Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα

!cid_1343909393_8025_3_thumb[2]

Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;

Σβήνω όλες τις συμπάθειες- οι αντιπάθειες που απομένουν
Με κρατούν ζωντανό, πρέπει να αμύνομαι
Πυροβολώντας κάποτε και στα τυφλά
Φτάνει του ενστίκτου μου το φως να διασώσω
Που θέλει δικαίωση.
Των οστών το τρίξιμο, της ηλικίας η υποταγή
Χέρια και πόδια κουρασμένα· και να γίνεται
Βράδυ πρωί μια αγωνία πάλι πάλι,
Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;
Η πένα γδέρνει το χαρτί, η λέξη μπουσουλάει
Τρέμει το νόημα και χάνεται
Έαν δεν βρει ευήκοο ακροατή.
Απ’ την αγρύπνια φώσφορο έχουν τα μάτια, οι ώρες συνθλίβονται
Κάτω από την επήρεια του φουρκισμένου καιρού.
Βλέπω την εικόνα που με λυπεί: οι κοινωνίες αποδιοργανώθηκαν
Ξεχνώντας τι είναι μουσική και τι απλά μόνον θόρυβος.
Ονειρεύομαι μια λεπτή σιγή που ο ήλιος θα ανατέλλει σαν νόμισμα που εξαργυρώνεται
Απ’ όλους.
Ονειρεύομαι δίνοντας βάση στις πολλές ουτοπίες μου.
Ονειρεύομαι τεντώνοντας κι άλλο το τόξο που σημαδεύει
μες το μέλλον και ζητά
στεντόρεια φωνή του ποιητή που λείπει..

Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά

Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά κι αν δεν προσέξεις
καίει τα σύμπαντα που είναι γύρω σου, δεν θα προλάβεις
να πεις ούτε “ε” , θα σου αφήσει
τον πόνο της
ως και στις λέξεις,
όπως γράφεται
στα μάτια ενός παιδιού που του στερήσανε
οι εργολάβοι της πλεονεξίας το μέλλον..

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο τυ Στρατή Παρέλη στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Nanja Noterdaeme, Δεν ξέρουμε τι ήταν

images

Δεν ξέρω τι ήταν
μια μέρα που πήγα
να σε πάρω
σε βρήκα στις
φαγωμένες σκάλες
στο υπαίθριο θεατράκι

Δεν ξέρουμε αν ήταν
εντελώς ανώδυνη,
η βροχούλα που δάκρυσε
γιατί
η σιωπή μετά τη καταιγίδα
μου έλεγε

δεν ξέρουμε γιατί
η μικρή βροχή
μου έλεγε τόσο απαλά
ότι περνάει
η ζωή
ότι είμαστε μόνοι.

Δύσκολα τα λόγια
δύσκολες οι αγάπες,
δύσκολη η δουλειά
που σαν μονοτονία
μας θλίβει και μας
κλέβει την ενέργεια.

Από μακριά πατριάρχης
πάντα φαίνεσαι
κι εγώ
που πλέον δεν είμαι βασίλισσα
ακούω τη βροχή να κλαίει.

Αργύρης Χιόνης, Το ωραίο καλοκαίρι (Επανόρθωση)

mqdefault

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο ακίνητο ένα καλοκαίρι φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε; κανείς δεν ξέρει

*Από τη συλλογή “Λεκτικά Τοπία” (1983).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ένα παιδί στα βάθη του ύπνου σας

6079343945_2f4f029be3_z

Στα βάθη του ύπνου σας
ενώ αμέριμνα κοιμάστε
γλιστρώντας ο μικρός Σταύρος
ως κάτω καταδύεται.
Ξεφορτώνοντας θρήνους
πόθους μετέωρους
φέτες ερωτηματικά
ρημαγμένους μετρώντας
όσους θερίζει η πείνα κι η μηχανή
όσους σβήνει η μαύρη βροχή και η τρέλα

επίμονα
επίμονα
εξαντλητικά
μ’ ένα τραγούδι χαιρετάει
σ’ ένα τραγούδι πνίγεται
χωρισμένος στα δυο
στα τρία
στα τέσσερα στα χίλια τέσσερα
μέσα σε πορφυρά βεγγαλικά
πανσέληνα μπαλόνια παιχνίδια
και θαύματα.

Αθανάσιος Κριτσινιώτης, Τρομοσκόπιο

images

Μια νέα γυναίκα ξυπόλητη
καπνίζει τσιγάρα με τα δυο της χέρια
ένας τεράστιος Σκορπιός
τρώει ανθρώπους
Σε μια νοθευμένη ζυγαριά
ζυγίζουν αίμα
το βρίσκουν λίγο ο Υδροχόος, πεθαίνει από δίψα
κόκκινες φλόγες
καίνε τις νότιες πόλεις
ο Τοξότης έχει μια τρύπα στο στήθος.

Εουτζένιο Μοντάλε, Μεσόγειος

images

Να μπορούσα τουλάχιστον να κλείσω
Σ’ αυτό μου το ρυθμό που αγκομαχά
Κάτι απ’ το παραμιλητό σου·
Να μου δινόταν να ταιριάσω
Στις δικές σου φωνές την τραυλή μιλιά μου,-
Εγώ που ονειρευόμουν να σου κλέψω
Τα λόγια τ’αρμυρά Όπου φύση και τέχνη γίνονται ένα
Για να διαλαλήσω πιο καλά τη μελαγχολία μου
Γερασμένου παιδιού που δεν έπρεπε να συλλογάται.
Κι ωστόσο δεν έχω άλλα απ΄τα φθαρμένα γράμματα
Των λεξικών, και τη σκοτεινή
Φωνή που για έρωτα μιλεί, σβήνει
Γίνεται αξιοθρήνητη φιλολογία.
Δεν έχω άλλα από τα λόγια αυτά
Που σαν δημόσιες γυναίκες
Προσφέρονται σ’ όποιον τις θέλει·
Δεν έχω άλλες απ’ τις κουρασμένες τούτες φράσεις
Που κι αύριο μπορεί να μου τις κλέψουν
Ρέμπελοι φοιτητές γι’ αληθινούς στίχους.
Κι η βοή σου αυξαίνει κι απλώνεται
Γαλάζιος ο νέος ίσκιος.
Μ’ αφήνουν οι σκέψεις μου για δοκιμή.
Αισθήσεις δεν έχω, ούτε νου. Δεν έχω όρια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Νικολαρεΐζης

Κ.Π. Καβάφης, Το Σύνταγμα της Ηδονής

91

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.

Όλοι οι νόμοι της ηθικής – κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι – είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

*Από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; – 1923, Ίκαρος 1993). Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του Γιάννη Κεφαλληνού.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ραγισμένο Ταμποῦρλο

dff6a7aaxy9ov04hjxntv58pnqm5npji94iqvngcskkq4trptirqcyd5i487pug

ΙΙΙ
Ἀνάσαινα τὸ δέρμα σου εὐλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στὰ βλέφαρα ὁ ἥσυχος λυγμὸς
ὅταν κουράστηκε ἡ φωνὴ καὶ βρῆκε μαξιλάρι
ὅταν ἡ μέρα ἐράγισε καὶ βούλιαξε τὸ φῶς
Ἔχασα τοὺς συντρόφους μου μὲ πῆρε ἡ λησμονιὰ
μὲ πῆρε ἡ γλυκιὰ βροχὴ τὸ μαλακὸ σκοτάδι
ἔχασα τοὺς συντρόφους μου χιονίζει λησμονιὰ
σβησμένες οἱ σημαῖες μου κι ἡ νιότη μου σαλπάρει

Τὰ ὁράματά μου ἀράζουνε ἀργὰ στὰ γόνατά σου
μικρὰ ναυάγια ποὺ διψοῦν τῆς ἄμμου τὸ φιλὶ
προσπάθειες ποὺ τέλειωσαν λιωμένη μουσικὴ
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στὰ μαλλιά σου…

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδμοσιεύονται από το ιστολόγιο Παμπάλαιο Νερό στη διεύθυνση http://pampalaionero.wordpress.com

Άννα Ιωαννίδου, Αιχμάλωτος

421068_313470125384120_100001634047392_911126_761905694_n

Τα μάτια σου μια αφορμή
να λέω καλημέρα στη ζωή,
να γεύομαι τους χυμούς της.
Τα μάτια σου ντύνουν με χρώμα κι άρωμα
τα λεπτά, τις ώρες, τις μέρες.
Στο γαλάζιο σου βλέμμα
ταξιδεύουν οι αισθήσεις,
υποτάσσονται οι αναπνοές.

Τα μάτια σου ένα ηφαίστειο
να παραδίνομαι στην λάβα του πάθους,
να βουτώ στο πυρακτωμένο ποτάμι του έρωτα.
Στο γαλάζιο σου βλέμμα
καθρεπτίζεται το πρώτο φως της μέρας,
ξενυχτά το τελευταίο χάδι της νύχτας.

Κάθε αντίσταση έλιωσε,
έγινε στάχτη.
Κι εγώ να καίγομαι στην αναμονή του φιλιού,
στον πυρετό του πόθου.
Αιχμάλωτος ισόβια στο βλέμμα σου
σε μια εθελουσία γλυκιά καταδίκη.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Το αγρίμι

479871_4417373834151_1349473627_n

Εγώ την είδα τη φωλιά του αγριμιού
στο μυθικό εξοχικό με τον πλούσιο κήπο.
Θαύμασα την τέχνη της κατασκευής,
τα μυστικά της οχύρωσης,
του ένστιχτου τη δεξιοσύνη.
Αν με ρωτήσετε για ‘κείνο το μυστικό φόβο
στο βλέμμα του οικοδεσπότη,
το τρεμούλιασμα της ρυτίδας στην ένταση της ψυχής,
την ενοχή που ντρέπεται το όνομά της,
δεν έχω τίποτα να πω.
Όλα τα ξέχασα στον πρώτο βρυχηθμό.