Χάρης Μελιτάς, Έξι χαϊκού

%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B1%CF%82

ΒΕΓΓΕΡΑ

Μόλις νυχτώσει
ανοίγω τα λάθη μου.
Σε περιμένω.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Ό,τι κι αν κάνω
μηδέν εις το πηλίκον.
Δεν διαιρείσαι.

LIVING THEATER

Άλλαξε ρόλο
η Ελπίδα στη σκηνή.
Πεθαίνει πρώτη.

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Οργής κομμάτια
ταίζω το θηρίο
των σιωπών μου.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Άλλοι φυλάνε
το κρίμα σε θυρίδες.
Εγώ στις λέξεις.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Τα βράδια καίω
τις φωτογραφίες της.
Έβαλε κρύο.

*Από το βιβλίο “Μαύρη Σοκολάτα / 50 Χαϊκού με Τίτλο”, Εκδ.Μανδραγόρας, Αθήνα, 2011.

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

baran_door_menu

Mε το κεφάλι προς τα πάνω

Έκκεντρες απώλειες
σε τροχιές ρητορικές
αρχαίων λόγων.
Απαγορευτικές δεσπόζουν
πάνω στα δάκρυα.
Είναι ο πνιγμός, ο ύστατος φόβος
μέσα σε μήτρα υγρή και σκοτεινή.

Να ψάχνεις μάταια για ένα φως
με το κεφάλι προς τα πάνω.

Χρόνια πολλά αργότερα
σε ύπτια θέση, στην πλάτη της
θάλασσας ακουμπάς,
και με τα μάτια να καίγονται
φυλακίζεις στη μνήμη σου
σύννεφα κι ένα γαλάζιο καθρέφτη.

Σε αυτόν θα καταφεύγεις
καθʼ όλη την πορεία σου.
Σείριος, Κασσιόπη, Βέγας
Κι ένα γαλάζιο κάτοπτρο.
Θα ψάχνεις μάταια για ένα φως
με το κεφάλι προς τα πάνω.

ab initio

Το σώμα ζητά εξηγήσεις.
Δεν ημερώνει με λογικές.
Δεν καταφεύγει σε λέξεις.
Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω
Φεύγω.
Πώς να δαμάσω τη φωτιά
με μολύβι και χαρτί;
Στάχτη από λέξεις.
Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία;
Κόβει βόλτες στον κήπο
σαν πεινασμένο αγρίμι.
Όλη τη νύχτα.
Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα
σάρκα ζητάει
σώμα να ταΐσει το σώμα.
Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλυστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

*Από τα http://www.poiein.gr/archives/11404/index.html και http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Μίλτος Σαχτούρης, Η παρουσία

Moon+Water

στον Χρήστο Μπράβο

το ποίημα
κάθεσαι και το ξενυχτάς
σαν τον νεκρό

Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως τόχω ξαναπεί

Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γενάει πια πάγο
γενάει κόκκινο αυγό

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω από το φως.

15 Αυγούστου ’81
της Παναγίας

*Από το Μικρό Απόπλου http://www.mikrosapoplous.gr/

Ζωρζ Μπαταΐγ, Τρία ποιήματα

599032_360063237441097_869506610_n

Του θανάτου
καπέλο
τρίχινο
η πάχνη
η αδελφή
μ’ ένα λυγμό
ευχαριστημένος

*

Η ασπρίλα της θάλασσας
και του φωτός η χλωμάδα
γλύφουν τα γυμνά σκόρπια κόκαλα

η απουσία
του θανάτου
χαμογελά.

*

Σιχάθηκα
τον αραχλιασμένο ετούτον ουρανό
τα μελίγγια μου σωμένα
απ’ την αδυναμία
φέγγουν
είμαι νεκρός
και τα κρίνα
αποπνέουν τα διηθημένα υγρά
οι λέξεις λείπουν

λείπω επιτέλους κι εγώ.

*Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος

C. P. Cavafy, To call up the Shades

Picture+14

One candle is enough. Its gentle light
will be more suitable, will be more gracious
when the Shades come, the Shades of love.

One candle is enough. Tonight the room
should not have too much light. In deep reverie,
all receptiveness, and with the gentle light –
in this deep reverie I’ll form visions
to call up the Shades, the Shades of love.

*Written in 1920.

Μάρκος Μέσκος, Λεμονάδικα

blog_markosmeskos_470x140

Άνθη κερασιάς, σταφύλι από την ξέρα του ήλιου
τα στάρκεν ωριμάζουνε με το νερό και τη φεγγερή σελήνη
ως και το χιονισμένο κάστανο κουβαλούσα
ψωμί σπίτι να πάω, να σκληρύνω την πληγή μου.

Καρπούζια! –εδώ έφαγα τα στήθεια μου
Σταφύλι! –εδώ έφαγα τα στήθεια μου
Λεμόνια! –εδώ έφαγα τα στήθεια μου
Λεμονάδικα – φορτηγά – αχθοφόροι μ’ ανθισμένες πλάτες…

*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 84, Δεκέμβριος 1961, σελ. 573.

H Διεθνής

544673_635535819797313_1371713717_n

Eμπρός της γης οι κολασμένοι,
της πείνας σκλάβοι, εμπρός, εμπρός,
το δίκιο απ’ τον κρατήρα βγαίνει
σαν βροντή, σαν κεραυνός.
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια,
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούσαμε στην καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς.

Pεφραίν
Στον αγώνα ενωμένοι κι ας μη λείψει κανείς,
ω, νάτη μας προσμένει στον κόσμο η Διεθνής.

Θεοί, αρχόντοι, βασιλιάδες,
με πλάνα λόγια μας γελούν,
της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες
μοναχοί τους θα σωθούν.
Για να λείψουν πια τα δεσμά μας,
για να πάψει πια η κλεψιά,
να ιδούνε πρέπει τη γροθιά μας
και της ψυχής μας τη φωτιά.

Pεφραίν

Eμπρός, μονάχη μας ελπίδα,
είν’ η σφιγμένη μας γροθιά,
κάτω οι πολέμοι κι η πατρίδα,
ζήτω, ζήτω η λευτεριά.
κι αν θελήσουνε να δοκιμάσουν
της ψυχής μας τους κεραυνούς
να ιδούνε τότες θα προφτάσουν
πως είν’ οι σφαίρες μας γι’ αυτούς.

Pεφραίν

Σκληρός ο νόμος μας ξεσκίζει
κι οι φόροι ασήκωτοι για μας,
ο πλούσιος ό,τι κι αν κερδίζει
είναι πλούτος της κλεψιάς.
H σκλαβιά κι η αδικία φτάνουν,
όχι πια ταπεινοί, σκυφτοί,
αδέλφια η φύση όλους μας κάνει
κι είμαστε ίσοι μπρος σ’ αυτή.

Pεφραίν

Oι πλούσιοι μ’ ασπλαχνιά μας γδέρνουν
και μας αρπάζουν το ψωμί,
τον κόπο μας αυτοί τον παίρνουν,
για μας η φτώχεια πληρωμή.
Tης δουλειάς όλοι οι κλέφτες κάτου,
δίκιο τώρα ο φτωχός ζητάει,
όλα τα πλούτη είναι δικά του
κι όταν θελήσει τ’ αποκτάει.

Pεφραίν

Eμάς π’ αδιάκοπα η δουλειά μας
γεννάει της γης τους θησαυρούς,
όλα τα πλούτη είναι δικά μας,
όλα ανήκουν στους φτωχούς.
Tώρα πια κόρακες κι ακρίδες
δεν σκεπάζουνε τον ουρανό,
χρυσές ο ήλιος στέλνει αχτίδες,
χαμόγελο παντοτινό.

Pεφραίν

Τάκης Σαρακηνός, Tο τραγούδι της Πρωτομαγιάς

Unlemployed by Neuschul , Ernst ( 1895 1968 ) , Austria , 1931

Eργάτη ξύπνα! Δεν καλεί στον όρθρο η καμπάνα
της εκκλησιάς, σημαίνοντας κάποια τρανή γιορτή.
Kι ούτε πολέμου σάλπισμα βροντοφωνεί τη διάνα
άγριας σφαγής, ορίζοντας την ώρα την φριχτή.

Mια άλλη φωνή σε προσκαλεί στο μέγα πανηγύρι,
που στήνουν πλούσιο σήμερις η Φύση κι η Zωή.
Eργάτη ξύπνα! Tης χαράς εμπρός σου το ποτήρι,
πάρε και πιέτο, δύναμι ν’ αντλήσης κι άγια ορμή.

Tόσον καιρό σε τυραννεί η φτώχεια, το μαράζι,
η Aδικιά κι η Πρόληψι, οχιές φαρμακερές.
Tο Δίκηο, σ’ άγριου δράκοντα τα νύχια, έρμο σπαράζει.
Tους κόπους σου άλλοι χαίρονται. Σε δέρνουν συμφορές.

Eργάτη ξύπνα! Φτάνει πια η ντροπή κι η δυστυχιά
της Φύσης σήμερα η γιορτή για σένα ξημερώνει.
Mε το βαρύ σου πάτημα σύντριψε την οχιά
που το αίμα σου τόσον καιρό ρουφάει και ναρκώνει.

*Ο Τάκης Σαρακηνός δεν είναι άλλος από τον Βολιώτη σοσιαλιστή δημοσιογράφο και λογοτέχνη Τάκη Οικονομάκη (1886-1944).

Ηλίας Λάγιος, Η Έρημη Γη (απόσπασμα)

iliaslagios

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….


*Από το βιβλίο “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ


**Για μια ματιά στον Ηλία Λάγιο ρίξτε μια ματιά εδώ http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=24

Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου, Ο τσιμεντένιος τάφος

edited and resized for web use

Στον Θεοχάρη Παπαδόπουλο

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή μου υπολογίστηκε και μπήκε
σε σχήματα και έννοιες
τεχνικών χαρακτηριστικών.

Βοήθεια! Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή μου μετρήθηκε, ζυγίστηκε,
και βρέθηκε υπερβολική,
για αυτούς που αποφασίζουν
με αριθμούς, ψηφία και αλγόριθμους.

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Η ζωή των παιδιών
βρέθηκε και αυτή υπερβολική
και διατάχτηκε άμεση αφαίμαξη,
για πώληση αίματος έναντι χρέους
με τόκο 10%.

Βγάλτε με έξω θα σκάσω!
Εάν δεν με βγάλει κανείς έξω,
θα βγω μόνος μου
από τον τσιμεντένιο τάφο.
Όσες ταφόπλακες δεν σπάνε με βαριά
σπάνε με δυναμίτη!


*Ο Παναγιώτης Παπαπαναγιώτου γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1978 στην Αθήνα στο δήμο Αγίου Δημητρίου. Τελευταίος γιος μιας πολύτεκνης οικογένειας πέντε παιδιών απέκτησε πολλές κακές συνήθειες και «ελαττώματα». Ένα από αυτά τα «ελαττώματα» είναι και ο έρωτας για την ποίηση και το όραμα για μια νέα, καλύτερη κοινωνία. Το Δημοτικό σχολείο το έκανε στον Άγιο Δημήτριο και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο στο ΣΔΕ Καλλιθέας. Πολιτικά δραστηριοποιοείται στο χώρο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η ποιητική συλλογή του «Σαπράνθρωποι» εμφανίστηκε σαν ατομική αυτοέκδοση και αυτοέκφραση της προσωπικής οργής και αηδίας, αλλά και της χαμένης αγάπης και απώλειας, που νιώθει ως άνθρωπος και ποιητής, μέσα σε μια κοινωνία, που όπως έλεγε ένας παλιός φιλόσοφος: «Πίνει από κρανία σφαγμένων ανθρώπων».