Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Αποχαιρετισμός

32175_502404813131843_772268164_n

Συναντηθήκαμε αργά το απόγευμα κάπου προς τον παλιό σταθμό.
Φυσούσε από το πρωί κι η θάλασσα ήταν έρημη στα καφενεία
και στα τραμ της αφετηρίας

Κοιτούσα τα χέρια του που έσφιγγαν ήρεμα, με κρυφή συγκατάθεση,
τα δικά μου. Μες στο σακίδιο ήταν όλος ο κόσμος του
– πουλόβερ, βιβλία, γράμματα…
Έπρεπε να ‘ρχονταν τα πράγματα αλλιώς, μα το θελήσαμε τάχα

Άχρωμο φως, μια Κυριακή φθινοπωριάτικη, καμιά ελπίδα.
Μικρά ταξίδια στις ακτές, όλα χαλάσανε.
Θεέ μου, τόση ερημιά

Έβρεχε στην επιστροφή και ο αυτοκινητόδρομος
γέμισε φωτεινά σήματα, πικρά ολομόναχα φώτα

Δείτε και τα παρακάτω links http://www.youtube.com/watch?v=iePeYxDp-Dc και http://www.youtube.com/watch?v=j-lv1FW6LLM

Γκαμπριέλ Θελάγια, Η ποίηση είναι ένα όπλο που γεμίζει το μέλλον

555942_485255358202939_1014008500_n

Όταν πια τίποτα το συναρπαστικό δεν περιμένουμε για εμάς
περισσότερο παλλόμαστε και περισσότερο πλησιάζουμε στη συνείδηση
…ζώντας σαν αγρίμια που επιτίθενται στα τυφλά
και σαν σφιγμός που χτυπά μέσα στο σκοτάδι

Όταν κοιτάμε κατά πρόσωπο
τα ιλιγγιώδη καθαρά μάτια του θανάτου
λέμε αλήθειες:
τις βάρβαρες, τις τρομερές, τις ερωτικές ωμότητες

Λέμε τα ποιήματα
που ανοίγουν τα πνευμόνια όλων εκείνων που ασφυκτιούν
που ζητούν να υπάρξουν, που ζητούν τον ρυθμό
που ζητούν μέτρο για όσους νιώθουν την υπερβολή

Με την ταχύτητα του ενστίκτου
με τη φωτεινότητα του θαύματος
σαν μια μαγική βεβαιότητα, η πραγματικότητα μας μεταμορφώνει
στον ίδιο μας τον εαυτό

Ποίηση για τον φτωχό, ποίηση αναγκαία
σαν το ψωμί της κάθε ημέρας
σαν τον αέρα που χρειαζόμαστε 13 φορές τη μέρα
για να είμαστε στο ύψος της ύπαρξής μας
για να δώσουμε την κατάφαση που μας δοξάζει

Καθώς ζούμε με τη γροθιά και ίσα που μας αφήνουν
να πούμε ότι είμαστε αυτοί που είμαστε
τα τραγούδια μας δεν μπορούν να είναι στολίδια χωρίς αμαρτία
Ακουμπάνε στον πάτο του βάθους.

Καταριέμαι την ουδέτερη ποίηση
που περνιέται για πολυτέλεια
Όλων εκείνων που νίπτουν τα χέρια τους, αδιαφορούν και ξεφεύγουν
Καταριέμαι την ποίηση εκείνων που δεν δρουν μέχρι να βρωμίσουν
ως το μεδούλι

Κάνω δικά μου τα λάθη μας και τον πόνο μας, των ανθρώπων,
και τραγουδώ όπως αναπνέω
Τραγουδώ και τραγουδώντας πέρα από τους προσωπικούς μου πόνους,
μεγαλώνω

Θα ήθελα να σας δώσω ζωή και να προκαλέσω καινούριες πράξεις
Νιώθω ένας μηχανικός του σκουληκιού, ένας εργάτης
που δουλεύει μαζί με άλλους
το ατσάλι της Ισπανίας

Τέτοια είναι η ποίησή μου: ποίηση – εργαλείο
ομόφωνο χτύπημα της καρδιάς και τυφλή ταυτόχρονα
Τέτοια είναι, όπλο που γεμίζει με το διάχυτο μέλλον
μέσα από την οποία κοιτώ την καρδιά σου

Δεν είναι ποίηση που σκέπτεται σταλιά τη σταλιά.
Δεν είναι όμορφο προϊόν. Δεν είναι τέλειο φρούτο.
Μοιάζει με τον αέρα που αναπνέουμε
Είναι το τραγούδι που ανοίγει χώρους σε αυτό που κουβαλάμε μέσα μας

Είναι λέξεις που τις επαναλαμβάνουμε, βιώνοντάς τις σαν δικές μας
κι έπειτα πετάνε. Δεν είναι πια αυτό που ονομάζουν
αλλά κάτι σημαντικότερο: αυτό που δεν έχει όνομα

Είναι κραυγές στον ουρανό και πάνω στη Γη είναι πράξεις

Ann Sexton, Ο θάνατος της Σύλβιας

-1

(στη Σύλβια Πλαθ)

Ω Σύλβια, Σύλβια
μ’ ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών

με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ’ αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,

με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,

(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου ‘γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)

τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;

Κλέφτρα! –
πώς σύρθηκες εντός,

σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;

(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).

Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,

πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης

να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,

και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ’ τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,

και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και ξέρω απ’ τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ’ αλάτι.

(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).

Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ’ εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,

ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;

(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)

Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!

Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

Θοδωρής Βοριάς, Στίχοι απὸ ἕνα ταξίδι μὲ τὸν ἥλιο

12233159381I6pP1q

Ξημέρωμα γαντζώθηκα στὸν ἥλιο
γιὰ νὰ πετάξω.
Έμειναν κολλημένα τὰ παπούτσια μου
στὴν ἄσφαλτο,
ἔκλεψα καὶ τὸ πρωινὸ τραγούδι 
απ’ τὴν κορφὴ μιᾶς ακακίας
γιατὶ στὸ χωματόδρομο τῆς γειτονιᾶς μας
παίζαμε ξυπόλητοι
κι εἶχα ακακίες στὴν αὐλὴ
κι ἕνα τραγούδι
ποὺ τὸ σκεπάσανε μὲ ἄχαρο μπετόν.
Ἀπὸ τὸ χθὲς ξεκόλλησα μιὰ ζωγραφιὰ
-τρία παιδιὰ ποὺ σχεδιάζουν στὸ χῶμα τῆς  αλάνας
τὴ ζωή τους-
τὴν ἔδειξα καὶ στὰ πουλιὰ…
εἴχαμε κι ἐμεῖς φτερὰ
πρὶν μεγαλώσουμε.
Τὸ μεσημέρι ἔσκισα τὰ ροῦχα μου,
τὸ φόβο κι ὅλες τὶς προσωπίδες·
ἐδῶ ψηλὰ δὲν ἔχει δρόμους γιὰ νὰ ντρέπεσαι.
Τὸ δειλινὸ ἐλευθέρωσα τὰ ποιήματα
νὰ φτερουγίσουν πάνω  απὸ τὰ κύματα.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τα μπλουζ είναι κόκκινα

mqdefault

Τα μπλουζ είναι κόκκινα
κατακόκκινα
σαν γλιστερό ηλιοβασίλεμα
σαν καταραμένο πάθος
σαν συνεχή πτώση στα βάθη της ήττας.
Όταν τελειώνουν τα συμβάντα κι οι γύρες
όταν καταρρέει ο ουρανός των αισθήσεων
κι όλα γυμνώνονται
τα μπλουζ
ακούν στα βάθη το βοριά της παλιάς οιμωγής
βλέπουν θαμπά τ’ αλλόκοτα συρσίματα της ορφάνιας
θυμούνται φτώχεια
αίμα και φόβο
σύρματα και προβολείς χιαστί.
Ερωτοτροπώντας με τη ζάλη της πιο απόκρυφης σκέψης
στο παράπονο βουτούν του τελευταίου συναισθήματος
διπλώνουν τρυφερά μέσα τους τις κατακλεμμένες ζωές
τα ξεριζωμένα χάδια
τα χαραγμένα βλέμματα
κι ευλαβικά σωπαίνουν.
Προσεκτικά κοινωνούν το μυστήριο της οργής
χρώματα
ύμνοι
οσμές τα τυλίγουν
ασθμαίνουν
γυρνοφέρνουν
συσπειρώνονται
κι απλώνονται παράφορα ως τα μάκρη
κόκκινα
κατακόκκινα
ζεστά για να μας πνίξουν.

Myron Lysenko, Η Βόμβα έπεσε

1

Η Βόμβα έπεσε σήμερα
χωρίς καμιά προειδοποίηση
Το σπίτι ήταν ακατάστατο
δεν είχα κέφια για επισκέπτες
αλλά προσκάλεσα τη Βόμβα
για ένα ποτό.

Η Βόμβα φαινόταν τρομερή
Έχω καιρό να σε δω, της είπα
Θα μπορούσες να μου τηλεφωνήσεις
τουλάχιστον.

Δεν αισθανόμουν καλά, είπε η Βόμβα
Τα πράγματα δεν πάνε καλά για μένα,
γίνομαι τριανταπέντε φέτος
και η ζωή μου είναι μια αποτυχία.
Δεν έχω ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες μου.

Μα είσαι ονομαστή, είπα,
έχεις ξακουστή υπόληψη.

Είμαι η πιο μισητή φυσιογνωμία της γενιάς μας
είπε η Βόμβα.

Μην τρελαίνεσαι, είπα, ο κόσμος
δεν σε φοβάται πια όπως πριν,
έχει συνηθίσει το πρόσωπό σου…
μάλλον διέρχεσαι κρίση μέσης ηλικίας…

Ο κόσμος μου επιτίθεται όπου κι αν πάω,
έσκουξε η Βόμβα… Έχεις ένα τσιγάρο;

Έχω σταματήσει το κάπνισμα, είπα.
το έκοψα.

Κι εγώ το έκοψα, είπε η Βόμβα,
θα αυτοκτονήσω.

Η Βόμβα πήδηξε έξω.

Έτρεξα στο παράθυρο
Η Βόμβα κούτσαινε άσχημα κάτω
στο δρομάκι του κήπου.
Τα καλύτερά σου χρόνια
είναι ακόμα μπροστά σου, φώναξα, αλλά
η Βόμβα δεν άκουσε.
Η νύχτα άρχισε να με τυλίγει.

*O ποιητής Myron Orest Lysenko (γεν.1952) είναι Αυστραλός ουκρανικής καταγωγής. Βραβευμένος και πολυδημοσιευμένος. Συνιδρυτής και εκδότης του ποιητικού περιοδικού της Μελβούρνης Going Down Swinging. Γράφει χαϊκού. Το παρόν ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικο-πολιτικό περιοδικό Overland το 1988. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί (απόσπασμα)

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ-ΤΟ-ΘΕΙΟ-ΤΡΑΓΙ

΄Ενας αερας φυσούσε κείνη τη νύχτα.
Η δημοσά φειδοσέρνονταν ατέλειωτη
-σαν μια αιωνιότη-στο κάμπο.
Εβούϊζαν οι καλαμιές κρύο έκανε.

Κι αυτός προχωρούσε.

Ήταν παραδομένος στο δρόμο του, σαν ο στραβός στο αιώνιο σκοτάδι
επήγαινε -όλο πήγαινε- σαν μια ψυχη μεσ’ στην ερημία του χρόνου.

Τον είχαν παρεξηγήσει οι άνθρωποι
η σκόνη τον είχε κάνει κατάσπρο κι ο δρόμος
-αχ θέε μου- ο δρόμος ποτέ δε θα τέλειωνε.

Δεν αιστανόταν τίποτε μήτε χαρά μήτε λύπη
αδιάφορος ήτανε κι ήσυχος γιατί:
μήπως δεν ήτανε η δημιουργία στη θέση της;
ή μην είχε αντίρηση για το νόμο της έλξης;
η σιωπή τον εγνώριζε, οι νύχτες το ξέραν
ήταν της ερημιάς το λουλούδι.

Ο κόσμος αργά τα πράγματα αφημένα στο πάει τους
να δημιουργούνται οι ορίζοντες
να γεννιέται ο χρόνος
οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε.
Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη;
να, πηγαίνουν τίποτ’ άλλο
πηγαίνουν σε προϋπαντάν τα όρια
σε ακολουθάνε οι δρόμοι κι οι πολιτείες
-οι πολιτείες- σου τραγουδάνε βαθιά.
Έχει ένα χτύπο το χάος
έχει ένα σφυγμό το κενό
και μόνο οι ώρες σωπαίνουν
και μόνο οι καιροί δε μιλούν.
Η αιωνιότη σε κοιτάζει και σκέφτεται
τα πλάτη, οι απόστασες,
είναι αφιρωμένα στο βάδη σου
αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια
κάτω απ’ το βήμα σου η γη.

Έτσι πάνε όλο ίσα και ντρίτα
ακρη-άκρη στις σιδεροτροχιες, στα ποτάμια
άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς
πάντα δημοσά κι όλο κάμπο
δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι,
δεν παν οι στράτες λοξά
για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη,
να εξελίσονται οι θάλασσες
ή καμπύλη, ή ευθεία κι ο κόσμος αργά
η αιωνιότη πιστώνει.
Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων
και μόνο μια γραμμή κατακορυφη να ‘σαι συ στις στροφές
έτσι
όπως πάνε οι δρόμοι μοναχοί τους
όπως στέκουν τα βράχια.

Κι αυτός προχωρούσε.

*Το θείο τραγί, Αθήνα 1938.

Μυρτιώτισσα, Σ’ αγαπώ

31

Σ΄αγαπώ. δεν μπορώ
Τίποτ’ αλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρός στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω! Μελίσσι μου! πιές
Απ’ αυτόν τις γλυκιές,
Τις αγνές εύωδιές
Της ψυχής μου!

Τα δυό χέρια μου, να!
Στα προςφέρω δετά
Για να γύρης γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά,
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνη ως αυτά
Προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
Πάρε όλην εμέ,
Σβήσ’ τη φλόγα σε με
Της φωτιάς σου,

Ενώ δίπλα σου εγώ
Τη ζωή θ’αγρικώ
Να κυλάη στο ρυθμό
Της καρδιάς σου…

Σ’αγαπώ. τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο;

Άννα Νιαράκη, Το στοίχημα

images

Ο καιρός κολλάει πάνω μου
κάθε μέρα ο ιδρώτας μου
παντρεύεται την υγρασία.
Αλλάζω δέρματα μέχρι να βρω
εκείνο, που η αφή σου κάνει
να μοιάζει δέρμα μου.
Δεν είναι εύκολο πράγμα
να ξεγελάς το χρόνο.
Να ζεις με συρραφές στιγμών.
Όμως το ξέραμε καλά κι οι δυό
όταν σταθήκαμε γυμνοί
μπρος στην απιθανότητα.
Είχαμε φροντίσει από πριν
να βάλουμε κάτι μαύρο,
πένθος συμβολικό
για ένα στοίχημα
που ακόμα παίζεται.

Μαρία Σερβάκη-Blackstone, Αποσπάσματα

389857_2506234786533_1572952795_32434742_1644350441_n

Βρείτε μου έναν ουρανό που να φυλάει αστραπές
κι ευθύς θα τρέξω να τον μεταποιήσω σε καταιγίδα.

*Από το ποίημα “επιβάλλεται να ‘ναι της Όλγας” που περιέχεται στην πρώτη και άγνωστη ποιητική συλλογή της “Περιπέτεια” (1956).

Όμως γιατί οι ερωτευμένοι
κάθε φορά να κρύβονται στην άνοιξη
χωρίς απαντοχή χειμώνα
χωρίς νεκρά του φθινοπώρου φύλλα για στεφάνι
όμως γιατί οι ερωτευμένοι κάθε φορά
να ζουν εξόριστοι στην ίδια εποχή τους

*Από τη συλλογή “Ο άλλος κήπος”