Άννα Ιωαννίδου, Σε αποσύνθεση

Θάλασσα, αέρας, φως …
Mία ρήτρα του τέλους
στα πανανθρώπινα αρχέγονα στοιχεία.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.

Θάλασσα τοξική,
χρωματισμένα με δυσοσμία
τα ταξιδεμένα της νερά.
Μία υδάτινη χωματερή.
Ένας ομαδικός τάφος στον βυθό.
«Αυτοκτονία ψαριών»,ξεθωριασμένα φύκια.
Άδοξα χύθηκε το«αίμα» των κοραλλιών.

Στον αέρα μυρωδιά αλλοιωμένου πλαστικού.
Ακρωτηριασμένες γοργόνες ξεψυχούν στ’ αμπάρι
κι οι γλάροι έστησαν επιθανάτιο χορό
στο κατάρτι του σάπιου καραβιού.

Δηλητήριο καλύπτει τον βυθό.
Μαύρες κηλίδες νοθεύουν τα βότσαλα στην ακτή.
Και τα θαλασσοπούλια νεκρά
σαν ανεξίτηλα σημάδια εγκατάλειψης.

Τα όνειρα πνίγηκαν σ’απόβλητα από μαζούτ
κι η ελπίδα μια κακοποιημένη αυταπάτη.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.
Όλοι συνένοχοι στο έγκλημα.

Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941), Ποιήματα της θάλασσας

Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
Καὶ ν’ ἀγαπάει μία γυναῖκα
Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
Κι ἔτσι νὰ χάνει
καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του

Joyce Mansour, Όλα τα βράδια

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

*Τζόυς Μάνσουρ, 1928-1986.
**Μετάφραση Έκτωρ Κακναβάτος, “Κραυγές” (επιλογή), στον τόμο “…δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1980.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Ελέησον σε

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις
Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,
Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

* * *

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.

Νίκος Α. Νομικός, Μια σκιτσογραφία στην απεραντοσύνη των ευκαλύπτων

Μνημόνευση
στην Kath Walker
την ποιήτρια
των Αβοριγίνων

Μέσα απ’ τα αμίλητα χείλη
του ιερού σου βράχου
αντιποδικοί ψίθυροι έρχονται
σαν συρσίματα σαύρας
απ’ τις ερημιές της Γιαριγκίλας
γεμάτες μοιρολόγια σκονισμένα
με καυτούς ανέμους, και σύμβολα ιερά
της Νουνακάλλας, με πετσί τριμμένο
κι άνυδρο στην μαύρη άσκηση
του πιο σκληρού μύθου, χαρακωμένου
σε πέτρες βαμμένες πυρ ερυθρό
του κίτρινου ήλιου, δείχνουν ασάλευτες
κι αιματοβαμμένες την φυλή σου
με άσματα απόμακρα, που όπως και να τ’ ακούς
λεν’ την αλήθεια του καημού τους.
Μέσα και σ’ αυτή τη νύχτα, ακούγεται καθαρά
η φωναχτή οπτασία της μορφής σου
έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
να μην υπάρχει εχθρός, αφού είν’ ένα χώμα
τούτη η γη, και η ζωή κυλάει αδελφή μου
στους ευκαλύπτους με τα παράξενα μουρμουρητά
και τις χιλιάδες μίλια τα πουλιά της
που φτάνουν ασταμάτητα μέσα στα όνειρά σου.

Κωνσταντίνος Καβάφης, Τρώες

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων•
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε• κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας• κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται•
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει•
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.
**Αναδημοσίευση από το http://www.kavafis.gr/poems/list.asp?cat=1

Άννα Νιαράκη, Εναλλακτικές χρήσεις της ποίησης

στην εσωστρέφεια των ρολογιών
στο ένα δύο τρία
στο νεκρό σασπένς της προπαίδειας
σε όλα όσα παραμένουν σταθερά
κι αμετάβλητα
σε όλες τις γελοίες παραδοχές
στα προκάτ των ρόλων
στις οδηγίες χρήσεως
στη μεταμέλεια
στην πρωινή λογική επαναφορά
στο έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτα
στο ωχ αδερφέ
στο αφόρητο κλισέ μιας γόβας στιλέτο
στις εξωραϊσμένες αναμνήσεις
στα αναπόδεικτα αξιώματα
στις εγνωσμένους κύρους αποφορές συμπάθειας
στις παρατεταμένες προσπάθειες
αποφυγής του έρωτα
στα τόσα ίσως

εκεί θα βάλω φωτιά
με ένα σωρό τσαλακωμένα χαρτιά
από ανεπίδοτα
για προσάναμμα

*Αναδημοσίευση από το http://antipoihsh.wordpress.com

Ο Αντόνιο Ματσάδο για το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


Το φονικό έγινε στη Γρανάδα

I

Το φονικό

Τον είδαν, προχωρώντας ανάμεσα στα τουφέκια,
από ένα δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στο κρύο χωράφι,
της έναστρης, ακόμη, αυγής.
Σκότωσαν το Φεδερίκο
με το γλυκοχάραμα.
Το απόσπασμα των φονιάδων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.
Όλοι κλείσαν τα μάτια τους·
προσεύχονταν: μήτε ο Θεός σε γλιτώνει!
Ο Φεδερίκο σωριάστηκε νεκρός.
-αίμα στο μέτωπο και μολύβι στα σπλάχνα-
… όταν έγινε το φονικό στη Γρανάδα
ξέρετε- καημένη Γρανάδα! -στη Γρανάδα του…

ΙΙ

Ο ποιητής και ο θάνατος

Τον είδαν να προχωρεί μόνο μ’ Εκείνον
χωρίς να σκιάζεται απ’ το δρεπάνι του.
Κιόλας ο ήλιος από πύργο σε πύργο· τα σφυριά
πάνω στ’ αμόνι -αμόνια κι αμόνια μες στα σιδεράδικα.
Μιλούσε ο Φεδερίκο,
και χαριεντίζονταν με το θάνατο. Εκείνος πρόσεχε.
“Σύντροφε, επειδή χτες μέσα στο στίχο μου
ακούστηκε ο χτύπος της ξερής σου παλάμης,
κι έδωσες την παγωνιά στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου σου δρεπανιού στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τα ‘παιζε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη που σ’ τα φίλησαν…
Σήμερα όπως χτες, γύφτε μου, θάνατε,
τι όμορφα να ήμασταν μαζί,
σ’ αυτούς τους αγέρηδες της Γρανάδας, της Γρανάδας μου”.

ΙΙΙ

Τον είδαν να προχωρεί…

Φτιάξετε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
ένα τύμβο για τον ποιητή,
πάνω από μια βρύση που θρηνεί το νερό,
κι αδιάκοπα λέει:
το φονικό έγινε στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!

*Μετάφραση: Κλείτος Κύρου
**Αναδημοσίευση από το http://poem-for-you.blogspot.com.au/2007/08/23.html

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ωραίο νησί, που από το πιο ομορφότερο λουλούδι,
από τ’ αβρότερα το πλέον αβρόν όνομα πήρες,
τι θύμησες και μέσα από τι ώρες φωτοβόλες
στ΄αντίκρυσμα της ομορφιάς σου απάντεχα ξυπνάνε,
και τι σκηνές ευδαιμονίας βαθιάς πο΄χει σβηστεί,
και πόσες σκέψεις πόσωνε που θάφτηκαν ελπίδων,
και πόσες οπτασίες μιας κόρης οπού πια δε ζει,
που πάει, δε ζει πια στα χλωρά σου πάνω τα λιβάδια.
“Δε ζεί πια”. Αλλοι μου, η μαγική φαρμακερή αυτή λέξη
τ’ αλλάζει όλα: Οι χάρες σου για μένα σβήσαν πια,
κ΄ η θύμησή σου πάει πια …”Καταραμένη χώρα”.
Θα ΄ναι για μένα εδώ και μπρός ο ανθόσπαρτος γιαλός σου,
ω υακίνθινο νησί, ω πορφυρένιο Τζάντε,
“Ιζόλα ντ ΄Ορο, Φίορο του Λεβάντε”.

*Ποιήματα 1831-1849 (Εκδόσεις “Σελίδες” 1991).

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού

Είμαι κι εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα,
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε και στον εαυτό μου.
Μόνο που και που,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Νύχτα είναι μια φάλαινα”.
**Αναδημοσίευση από το http://ta-parakeimena.blogspot.com