Γιώργος Λίκος, Ωδή στους τσακισμένους γλάρους (Απόσπασμα)

Φωνή του πελάγου
Ατρόμητη, βαθιά
Σ’ άκουσα βουβός!
Κι έπαιξα σκάκι με τους γλάρους
Πάνω στο σύννεφο που μιμήθηκε το πρόσωπό σου
Κερδίζοντας λίγες στιγμές ελευθερίας.
Ποιος αγκυλώθηκε πίσω απ΄την άγρια μουριά
Κι έβαψε τον ουρανό;
Μη τον μετατοπίζεις
τον άσπρο βασιλιά σου
Στην καρδιά του γεννήθηκ’ ένα αηδόνι.

Ιάσων Λειδινός, Πρωτομαγιά

Ήτανε πρώτη του Μαγιού
που το φεγγάρι
το έφαγε
μια κόκκινη αράχνη

Έτσι απλά
έτσι απροσδόκητα
καθώς το κράταγα
στο χέρι μου
–μικρό ζωάκι–

το έφαγε
μια κόκκινη αράχνη

Τώρα
τις νύχτες σε καλώ
ανάβοντας πουλιά

Τώρα
τις νύχτες σε ποθώ
καίγοντας θάλασσες

*Ανέκδοτη ποίηση
**Εικόνα: Henri Matisse, Nude 1941

Γιάν. Γιαννουλέας, Όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία της Κυριακής

Πάντα έτσι ήταν.
Τα φυλλώματα της ζούγκλας
παίζουν το ίδιο έργο απόψε.
Οι ύαινες στήνουν με περίσκεψη ενέδρες.
Καλύπτουν τα ίχνη.
Μένουν στη σκιά
δίχως βιασύνη.
Μετρούν με ακρίβεια
τα βήματα για το θανάσιμο άλμα.
Ακόμα έτσι είναι.
Τα θηράματα περιφέρονται
στη δίνη των αντιφάσεών τους.
Αναζητούν τροφή,
μυρίζουν τον αέρα για ευκαιρίες,
χτενίζουν τις μικρές αγγελίες,
τη μισή τους ζωή την περνούν
στις σκονισμένες ουρές
των υπηρεσιών
για το επίδομα.
Είναι φανερό.
Το ταξικό τους
ένστικτο επιβίωσης
έχει ατονήσει τελευταία.
Ανάμεσά τους βλέπεις κάποια
να χαμογελούν αφηρημένα
όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία
της Κυριακής
να κλείνουν τ’ αυτιά τους
στις παράξενες προειδοποιήσεις
ενοχλητικών πουλιών
πως το κοπάδι των δολοφόνων
είναι μια ανάσα
μακριά πεινασμένο
παραταγμένο έτοιμο
πως καιρός για χάσιμο
δεν υπάρχει
πόσο μάλλον για χαμόγελα.

*Από το http://lathrometanastis.wordpress.com

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

Δήμος Βιλαέτης-Αλεξάνδρου, Το σχέδιο «Μέγας Κωνσταντίνος»

Εγγυμονούσε
κινδύνους, κι όμως έπρεπε
στο πεζοδρόμιο να κατέβει.

Με τη λαμπρή στολή,
δεν θα ευδοκιμούσε
ανάμεσα στ’ ανυπόταχτο πλήθος,
θ’ αποδοκιμαζόταν
με τη κραυγή — Λαοκρατία.

Κι είχε αποτύχει
η τελευταία επιστράτευση.
Κι οι υπηρεσίες αγωνιούσαν
μπρος στη πρωτάκουστη απροθυμία.

Η ξένη γυναίκα
και τα λάφυρα
στη σύγκρουση
δεν σπρώχναν κανένα.

Τότες,
κι αφού η ολιγαρχία
δεν έφερε
σπουδαίες αντιρρήσεις,
ο Κωνσταντίνος
είδε το «θεό τους».

Είταν μεσημέρι.
Το φως πολύ.
Η παράδοση
των όπλων σύντομη.
Η συζήτηση ανύπαρκτη.
Μια λέξη μονάχα. «Νίκη».

Έτσι τουλάχιστον είπε.

Την επομένη
«ηθικού ερείσματος υπάρχοντος»
άρχισε η κατασκευή
των δια της βίας χριστιανών
και των χτιρίων
και βέβαια η μάχη.
Ένας φονιάς
κηρύχτηκε «ισόθεος».
Η Τάξη του κέρδισε.
Και ξαναπέθανε
η επανάσταση.

* Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας 1985.

Άννα Νιαράκη, Αποκεφαλισμοί

Στην άκρη του νήματος
ένα καινούριο κουβάρι
ανέμιζαν οι απώλειες,

στο τέρμα του χρόνου
οι αποσωσμένες βροχές.

Στο δεύτερο δανεικό μου πρόσωπο
το σφραγισμένο χαμόγελο ενός άλλου
που στάθηκε κάποτε στον ίδιο καθρέφτη.

Ό,τι μ’ εξύψωσε
οι ήττες μου.

Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο.

Όλα τα ναι
που πειθήνια άπλωσαν
το λαιμό τους
στη λαιμητόμο των όχι.

* Από τη νέα ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη “Το μερίδιο των αγγέλων”
Tο βιβλίο αυτό εκδόθηκε σε πλατφόρμα αυτοέκδοσης και διατίθεται είτε ως e-book (δωρεάν), είτε ως χαρτόδετη έκδοση, κατόπιν παραγγελίας στην ιστοσελίδα Lulu.com

Μιχάλης Κατσαρός, Όταν

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό,
Όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο,
Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση,
Να πλημμυρίζει τα σαλόνια,
Όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου,
Να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα,
Όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
Ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς,
Όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια,
Λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους,
Όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία,
Για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη,
Όταν ακούω να γελούν,
Όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη,
Κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
Κι όλοι τους θα προσμένουν σίγουρα τη φωνή,
Θ’ ανοίξω το στόμα μου,
Θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες,
Στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια,
Οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους,
Ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Ιβάν Γκολλ, Κρυφακουστής

Κρυφακουστής του ύπνου σου
Ακούω την τυφλή πιανίστρια
Να παίζει επάνω στις πλευρές σου
Ακούω τα μαύρα κύματα της νύχτας
Να σπάζουν στην τρυφερή σου περηφάνεια
Το ζώο της αγωνίας σκίζεται απ’ τις λοχμές σου
Και γέφυρες στο αιμάτινο ποτάμι σου γκρεμίζονται
Κρυφακουστής του ύπνου σου
Μετράω τους σφυγμούς του χρόνου μου

*Από τα “Μαλαισιανά τραγούδια”
**Το ποίημα πάρθηκε από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Πληγές, εκδ. Γαβριηλίδης 2011

*
Όλη μου η ζωή μια αναμονή.
Από τότε που έφυγες
τα βράδια
σβήνω τα φώτα
βυθίζομαι.
Δεν καταλαβαίνω αν ξημερώνει.

*

Ξεσκίζω τη γαλήνη μου
την άνευρη ζωή μου.
Και απλώνομαι.
Και πάω.
Στο ταξίδι των περιπλανήσεων
των αποπλανήσεων τα χνάρια ακολουθάω.

*
Εγώ ποτέ δεν είμαι εκεί που θέλω.
Κι όταν είμαι εκεί που θέλω
θα΄θελα να΄μουν αλλού.

*

Continue reading →