Ανδρέας Παγουλάτος, Υποθήκες ”Πέραμα” (απόσπασμα)

387405_4399762193871_120617601_n

φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέ…ρατό σας
δοσίλογοι σπιούνοι, τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ολους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ολα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ενα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή
φωνές και πάλι
φωνές: αυγή αυγούλα
ευωδιά από εφηβικά φιλιά
που ανακαλύπτουν ποτάμια λεύτερα ζώα
και μια άμετρη κραυγή φλόγα από
βουνό σ’αλλο βουνό προάγγελος μιας μέρας που δίκαια ανταμείβει που δίνεται
στον κόσμο
μ’ ακράτητη
ηδονή
(…)

Κωνσταντίνος Ωσηέ, Τρία ποιήματα

392006_208323095920421_100002281965588_505258_443998224_n

Ηχώ Ζωής

Ο ήχος της έρχεται σαν τύμπανα
πυγμαίων ιθαγενών του τροπικού
παρθένα κύτταρα
κοιλιές γιδιών γδέρνονται δέρνονται
κι αντηχούν:
Υπάρχουμε, υπάρχουμε

Ο Ουρανός των Ποιητών

“ο ουρανός των ποιητών
είναι γεμάτος κοφτερές
νότες – λεπίδες
ακατανόητες υφέσεις και διέσεις
αενάως σε μινόρε συγχορδίες
-δε χωράει ματζόρε στον ουρανό”

Θάλασσα

στα χέρια μου εκρατούσα
στόμα της νύχτας
δυο κόκκινα δόντια εφώναζαν
άγριους συριγμούς
των φιδιών – λεόντων
της αρχέγονης ουράνιας χορδής
μια θάλασσα ζεστή
ρέζους αρνητικό
έρεε κάτω απ’ τα πόδια
των βιαστικών δίποδων όντων
ένα ιπτάμενο σαλάχι
εκέντριζε τις ψυχές των παιδιών
η μηχανή εκαλωσόριζε
το γιο της
στο όνειρο – εφιάλτης
της άφωνης κραυγής
εφτά βολβοί
εξερνούσαν αλμύρα
στα τσιμεντένια πλακόστρωτα
δίποδα κεφάλια
σπινθιρίζοντα καλώδια – μαστίγια
φορτίζουν πεθαμένες
-από καιρό-
ζωές
μέσα στην κόκκινη
θάλασσα – ουρανό
που εκολυμπούσαμε παρέα
οι νεκροί – ζωντανοί.

Και μη μου λες εμένα για τη βία

Albert Birkle, Under the Red Flags, 1919

και μη μου λες εμένα για τη βία
εγώ γεννήθηκα τώρα και βράζει το αίμα μου
και μόνο βία με μαθαίνουν.
Εκεί.
να γίνω σαν όλους
να συνεχίσω αυτό που οι άλλοι ξεκίνησαν
να μοιάζω με ό,τι δεν έχει πρόσωπο
Δες,
μια τρύπα έχω για πρόσωπο
σ’ αρέσει;

και μη μου λες εμένα για τη βία
για την ηθική για τα ιερά και τα όσια
πεινάω, πονάω, περνάω
Μη χαίρεσαι όμως
δε θα σου περάσω, δε θα σου περάσει

θα καλύψουν οι κραυγές μου τη σιωπή σου
θα τσακίσω τα αδιάφορα βλέμματα
θα πνίξω τη θεωρία που σε σκεπάζει τα βράδια
θα πετάξω από το παράθυρο τις παντόφλες της απάθειας
Θα εξαφανίσω το θα
αρκετά περίμενα
αρκετά σε άκουσα να μου λες για τη βία
Τώρα
επιστρατεύω την άνοιξη με όλα της τα όπλα
χτυπάω με λύσσα την ανοχή σου
σαρώνω τις βρωμιές σου
κόβω απ’ τις ρίζες το σάπιο σου τίποτα

δεν είμαι ποίημα εγώ
η βία που δε θέλεις είμαι
Δε σ’αρέσει;
Έλα, έλα να παλέψουμε, λοιπόν
Τι φοβάσαι; Ποια ήττα υπερασπίζεσαι;
Και μίλα, μίλα
Αλλά μη μου ξαναπείς εμένα για τη βία

*Ποίημα που έγραψε παιδί που φοιτά στο 6ο Γενικό Λύκειο Καλλιθέας
Δημοσιεύτηκε στο blog http://lykeio6o.blogspot.gr/
Αναδημοσίευση από το https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1464152

Βαλερύ Λαρμπώ, Ωδή

larbaud2

Δώσε μου το μεγάλο σου θόρυβο, το γλυκό μεγάλο σου βάδισμα
Το κύλισμά σου το νυχτερινό ανάμεσα στην πάμφωτην Ευρώπη,
ω τρένο πολυτελές! και την αγωνιώδη μουσική
που βουίζει κατά μήκος των φτιαγμένων από χρυσωμένο δέρμα διαδρόμων σου,
ενώ πίσω απ’ τις θύρες τις σκαλιστές με τις βαριές χάλκινες κλειδαριές
κοιμούνται οι εκατομμυριούχοι.
Κυκλοφορώ σιγανοτραγουδώντας στους διαδρόμους σου
κι ακολουθώ το τρέξιμό σου προς τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη
σμίγοντας τη φωνή μου με τις εκατό χιλιάδες φωνές σου
πολύβουη φυσαρμόνικα!

Της ζωής τη γλύκα την αισθάνθηκα πρώτη φορά
σε μια καμπίνα του Nord-Express ανάμεσα Wirballen και Pskow.
Κυλούσαμε μέσ’ σε λειμώνες, οι βοσκοί
στις ρίζες τεράστιων δέντρων όμοιων με λόφους
ήταν ντυμένοι με προβιές ρυπαρές κι ακατέργαστες
(η ώρα οχτώ του φθινοπωρινού πρωινού κι η όμορφη πριμαντόνα
με τα μενεξελιά μάτια μέσ’ στη διπλανή καμπίνα τραγουδούσε).
Κι εσείς αιώνιοι πάγοι που είδα ανάμεσά σας να διαβαίνει η Σιβηρία
και του Σάμνιου τα βουνά
η άγρια κι άνανθη Καστίλλη κι η θάλασσα του Μαρμαρά
κάτω από μια χλιαρή βροχή!

Δώσε μου, ω Orient-Express, Sud-Brenner-Bahn, δώστε μου
τους θαυμαστούς υπόκωφους θορύβους σας
και τις παλλόμενες γοητευτικές φωνές σας
δώστε μου την εύκολην κι ανάλαφρην ανάσα
των υψηλών οστεώδικων ατμομηχανών με τις άνετες κινήσεις
των ατμομηχανών που γοργές
χωρίς καμιά προσπάθεια σέρνουν πίσω τους τέσσερα βαγόνια κίτρινα
με γράμματα χρυσά
μέσ’ στις βουνίσιες ερημιές της Σερβίας
και πιο μακριά μέσα στο πλήθος των βουλγαρικών ροδώνων…
Α! τούτοι οι θόρυβοι και τούτη η κίνηση
πρέπει να μπούνε στα τραγούδια μου και να ιστορούν για μένα,
για τη ζωή μου την ανέκφραστη, την παιδική μου ζωή
που πια δε θέλει τίποτα να ξέρει, μόνο
σ’ αβέβαια πράγματα παντοτινά να ελπίζει.


Μετάφραση Τάκης Σινόπουλος

Σύλβια Πλαθ, Daddy

sylvia

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια 
Παλιό παπούτσι 

Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει 

Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό, 

Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.
 
Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά 

Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει – 

Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό, 

Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο 

Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο 

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό 

Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό 

Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ. 

Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ. 

Ach, du. 

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη 

Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα 

Πολέμων, πολέμων, πολέμων. 

Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό. 

Ο Πολωνός μου φίλος 

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο. 

Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω 

Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν 

Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω. 

Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο. 

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα. 

Ιch, ich, ich, ich, 

Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή. 

Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ. 

Και η γλώσσα είναι αισχρή 

Μια μηχανή, μια μηχανή 

Που με μασούσε σαν Εβραίο. 

Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν. 

Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ. 

Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία. 

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιέννης η διάφανη μπίρα 

Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά. 

Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό 

Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό 

Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία. 

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν 

Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημά σου. 

Το τακτικό μουστάκι σου 

Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά. 

Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ — 

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα 

Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός. 

Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα, 

Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά 

Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα. 

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά, 

Στη φωτογραφία που κρατώ, 

Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι, 

Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό, 

Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα 

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο. 

Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο. 

Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ 

Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ. 

Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλά σου να αρκεστώ. 

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο 

Και με κόλλα με ένωσαν ξανά. 

Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια. 

Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα, 

Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf 

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων. 

Και είπα δέχομαι, δέχομαι. 

Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά. 

Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο 

Και οι φωνές δεν φτάνουν μέχρι εδώ. 

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο – 

Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα 

Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα, 

Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις. 
Ησύχασε τώρα, μπαμπά. 

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά, 

Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ. 

Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν. 

Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ. 

Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Peggy Kornegger, Κόκκινη Έμμα

Emma+goldman

“Θέλω ελευθερία, το δικαίωμα στην αυτοέκφραση, το δικαίωμα του καθένα στα όμορφα και αστραφτερά πράγματα”.
Emma Goldman

μαύρο και κόκκινο
είσαι μια σημαία
που ανεμίζει
μαύρη και
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη Έμμα
αντιστέκεσαι
σαν
αίμα
σαν γη
σαν μαύρα τριαντάφυλλα
στο χειμώνα
χειμωνιάτικα χρόνια
που περνούν
και πάνε
και πάνε
αλλάζοντας σε γκρίζα λασπόνερα
αλλάζοντας σε μια μουντή καφετιά λάσπη
ενώ στέκεσαι ολόρθα
κόκκινη
Έμμα
κόκκινη και μαύρη
ανεμίζοντας
ακτινοβολούσα
στην κορυφή
του οράματός σου.


* Η Peggy Kornegger είναι αναρχική ποιήτρια και συγγραφέας από τις ΗΠΑ. Υπήρξε εκδότρια του ριζοσπαστικού περιοδικού “The Second Wave” (“Το Δεύτερο Κύμα”). Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Δικαίος, Άξιον Άλας

Rain____by_spider13bug

Κάθε που βρέχει, μιλάει το χώμα.
Αλωνάρι της παγκόσμιας οσμής
που τα λίθινα χαμόγελα λασπίζει.

Κάθε που βρέχει, βαθιά πνευμόνια
λευτερώνουν τη χωμάτινη οδό.
Χαρά σ’ εκείνη που με θήλασε Θεό!

Και κάθε φορά, βρέχει αφαίρεση.
Τα πεθαμένα χείλη, τα φύλλα ξεδιψούν.
Τα μαραμένα ποτίζει ο Γαμπρός.

Στο νεκροπόταμο τη βροχερή ημέρα,
από τον ήχο του νερού, καταλαβαίνεις.
Το ροντέο της ζωής είναι στους τάφους.

Δημήτρης Δικαίος

Φεβ. 2013

*Ποίημακαι εικόνα αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Δημήτρη Δικαίου στο http://ddikaios.blogspot.com

Ιάσωνας Σταυράκης, Το κέλυφος και το χώμα

312444_594528070564755_62453813_n

Πάει ο παλιός ο χρόνος.
Μαζί του ψόφησε κι ο απόκρυφος έρωτάς του
για το σκοτάδι.
Πάει κι ο χαμένος χρόνος
που τον έβρισκε γονατιστό
να πελεκάει τις λέξεις και ν’ αναμένει.
Νιώθει πως έρχεται η αλήθεια να τον δικάσει.
Η ασυνείδητη έκρηξη
της εφηβικής έπαρσης
βυθίζεται στα μπουντρούμια του μυαλού
και ξεψυχάει.
Τώρα δεν ξέρει τι να περιμένει.
Η ποίηση δεν είναι κτήμα της φαντασίας,
ούτε το ονειρικό μονοπάτι της σιωπής.
Η ποίηση είναι το κέλυφος του σαλιγκαριού
που απομένει στα χωράφια
σαν τα κόκαλα της ελπίδας
κι ο ποιητής είναι το χώμα
που πλένει με χώμα το κορμί της.

Καρλ Μαρξ, Ερωτικά ποιήματα

962

Τα Δυό Αστέρια

Πολύ μακριά
στα βάθη τ’ ουρανού
Ζούνε δυό μικρά
χαριτωμένα άστρα
Που αιώνια απομακρύνονται
το ένα απ’ τ’ άλλο
Κι αιώνια προσπαθούνε
να πλησιάσουν.
Απλώνουν τα φτερά τους
τ’ αραχνοΰφαντα
Για να ‘ρθουνε το ένα
δίπλα στο άλλο
Αλλά και τα δυό τους
φεύγουν προς τα πίσω
κάθε φορά που πρόκειται ν’ αγγίξουν.
Τζένη, γνωρίζεις
Αυτά τ’ αστέρια;
Ή θά πρέπει μήπως
να σου πω στ’ αλήθεια
Ότι δε μας μοιάζουν-
Γιατί είμαστε πάντα μαζί.

Εκεί πέρα
στο άπειρο Σύμπαν
Μέσα από το πόλεμο
των φυσικών στοιχείων
Φτάνει στη καρδιά σου
το ρέμα της αγάπης μου,
Της ανυπομονησίας μου
και της θλίψης.

Σονέτα Για Τη Τζένη

Ι
Πάρε όλα, πάρε όλα τα τραγούδια μου
Που απλώνει ταπεινά ο έρωτας στα πόδια σου,
Όταν η πλούσια μελωδία της Λύρας μου,
Αφήνει την ψυχή ελεύθερα να λάμπει.
Ώ! Ας έβρισκε η ηχώ του τραγουδιού τη δύναμη
Να ξεγελάει την αγωνία με τρυφερές ωδές,
Με πάθος να γεμίζει τον χτύπο του σφυγμού
Έτσι που τέλεια η καρδιά σου να χτυπάει,
Τότε θα γίνω μάρτυρας από μακριά
Του πώς η Νίκη σε φωτίζει πάλι,
Τότε θα πολεμήσω με άλλη δύναμη,
Κι η μουσική μου στο ψηλότερο σημείο θ’ αγγίξει,

Ελεύθερος και μεταμορφωμένος
Θα παίξω τις χορδές του τραγουδιού μου,
Και με γλυκό παράπονο θ’ αφήσω
Τη Λύρα μου να κλάψει.

Τελευταίο Σονέτο Για Τη Τζένη

Απόμεινε ακόμη ένα πράγμα να σου πω
Για να σ’ αποχαιρετήσω μικρό μου παιδί
Τώρα που το τραγούδι μου τελειώνει,
Είναι τα τελευταία κύματα των ασημένιων παλμών
Και της φουσκοθαλασσιάς όπου χαρίζει τη Μουσική της, η ανάσα της Τζένης μου.
Σα χελιδόνι πάνω από γκρεμό
Πέφτει το σούρουπο στους καταρράκτες
Και στ’ απέραντα δάση,
Οι ευκίνητες στιγμές της ζωής συνεχίζουν Βιαστικά να κυλούν ώσπου πάλι να βρούνε Σε σένα τα όρια της απόλυτης τελειότητας.
Θαρραλέα ντυμένες με χιτώνες φωτιάς
Που κυματίζουνε, περήφανες καρδιές εξυψωμένες
Και μεταμορφωμένες απ’ το διάφανο φως,
Ελεύθερες τώρα δεσπόζουν για πάντα,
Κι έτσι εγώ σταθερά θα μπορώ να πατήσω Μέσα στο απέραντο διάστημα, Νικώντας κάθε πόνο στη λάμψη του προσώπου σου Τη στιγμή που τα όνειρα πάλι προβάλλουν Σαν αστραπές γύρω απ’ το Δένδρο της Ζωής.


*Από το βιβλίο Καρλ Μαρξ «Ερωτικά Ποιήματα». Εισαγωγή, μετάφραση Ευγένιος Αρανίτσης. Εκδόσεις ΕΡΑΤΩ, 1982. Αναδημοσίευση από το http://peri-grafis.com/ergo.php?id=366

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Το πηγάδι

clip_image008

Ζήσαμε σε μιαν άλλη εποχή,
ψιθυρίζοντας στίχους του ουρανού και της θάλασσας.
Καθόμαστε στην πλατεία με τα χαμόσπιτα,
χαζεύοντας τις γελαστές πόρτες,
που ανοιγόκλειναν δειλά.
Τώρα οι τοίχοι έχουν ψηλώσει
κι η πλατεία βάθυνε σιγά-σιγά
λιγοστεύοντας πάνω μας τον ουρανό.
Κάποιος θα μίλαγε για πηγάδι.
– για ένα πηγάδι
ξερό.