Μαρία Σερβάκη, Κι άλλοτε πάλι*

298496_2400182175284_1572952795_32392233_2081369203_n

Κι άλλοτε πάλι
Με κινήσεις υπερφίαλων αγγέλων
Να γδύνονται τις είδα μες στα τυφλά δωμάτια.
Κι η νύστα
Μια νύστα αθεράπευτη πια
Χειροτερεύοντας, αδειάζοντας τα σπλάχνα.

*Δεν γνωρίζω τον ακριβή τίτλο του ποιήματος.
**Από την εκτός εμπορίου έκδοση “Περίπατοι και σχόλια της Sercket Bast Ra στους χώρους των ανθρώπων – 1992, σελ. 13.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Αλάνθαστος

faust

Φορούσε πάντα με το σωστό τρόπο το καπέλο
να μην αποκλίνει
να μην ταλαντεύεται ποτέ
πάνω στο κεφάλι του.
Αλάνθαστος κι ο τρόπος
που με το μαντήλι της φίμωνε το στόμα
ή της έδενε τα χέρια
για να μην τον χαιδέψει.

Γνώριζε καλά
πόσο το συναίσθημα εμπεριέχει
τον κίνδυνο του λάθους.


Chloe Koutsoubelli, Infallible

He was wearing the hat in the right way
always
so as not to tilt

never to shake
on his head
Also flawless was the way he’d shut her mouth
with the handkerchief
or he’d tie her hands
so as not to caress him.

He knew all too well
that emotions contain
the danger of a mistake.

*English translation: Dina Gerolymou.

Αντώνης Παπαδόπουλος, Έλλειψη καυσίμων

br

Όλοι οι εμπρηστές επικηρύχτηκαν
κι οι φίλοι μου συστήνουν να προσέχω,
να μη σκορπίζω απρόσεχτα τους στίχους μου,
να κρατώ μακρυά το δαυλό,
που πυρπολεί τις νύχτες μου,
απειλώντας τον ύπνο των άλλων.

Πως με προσέχουν τί μ’ αυτό;
Κι αν μ’ αγαπούνε τί σημαίνει;
Τόσο καιρό δε μπόρεσαν να δουν,
να καταλάβουν πόσο έχω πια αλλάξει,
πόσο προσέχω συγκεντρώνοντας τους στίχους μου,
με πόση τέχνη τους πλέκω χάρτινα ανθοστέφανα
ή τους προσφέρω ευγενικά σε λευκώματα λησμονημένα.

΄Ο,τι μπορούσε να καεί, έχει καεί
και το μπαρούτι στις καρδιές έχει μουλιάσει.

(Κι αν τούτο που σας λέω τώρα δα σωστό δεν είναι, συγχωρέστε με.
Σαν άνθρωπος κι εγώ μπορεί να κάνω λάθος).

Δήμος Βιλαέτης, Αυτοί

549648_305970946175851_698857736_n

Με τις κόρες.
Με την αποικία
Με το σύνορο
Με το εμείς
και σεις.

Με το εμπόριο
της εσωτερικότητάς σας.
Με τη σιωπή μας.
Με τους τυχαίους αλλά βάναυσους.
Συνταξιδέψατε,
χωρίς ποτέ
να τους αντιληφθείτε.

Κάτω από ‘να πέπλο
τρελλής συγκρότησης
αντιμετωπίσατε
την παραδοχή
των χωρίς αποτέλεσμα
γενναίων.

Έρχεται…
Έρχεται

Να τον βλέπεις,
κι ύστερα
μια μάζα κρέατα
και συλλογισμοί.
«Η Ανδρομάχη χάθηκε»
Κι αυτή… Κι αυτή.

* Από τη συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Σπύρος Μαρούλης, Άτιτλο

546513_122259327938307_514100463_n

Όταν βρεθείς με την σκιά σου
πρόσωπο με πρόσωπο
θα πρέπει να ξέρεις
προς τα πού ο ήλιος δύει,
πόσες μέρες περπάτημα θέλει
για να πάς στην κορυφή,
πόσες ζωές αξίζει η χαρά σου…

When you’ll be
face to face
with your shadow
you must know
where the sunset is
how many days
walking it needs
to reach the peak
how many lives
your joy is worthing

*Αγγλική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Στάθης Ιντζές, Τρία ποιήματα

intzes

ΑΣ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΚΑΜΕ

Μόλις φύγαμε απ’ τη Λιβαδειά.

Γιατί άργησες;

Τι έκαμες τόση ώρα;

Σε περίμεναν τα τρένα για μένα.

Δε φάνηκες.

Παρατηρούσα τον ορίζοντα.

Ανελλιπώς σε επισκεπτόμουν στο παρελθόν

θυμάμαι, ω κρύα θύμηση,

φόρους τιμής στη συνεχή ροή σου

κι εσύ δεν πρόφτασες

να μ’ αποχαιρετήσεις

στο τελευταίο ταξίδι

το πιο γκρίζο απ’ όλα.

Σε κείνο το βαθούλωμα

οι υδροφόροι αδένες μου

το γέμισαν, θυμάσαι;
Πώς θα πλανάσαι τώρα

τόσο μα τόσο ασήμαντη;

ΕΡΩΤΙΚΟ

Όπως συμβαίνει με τους ερωτευμένους
όσοι τσακίζονται να τους αγαπήσουν
δεν είναι άνθρωποι
και όσοι είναι άνθρωποι δεν τους αγαπούν.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Τα σύνορα της αιχμαλωσίας μας
ακανθώδη, αδόμητα
ορίζονται παραταγμένα
παρατάσσονται οριζόντια
αποτελούνται·

χέρια που ανυψώνονται στον ουρανό
φωνές που αντηχούν απόγνωση
Θεό αφυπνιστή, μαντάτα σωτηρίας.

Τα θεμέλια της ύπαρξης σείονται
κλονίζονται αλλόφρονα το ένα μετά το άλλο
συντρίβονται το παρελθόν
το παροντικό και το μελλούμενο
καταπίνονται σε δίνες τα υπάρχοντα
σε κιβωτούς κατατροπώνονται βιαστικά.

Απομεινάρια ενός πολιτισμού
που ξέχασε να υπάρχει
-δεν έμαθε ποτέ του-
που ταξιδεύουν
ταξιδεύουν
σε άγνωστο προορισμό.

Και ο χρόνος με τις τρεις πτυχές του
στροβιλίζεται ερωτικά τώρα σε σπείρες
και είναι θέμα χρόνου.
Και ταξιδεύουν
ταξιδεύουν
σε άγνωστο προορισμό.

*Ο Στάθης Ιντζές γεννήθηκε στην Λάρισα το 1986. Σπούδασε Ηλεκτρολογία στην Χαλκίδα. Το 2001 εκδόθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή «Συνωμοσία Ταυτοχρονισμού» από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Άννα Αχμάτοβα, Ετυμηγορία

008

Η πέτρινη λέξη έπεσε στο στήθος μου που ήταν ακόμα ζωντανό

Δεν πειράζει ήμουν
ετοιμασμένη κάπως θα συμβιβαστώ μ’αυτό.

Σήμερα έχω να κάνω δουλειά πολλή
Πρέπει τη μνήμη να σκοτώσω πρέπει την καρδιά μου να πετρώσω
πρέπει να μάθω να ζω απ’ την αρχή.

Αλλιώς… Σιγοτρίζει το καλοκαίρι το ζεστό
γιορταστικός καιρός έξω από το παραθύρι
Ένιωθα πολύ καιρό αυτόν τον ερχομό
αυτή τη μέρα τη λαμπρή και το άδειο σπίτι.

Καλοκαίρι 1939

*Η φωτογραφία της ανάρτησης ανδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Ναζίμ Χικμέτ, Το πιο παράδοξο απ’ όλα τα πλάσματα

2

Σαν το σκορπιό είσαι, αδερφέ μου,
σαν το σκορπιό,
μέσα σε μια μεγάλη νύχτα τρόμου.
Σαν το σπουργίτι είσαι, αδερφέ μου,
σαν το σπουργίτι
μέσα στις μικροσκοπικές σκοτούρες του.
Εχ, σαν το στρείδι είσαι, αδερφέ μου,
σαν το στρείδι
το σφαλιγμένο και ήσυχο.
Τι τρομερός πούσαι, αδερφέ μου,
σα στόμιο σβησμένου ηφαιστείου.
Κ’ ένας δεν είσαι, αλλοίμονο,
δεν είσαι πέντε
δεν είσαι μήτε και μιλιούνια.
Σαν πρόβατο είσαι, ω αδερφέ μου.
Όταν ο μπόγιας, το τομάρι σου ντυμένος,
όταν σηκώνει το ραβδί του ο μπόγιας,
βιάζεσαι να χωθείς μες το κοπάδι
και τρέχοντας τραβάς για το σφαγείο,
τρέχοντας, κι από πάνου με καμάρι.
Είσαι το πιο παράδοξο πλάσμα του κόσμου,
πιότερο ακόμα κι απ’ το ψάρι
που ζει μέσα στη θάλασσα χωρίς ναν τη γνωρίζει.
Κι αν είναι δω στη γης τόση μιζέρια
είναι από σένανε, αδερφέ μου,
Αν είμαστε έτσι πεινασμένοι κ’ έτσι τσακισμένοι
Αν είμαστε γδαρμένοι ως το μεδούλι
και πατημένοι σαν τσαμπιά να δώσουμε όλο το κρασί μας,
Τάχα θα πω πως είναι από δικό σου φταίξιμο; – όχι,
Όμως και συ, αδερφέ μου, φταις καμπόσο.

[1948]

*Από το «Ποιήματα», σε απόδοση του Γ.Ρίτσου, εκδ. «κέδρος»

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τα Ρομαντικά Σκυλιά

stencil

Εκείνο τον καιρό ήμουνα 20 χρονών
κι ήμουνα τρελός.
Είχα χάσει μια χώρα
μα είχα κερδίσει ένα όνειρο.
Κι αν είχα αυτό το όνειρο
τα υπόλοιπα δεν με ένοιαζαν.
Ούτε να δουλέψω, ούτε να προσευχηθώ,
ούτε να μελετάω το ξημέρωμα
μαζί με τα ρομαντικά σκυλιά.
Και το όνειρο ζούσε στο κενό του πνεύματός μου.
Ένα δωμάτιο από ξύλο,
στο ημίφως,
σ’ έναν από τους πνεύμονες των τροπικών.
Και φορές γύριζα μέσα μου
κι επισκεπτόμουν το όνειρο: άγαλμα αιώνιο
σε σκέψεις ρευστές,
ένα λευκό σκουλήκι συστρεφόμενο
στον έρωτα.
Ένας έρωτας αφηνιασμένος.
Ένα όνειρο μέσα σε άλλο όνειρο.
Και ο εφιάλτης μου έλεγε: θα μεγαλώσεις.
Θα αφήσεις πίσω τις εκόνες του πόνου και του
λαβυρίνθου και θα ξεχάσεις.
Μα εκείνη την εποχή το να μεγαλώνεις είχε γίνει έγκλημα.
Βρίσκομαι εδώ, είπα, με τα ρομαντικά σκυλιά
κι εδώ θα μείνω.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μια σίγουρη πλειοψηφία

thumb

Στους πανηγυρισμούς ζητωκραύγαζε έξαλλα.
Κάποια στιγμή που σού ‘γνεψε,
μόλις που μπόρεσες να πιάσεις σκόρπιες φράσεις
– κάτι για τη σπουδαία νίκη που κερδίσανε,
για την πλειοψηφία που μπορέσαν να πετύχουν –
κι εσύ να προσποιήσε πως δεν άκουγες
παράμερα με τους πολλούς να στέκεις
πλειοψηφία όντας κι εσύ των μόνιμα χαμένων.