Σ’ αυτή την υγρή γαιώδη ανατρέψιμη μη ανατρέψιμη συστοιχία των τύμβων
Ολολύζοντας ψυχές των ποιητών και των εντόμων
Μικρή γουνίτσα πιάνεσαι
Ενώ στο χώμα η ομορφιά νικιέται
Ψυχή μου ψυχή μου
Μια αγκαλίτσα τίποτα
Κι εσύ μακριά τόσο μακριά πώς να μας βλέπεις
Με τι καινούργιες συντροφιές κι αγάπες
Με τι πείνες και δίψες της χαράς
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Angela Costi, Η ομιλία της γριάς μάγισσας
Ας γίνει γνωστό
σε όλους εσάς που έχετε αγαπήσει
τους πολλούς ή τον έναν
που οι σκιές σας έρχονται ακόμα χτυπώντας
μπαίνοντας απ’ την κλειστή σας πόρτα
με το φως του κεριού ή με το φως του δρόμου
με την αχτίδα του φεγγαριού, νυχτερινό όνειρο
που φορούν ακόμα το ίδιο πρόσωπο της Νεότητας
και φαίνονται μπερδεμένοι από τα γηρατειά σας..
Καλωσορίζουμε τις Σκιές σας
αυτές ούτε με τις κρύες ούτε με τις ζεστές φλόγες
δώσε τους τη γωνιά που τους αξίζει
για να είναι η λεπτή τριχοειδής γραμμή μια θλάση στα κόκαλά σου
αόρατη αλλά ακατανίκητη
αυτός ο βασανιστικός πόνος που σακατεύει την καρδιά σου.
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Γιάννης Ποταμιάνος, Το ρήγμα της Ανατολίας
Βγήκαν στα ξάγναντα της Πόλης
———— κι’ έσμιξαν με τους ανέμους
Να τραγουδήσουν
————— Ελευθερία κι’ Επανάσταση
Πέταξαν στα σύννεφα
—————— σαν φύλλα φθινοπωρινά
κι’ άρχισαν να πέφτουνε ξανά
—————— με τη βροχή της άνοιξης
φέρνοντας μαζί τους βροντές, κραυγές
—————————- και κεραυνούς
Έτσι που να θεριεύει ουρανός
———————— και να τρομάζουν
οι σιδερόφρακτοι άγγελοι με τις ασπίδες
Όχι δεν στέρεψε ο αγώνας, ρέει
——– μέσα απ’ τα ρήγματα του τείχους
που λάθρα χτίσανε ολόγυρά μας
Δείχνει το δάχτυλο του καιρού
————- προς τη μεριά του πλήθους
Ιαχές εφόδου ακούγονται
————— απ’ τις μεγάλες πολιτείες
Δείχνει το δάχτυλο του καιρού
———- τους αιμοστάλακτους ρήτορες
να μιλάνε πλέον με τα μάτια
Δείχνει τη σιωπή πίσω απ’ το οδόφραγμα
αυτού που περιμένει η δόξα
———————– να τον στεφανώσει
Βγήκαν στα ξάγναντα της Πόλης
———————- πολύχρωμα πουλιά
Πέταξαν στον ουρανό τα όνειρα
του άνεργου
——- του φοιτητή, του μεροκαματιάρη
που βγήκαν στο Βόσπορο
ατρόμητα δελφίνια
——————- να κυνηγήσουν ελπίδα
Αυτό το καλοκαίρι βλύσματα ρωγμών
—- στο σεισμογόνο ρήγμα της Ανατολίας
προειδοποιούν ένδοξες δονήσεις
4 Ιουνίου 2013
Κ.Π. Καβάφης, Θυμήσου, Σώμα
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
*Από τα Ποιήματα 1897-1933, εκδ. Ίκαρος 1984.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
Νοσοκομείο εκστρατείας
Αδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια
Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία
Τα σύνορα είναι κλειστά- τι περιμένω
Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά
Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι
ν’ αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία
να με ξεπλύνεις απ’ την περασμένη άνοιξη
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω
Νίκος Γ. Λυκομήτρος, Τελευταία προειδοποίηση
Πίσω ἀπὸ τὶς κλειδωμένες πόρτες
ἡ Ζωὴ ξιφουλκεῖ
ἐναντίον τοῦ Θανάτου
σὲ μιὰ ἀέναη μάχη στὸ χωροχρόνο.
Τὰ πάντα κρέμονται ἀπὸ μιὰ κλωστή.
Ἡ Πτώση ἀπέχει ἀπὸ τὴν Ἐπιβίωση
ὅσο τὸ στόμα τοῦ νεοσσοῦ
ἀπὸ τὸ στόμα τῆς μάνας ποὺ τὸν ταΐζει.
Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχει τροφὴ γιὰ ὅλους
καὶ ἂν θὰ ὑπάρχει πάντα
ἕνας ἀπὸ μηχανῆς Θεὸς
νὰ σώζει τὴν κατάσταση.
Ναζίμ Χικμέτ, Γράμματα από τη φυλακή
Αφιερωμένο στον εξεγερμένο λαό της Τουρκίας
Απερίγραπτη λένε, η φτώχεια της Ισταμπούλ
Η πείνα θερίζει τους ανθρώπους
Βουλιάζουν λένε στο χτικιό
Κι οι κοπελίτσες, έτσι λένε,
Στα θεωρεία του σινεμά και στα χαλάσματα
Για την αληθινή μου Ισταμπούλ
Την πολιτεία που μένεις πολυαγαπημένη μου
Την πολιτεία που κουβαλάω
Πάνω στους ώμους μου
Μες στο σακί μου
Από εξορία σε εξορία
Από φυλακή σε φυλακή
Ζυλ Βαλέ, Ο ξεσηκωμένος
Στη μνήμη της Παρισινής Κομμούνας του 1871
Ω! μεγάλο Παρίσι!
Δειλοί που ήμασταν, μιλάγαμε κιόλας
να σε εγκαταλείψουμε και να απομακρυνθούμε
από τα προάστιά σου που νομίζαμε νεκρά!
Συγνώμη! Πατρίδα της τιμής, πολιτεία
της σωτηρίας, σχεδία της Επανάστασης!
Ό,τι και να γίνει, έστω και αν νικηθούμε πάλι
και πεθάνουμε αύριο, η γενιά μας παρηγορήθηκε.
Πληρωθήκαμε για είκοσι χρόνια αγωνίες κι αποτυχίες.
Σάλπιγγες! Ηχήστε στον άνεμο!
Τύμπανα! Χτυπήστε στους κάμπους!
Φίλησέ με σύντροφε, που έχεις σαν εμένα γκρίζα μαλλιά!
Κι εσύ πιτσιρίκο, που παίζεις γκαζές πίσω από τα οδοφράγματα
έλα νε σε φιλήσω κι εσένα!
Η 18 Μάρτη σε έχει σώσει, χαμινάκο.
Θα μπορούσες να μεγαλώσεις σαν εμάς μέσα στην ομίχλη,
να τσαλαβουτάς στη λάσπη,
να κυλιέσαι στο αίμα,
να πεθαίνεις από ντροπή,
να νιώθεις τον ανέκφραστο καημό των ατιμασμένων!
Τελείωσε! Ματώσαμε και κλάψαμε για σένα.
Θα καρπωθείς την κληρονομιά μας.
Γιε των απελπισμένων, θα είσαι ένας ελεύθερος άνθρωπος!
1881
*Ο Ζυλ Βαλέ (Louis Jules Vallès, Le Puy, 10 Ιουνίου 1832 – Παρίσι, 14 Φεβρουαρίου 1885) ήταν Γάλλος μπλανκιστής σοσιαλιστής επαναστάτης του 19ου αιώνα, συγγραφέας και δημοσιογράφος, κομμουνάρος και ιδρυτής των εφημερίδων «Ο Δρόμος» («La Rue»), «Ο Λαός» («Le Peuple») και «Η Κραυγή του Λαού» («Le Cri du Peuple»).
Μανώλης Αλιγιζάκης, Πίνακας
Χαμογελαστό ρυακάκι
ραμμένο στο πορτοκαλί χώμα.
Γελάκι απλωμένο στα χείλη της,
στήθος προκλητικά στητό,
παντοτινά γλυκό
κι εκθεμένο στα στοιχεία της φύσης.
Ομορφιά δαγκωμένη απ’ το χρόνο.
Χαμογελαστό ρυακάκι
ραμμένο στο πορτοκαλί χώμα.
Λεκάνη απλωμένη στον καμβά,
χείλη ελκυστικά, γλυκά
κολλημένα στον πόνο ταξιδιού.
Κατά κάτω στη σάρκα του τώρα.
Κι ο μεγάλος πατέρας,
ο γεροπόταμος,
δυο πόδια ενωμένα εκεί
το νόημα που εξαφανίζεται
κι η φύση κουμαντάρει, σαν
το ζωγράφο που στέκει
κι ατενίζοντας τον πίνακα
λέει με βιάση—
Την άλλη φορά θα ζωγραφίσω
τον Ερμαφρόδιτο.
*Από τη συλλογή “Φυλλοροές” Εκδόσεις Ένεκεν, 2013.









