοργοπόδαρος
χωρίς θορύβους φθάνει
Μα σαν είναι να κλέψει
τις ψυχές των πλουσίων
με κρότους βασανιστικούς
πάνω στο μάρμαρο
αργά
αργά
βαδίζει

* Από την ποιητική συλλογή “Παλινδρόμηση 3” (Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2012).

Άννα Ιωαννίδου, Έβρεξε ψέμα

Ξεκλείδωσες απ’ το σεντούκι
ανόητες εμμονές,
σκέψεις τσαλακωμένες,
ξεχασμένες στην παρακμή,
εθιστικά χαοτικές.
Βούτηξες στο παρελθόν.
Χρονολογίες αμετανόητες,
χαραγμένες σε κίτρινες φωτογραφίες
γεμάτες στίγματα.

Έβρεξε ψέμα στην ιστορία σου.
Το γέννησαν αρχέγονα εγκλήματα
κι άγραφοι νόμοι. Οι ενοχές προβάλλουν προκλητικά
κι εσύ συνεχίζεις να ψάχνεις το είδωλό σου
μέσα σε θολά, χειμωνιάτικα πρωινά
σε κούπες καφέ με γεύση ακαθόριστη,
μάλλον πικρή.

Έβρεξε ψέμα στην ιστορία σου.
Οι επιθυμίες σου μεταμφιεσμένες
έθρεψαν στον κόρφο τους έναν αχόρταγο εγωισμό.
Οι λογισμοί σου άπληστοι
δραπέτευσαν από τις αιώρες της λησμονιάς.
Συνωστίζονται σε ουρές αναμονής.
Σπρώχνουν ανελέητα,
αγωνιούν ν’ ανακυκλώσουν
τ’ ανομολόγητα όνειρά σου.
Λαθραία η εκδοχή του γέλιου σου.
Σε εκδικείται κυνικά.

Το ψέμα δικαστής αμείλικτος.
Σε καταδίκασε ισόβια
σ’ ένα μαύρο κύκλο από κιμωλία,
σε μια εικονική πραγματικότητα που επιμένει
να μετρά τους παλμούς σου αντίστροφα.
Κι έγινε το σεντούκι
το κουτί της Πανδώρας
που μάταια προσπαθείς να κλείσεις.

Fernando Pessoa, Ultimatum (απόσπασμα)

Συμφορά μας! Τι κάνεις στο βωμό της δόξας, εσύ, Γουλιέλμε ΙΙ Γερμανέ,
αριστερόχειρα κουλέ από το αριστερό το χέρι, Βίσμαρκ χωρίς καπάκι που
φράζεις τους φούρνους;
Ποιος είσαι εσύ, εσύ με τη σοσιαλιστική χαίτη, Δαβίδ Λόυντ Τζωρτζ,
κλόουν με το φρυγικό σκούφο φτιαγμένο στην Ένωση Τζακ;
Κι εσύ, Ελευθέριε Βενιζέλε, βουτυρωμένη φέτα του Περικλή, πεσμένη
χάμω από την μεριά του βουτύρου;
Κι εσύ, δεν έχει σημασία ποιος άλλος, όλοι οι άλλοι, Briand – Dato – Boselli
σούπα της αναρμοδιότητας μπροστά στα γεγονότα, όλοι εσείς οι αρχηγοί-
Κρατών-ψωμί-πυρομαχικών που χρονολογείστε πολύ πριν τον πόλεμο!
Όλοι! Όλοι! Όλοι! Σκουπίδια, απόβλητα, επαρχιώτικε υπόκοσμε,
πνευματικοί παλιάνθρωποι!
Και όλοι εσείς, οι Αρχηγοί Κρατών, αναρμόδιοι αλήτες, σκουπιδοτενεκέδες
αναποδογυρισμένοι μπροστά στην πόρτα της Στέρησης της Εποχής μας!
Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς!
Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από
αυτούς εδώ!
Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ!
Τελεσίγραφο σε όλους, και σε όσους τους μοιάζουν!
Εάν δεν θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν, αλλά να πλυθούν!

Γενική αποτυχία σε όλα εξ αιτίας όλων!
Γενική αποτυχία σε όλους εξ αιτίας του κάθε τι!
Αποτυχία λαών και της μοίρας τους – απόλυτη αποτυχία!

*Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Βασίλης Κουστούδας, Οι απεικονίσεις των καιρών

η ζωή είναι απλά μια παράσταση…

=============================
Οι απεικονίσεις των καιρών
πάνω στα φώτα της πόλης τώρα εστάθηκαν.

Τι παράξενη πολυχρωμία!

Οι άνθρωποι και οι μουντές στιγμές
ποικιλοτρόπως χάθηκαν,

δίχως καμμία βία.

Και ο υποβολεύς του συνοικιακού θεάτρου,
μέσα απ’τα ασαφή φωνητικά του

την ιστορία ενός μοιραίου έρωτος απόψε
αναπληρώνει.

Τι παράξενη όμως παράστασις!

Ο υποβολεύς δεν σταματά καθόλου να ομιλεί.
Τούτος ο έρως φαίνεται ποτέ να μην τελειώνει!

Τι κι αν τα φώτα έσβησαν και έχουνε φύγει όλοι;

Oι άνθρωποι και οι μουντές στιγμές
είναι στις μπροστινές σειρές

και το σκοτάδι ντύθηκαν μαζί
με όλη την πόλη!

*Από τα “Κύματα του νεκρού νερού”
Η φωτογραφία της ανάρτησης πίνακας Leonor Fini.


**Δανεισμένα από την ίδια ανάρτηση του ποιητή στο facebook.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

*Από τα Ποιήματα, εκδ. Eρμής 2001.

Διαβάτης Ι.Α., Στον εργάτη

Δούλευε δύστυχο σαρκί! ώς πότε θα δουλεύης;
Ώς πότε θα ήσαι είλωτας, βοήθεια να γυρεύεις;

Ώς πότε το παιδάκι σου ψωμάκι θα λιμάζη
και του σπητιού σου την τιμή ο πλούτος θ’ ανταριάζη;

Ώς πότε θα ήσαι σύντριμμα, θα λέγεσαι ρεμάλι,
με καταφρόνια πάντοτε να σε καλούν χαμάλη;

Ώς πότε τον ιδρώτα σου θα πίνουν τα γεράκια,
που ταλαράδες λέγονται, ώς πότε σαν κοράκια;

Tο αίμα σου, τις σάρκες σου, ώς πότε θα ξεσκίζουν,
ώς πότε κάθε όσιο του τόπου θα υβρίζουν;

Aκόμα δεν κατάλαβες την τόση δύναμί σου!
που αν ποτέ με θέλησι χτυπήσεις την πυγμή σου,

αμέσως όλα σύντριψες, όλα θα σταματήσης
και κοινωνία αληθινή και νέα θα ιδρύσεις!

ΞYΠNA λοιπόν κακόμοιρε, αιώνια θα κοιμάσαι;
πως είσαι πλάσμα του θεού, αυτό δεν το θυμάσαι;

Έχεις και Συ αποστολή – όχι να ζης τους άλλους…
που τους καλείς αφέντες σου και θεωρείς …μεγάλους!

Henry Lawson, Freedom on the wallaby / Η Λευτεριά στη γη του Αυστραλού

Australia’s a big country
An’ Freedom’s humping bluey,
An’ Freedom’s on the wallaby,
Oh don’t you hear ‘er cooey.
She’s just begun to boomerang,
She’ll knock the tyrants silly.
She’s going to light another fire
And boil another billy.

Our fathers toiled for bitter bread
While loafers thrived beside ’em.
But food to eat and clothes to wear,
Their native land denied ’em.
An’ so they left their native land
In spite of their devotion,
An’ so they came, or if they stole
Were sent, across the ocean.

Then Freedom couldn’t stand the glare
Of Royalty’s regalia,
She left the loafers where they were
An’ came out to Australia.
But now across the mighty main
The chains have come to bind her,
She little thought to see again
The wrongs she left behind her.

Our parents toiled to make a home,
Hard grubbin’ ’twas and clearrn’,
They wasn’t troubled much with lords
When they was pioneering
But now that we have made the land
A garden full of promise,
Old Greed must crook ‘is dirty hand
An’ come to take it from us.

So we must fly a rebel flag
As others did before us,
And we must sing a rebel song,
And join in rebel chorus.
We’ll make the tyrants feel the sting
O’ those that they would throttle;
They needn’t say the fault is ours
If blood should stain the wattle.

Η Λευτεριά στη γη του Αυστραλού

Η Αυστραλία είναι μεγάλη χώρα
κι απάνω της η Λευτεριά κουβαλάει τον μπόγο της,
κι απάνω της η Λευτεριά γυρίζει άνεργη,
δεν την ακούτε που καλεί;
Αρχίζει ν’ αγαναχτεί και θα γυρίσει απάνω τους
να τρελλάνει τους τυράννους.
θ’ ανάψει άλλη μια φωτιά
κι άλλο θα βράσει κατσαρόλι.

Οι πατέρες μας δούλευαν για το πικρό ψωμί
ενώ οι τεμπέληδες δίπλα τους πλούτιζαν
και τους αρνούνταν στην πατρική τους γη
ρούχα και τροφή να ζήσουν.
Πίσω άφησαν, γι’ αυτό, την πατρική τους γη
παρά τη μεγάλη τους αφοσίωση σ’ αυτή
κι ήρθαν εδώ, ή αν έκλεβαν
τους εξόριζαν για εδώ, πέρα απ’ τον ωκεανό.

Η Λευτεριά δεν άντεχε τα φανταχτερά
βασιλικά εμβλήματα,
Άφησε τους τεμπέληδες στον τόπο τους
κι ήρθε στην Αυστραλία.
Μα τώρα διασταυρώνοντας τον απέραντο ωκεανό
ήρθαν οι αλυσίδες να την ξαναδέσουν,
δεν σκέφτηκε πως ήταν δυνατό να ξαναδεί
τις αδικίες που άφησε πίσω της στην άλλη γη.

Οι πατέρες μας μόχτησαν να φτιάξουνε το σπίτι
να ξεχερσώσουν και να σκάψουνε τη γη
δεν είχαν λόρδους στο κεφάλι τους
τότε που πρωτοπόροι πάλευαν ν’ ανοίξουνε τον τόπο.
Μα τώρα που κάναμε τον τόπο αυτό
Γη της Επαγγελίας
ο παλιός πλεονέχτης άπλωσε το βρώμικό του χέρι
κι ήρθε να μας τ’ αρπάξει.

Γι’ αυτό θα πρέπει να σηκώσουμε μια επαναστατική σημαία
όπως και άλλοι έκαναν πριν από μας,
θα πρέπει να βροντοφωνάξουμε ένα επαναστατικό τραγούδι
και να μπούμε στον επαναστατικό χορό.
θα κάνουμε τους τυράννους να νιώσουν το κεντρί
αυτών που παν να πνίξουν.
Δεν μπορούν να πουν πως τ’ άδικο είναι δικό μας
αν το αίμα βάψει της ντόπιας γης την ακακία.

Henry Lawson
Μετάφραση Φώτης Αντύπας

Το παραπάνω ποίημα του περίφημου Αυστραλού ποιητή Henry Lawson (1867-1923), δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «The Worker», κατά τη διάρκεια των μεγάλων εργατικών απεργιών στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Ο μεταφραστής έκανε ελεύθερη μετάφραση και απόδοση. Κατοικούσε στην Αυστραλία από τη δεκαετία του ’50 και συμμετείχε ενεργά στο αριστερό και εργατικό κίνημα. Πέθανε πριν μερικά χρόνια. Το αγγλικό ποίημα-τραγούδι και η μετάφρασή του αυτή δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 25-26 του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού της Αυστραλίας «Αντίποδες».

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Τροχός

Κάθε πρωί ψαχουλεύω
Τα πόδια μου
Για να δω αν είναι
Ίσια ακόμα
Κάθε πρωί με τρομάζει
Η σκέψη
Μήπως το παιδί μου
Γεννηθεί
Με δύο τροχούς
Κολλημένους στη λεκάνη

Ύπνος στην πόλη

Μεταλλικό χαλάζι
Στο θαμπό παραθύρι
Και στ’ όνειρο μέσα
Τρυπώνουν αχινοί
Γεννούν τ’ αυγά τους
Στο άσπρο σεντόνι
Τσιντουράτο Πιρέλλι
Τεμαχίζει στα δύο
Τη ζεστή μου πνοή
Και στο δωμάτιο μέσα
Ο γύρος του θανάτου
Στους τέσσερις τοίχους
Εγώ ο οδηγός
Εγώ και το πτώμα