C.P.Cavafy, Walls

kavafis

Without consideration, without pity, without shame
they have built great and high walls around me.

And now I sit here and despair.
I think of nothing else: this fate gnaws at my mind;

for I had many things to do outside.
Ah why did I not pay attention when they were building the walls.

But I never heard any noise or sound of builders.
Imperceptibly they shut me from the outside world.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ποιήματα

dtbook040513

Πυροβολήστε τα όνειρα

Ποιόν να δικάσεις;
Όσους παίζουν στον τζόγο
τα όνειρά σου;
Eσένα που τους αφήνεις
σιωπώντας,
(είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά)
ή τα ίδια τα όνειρα;
Nαι, στην εποχή των παραλογισμών,
δεν θα΄ταν απίθανο
κάποιοι να καταδικάσουν και τα όνειρα.
Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα!
Πυροβολήστε τα όνειρα.

Αντίδραση

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την καταλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη “Εποχή μου είναι η ποίηση”, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013

Sylvia Plath, Αγγελιαφόροι

sylvia_plath1

Η λέξη ενός σαλιγκαριού στο πιάτο ενός φύλλου;
Δεν είναι δική μου. Μην τη δεχθείς.

Οξικό οξύ σε κονσερβοκούτι;
Μην το δεχθείς. Δεν είναι γνήσιο.

Ένα δαχτυλίδι από χρυσό με τον ήλιο μέσα του;
Ψέματα. Ψέματα και μια θλίψη.

Πάχνη σ’ ένα φύλλο, η άσπιλη
Χύτρα, που παραμιλάει

Και κροταλίζει σε κάθε κορυφή
Των εννέα μαύρων Άλπεων.

Μια ενόχληση σε κάτοπτρα,
Η θάλασσα συντρίβοντας το γκρι της –

Έρωτας, έρωτας, η εποχή μου.

4 Νοέμβρη 1962

*Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός

Πάμπλο Νερούδα, Έρωτας και θάνατος

543760_10151838571813852_1880890027_n

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ’ ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ’ το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

luisbeltranfirst

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς

Άρχισα να ξηλώνω
τα ρούχα μου,
ώσπου έμεινα γυμνός
στη μέση του πουθενά
φωνάζοντας
σε μια γλώσσα άγνωστη
(έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε;)
μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ’ έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.
Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.

***

Ιανός

Πολυκατοικία πια
η γειτονιά μας,
το ασανσέρ κολλημένο
μεταξύ ρετιρέ
και ουρανού
κι εμείς μέσα
συνωστισμένοι άνετα,
χωρίς ανάσα
(και χωρίς σήμα
το κινητό μας),
στο παραπέντε απόδρασης
από το savoir vivre
σαν έτοιμοι από καιρό
για περιπτύξεις
(πότε προλάβαμε άραγε
να ερωτευτούμε;)
στο απόγειο
μετέωρων βημάτων,
στο υπόγειο ημι-διλημμάτων
του Ιανού.

***

Δούναι και Λαβείν

Σκάψαμε με τα χέρια
το χώμα της ανάστασης
(μήτρα ζωής η γη
υιών και θυγατέρων),
ποτίζοντας ρίζες
που αλωνίσαμε
(δούναι και λαβείν
κατά φύσιν κεκτημένα),
ξεθάβοντας νεκρούς
που αφορίσαμε
(δούναι και λαβείν
παρά φύσιν
τεκταινόμενα).

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης (του Luis Beltran) δημοσιεύονται μετά από ευγενή παραχώρση του Δημήτρη Π. Κρανιώτη. Δημοσιεύτηκαν στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/04/blog-post_26.html

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

ΚΑΦΚΑ+ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

*Από την “Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949-1976]

Το τραγούδι της Αριγνώτας

images

Συχνά από τις Σάρδεις σε μας δώ πέρα
η σκέψη της γυρίζει,
πως ζούσαμε μαζί,
τι εφάνταζες εμπρός της σα μια θεά,
κι η πιο τρανή χαρά της
το δικό σου τραγούδι ήτανε πάντα.

Τώρα μέσα στις Λυδές γυναίκες ξεχωρίζει
καθώς σαν πέσει ο ήλιος
κι η σελήνη ροδοδάχτυλη λάμπει

τ’ άστρα τ’ άλλα σκοτεινιάζοντας
κι η ίδια γύρω αφήνει το φώς της να απλωθεί
πα σ’ αλμυρά πελάγη και σε πολύανθες χώρες.

Κι έχει πάρει γλυκιά δροσιά να χύνεται
τα ρόδα μοσχοβολούν και τ’ απαλό χορτάρι
και το τριφύλλι ολούθε τ’ ανθισμένο.

Κι εκείνη πέρα δώθε τριγυρίζει
την Ατθίδα θυμάμενη
η καρδιά της η τρυφερή από πόθο πλημμυρίζει
κι απ’ τον καημό βαραίνει μες τα στήθη.

Κι εμάς τις δυό φωνάζει
να βρεθούμε κοντά της.

Στρατής Παρέλης, Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..

mayakofski

Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις
και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη
του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον “απάνω κόσμο”

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία
αυτοκτονική φιλολογία –

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική –

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση
της λογοκριμένης ποίησης:

Continue reading →

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

480780_2961964904369_245398639_n

Η ΓΡΙΑ

Έφηβη
γριά
ξεδοντιασμένη.

Φρέσκο
ψωμί
μουχλιάζει.

Πεύκο στην πέτρινη πλαγιά
τραβάει αλάτι, λοξά
από τη θάλασσα
στις ρίζες
διαβρώνεται
καθώς το κάπνισμα
τις αρτηρίες φράζει.

Η ποίηση – λένε –
διευκολύνει τη ροή
μα ο ποιητής
κάθε πρωί
ξυπνά νεκρός
ανάσκελα
πνιγμένος.

ΘΑΝΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ

Μητέρα

Με φέρνεις στον κόσμο
Με αφήνεις στον θάνατο.

Και εγώ;

Γυρεύω έναν θανατοθραύστη
στα παράλια των παιδικών μας χρόνων;
Στο μητρικό σου χάδι;
Το χέρι σου έχει γεράσει.

θανατοθραύστης;
Δεν έχει αλλάξει ο ήλιος φορά
ούτε ο ρυθμός της φθοράς.
Στην κατηφόρα
τα πάντα διαστέλλονται
πορτοκάλια και λέξεις ορθώνονται ακαριαία
πύρινα χέρια ξένα
περνούν τα δάχτυλα τους στους επόμενους.

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Τα εμπόδια

2099132094_84152f4f17_o12

Μου τό ‘χαν πει τόσες φορές που το συνήθισα.
Μικρός το ξεχνούσα σκοντάφτοντας συχνά.
Όλο σε πέτρες έπεφτα
και στων πεζοδρομίων τις άκρες.

Τώρα που το συνήθισα δεν το ξεχνώ.
Κοιτάζω πάντα γύρω και μπροστά
για ν’ αποφεύγω τυχόν ανωμαλίες,
αν και το ξέρω πια πολύ καλά:
Τ’ αόρατα εμπόδια είναι τα πιο πολλά.