Carlos Pellicer, Deseos / Επιθυμίες

bacon_triptych1973

Τροπικέ, γιατί μού’δωσες
χέρια βουτηγμένα μες στο χρώμα.
Ό,τι κι αν αγγίξω
μ΄ήλιο θα γιομίσει.
Στα μαλακά τα βράδυα τόπων αλαργινών
θα περάσω με τους θορύβους μου σαν γυαλί στραφταλιστό.
Άσε με μόνο μια στιγμή
Να πάψω νά ‘μαι χρώμα και κραυγή.
Άσε με μόνο μια στιγμή
ν’ αλλάξει κλίμα η καρδιά,
να πιώ το ημίφως τού έρημου,
να σκύψω σιωπηλά από μπαλκόνι μακρινό,
να βυθιστώ στον μανδύα λεπτών πτυχών,
να διαχυθώ στην όχθη ευλάβειας απαλής,
να χαϊδέψω γλυκά τα ίσια μαλλιά
και να γράψω με γραφίδα λεπτότατη τη δική μου περισυλλογή.
Αχ! και νά ‘παυα μόνο μια στιγμή
να ‘μαι ο Βοηθός στο Πεδίο του ήλιου!
Τροπικέ, γιατί μου ‘δωσες
χέρια βουτηγμένα μες στο χρώμα!

*Από τη συλλογή «Πέτρα των θυσιών» (Piedra de sacrificios), 1924
**Μετάφραση © Αμαλία Ρούβαλη 2011
***Ααναδημοσιεύεται από το http://amarouv.blogspot.gr/p/blog-page_11.html

Πέτρος Γκολίτσης, Τρεις όγκοι

971759_201180930031468_1028799960_n

Τη μέρα του θανάτου μου
αναστήθηκα και ονειρεύτηκα
πως κάποτε υπήρξα

Ξεψυχισμένοι όγκοι
συρρικνώνονταν και έσβηναν

—————————————

Ήμουν σκιά
καμωμένη από φως
κάπως υπήρχα

Οι ά γγε λ οι βγά ζαν φτε ρά
τα τρι αντά φυ λλα φύ λλ α
κι εγ ώ – περ πατώ ντας – ποι ή μα τα

—————————————

Ήμουν κάποιος που έγραψε
που πέταξε χρώματα
ίσως να άνθισα
θύμιζα υγεία

Ό,τι έκανα χανόταν
ό,τι ήμουν πέθαινε
Χώμα

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009 (σελ. 35).

Grant Caldwell, People go to the racetrack

tumblr_m6d0bj4mpn1r0662ho1_400

20 years ago
when I didn’t know much
I was asked where I stood
and I said I stood nowhere.
So I was asked
what if I was forced
to stand somewhere
and I said
if I was forced
I’d stand with the socialists
the communists.
Well,
one of my friends wanted to kill me,
and a bunch of them wanted
to track me down
and beat me up,
and another
kept asking me
for the next two years
how my North Vietnamese mates were;
and another friend
the wisest friend I knew then, said,
all I know is
there’s lots of people
escaping from the East to the West
but none going the other way.
And I had no answer to that
thought I just felt
there had to be something wrong with it
and I’ve thought about it
on and off
this last 20 years
and now
I know even less than then
I just thought of an answer:
people go to the racetrack
but it doesn’t mean they win.

*Ο Grant Caldwell είναι Αυστραλός ποιητής με βάση τη Μελβούρνη. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πολιτικο-λογοτεχνικό “Overland” (τεύχος 125) 1991.

Fernando Pessoa, Από τα ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρτο Καέϊρο

969958_201176216698606_791576077_n

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου

Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία

Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,

Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.

Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά

Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας

Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.

Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα

Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

Paul Eluard, Κριτική της ποίησης

480_1_1a_Paul_Eluard_augraundjoura

Μισώ τούτη την εποχή της βασιλείας των αστών
τη βασιλεία μπάτσων και παπάδων
μ’ ακόμα περισσότερο μισώ τον άνθρωπο αυτόν που δεν την μισεί
καθώς εγώ
μ’ όλες του τις δυνάμεις.

Και φτύνω στη μούρη σου άνθρωπε μηδαμινέ, από τη φύση πιο μικρέ,
που απ’ τα ποιήματά μου όλα, εσύ προτιμάς τούτη την Κριτική
της ποίησης.

*Από τη συλλογή “Η άμεση ζωή” (1932). Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Κουσούρια στη διεύθυνση http://kousouria.blogspot.gr

Anne Sexton, Νυχτερίδα

_sexton

Το απαίσιο δέρμα της
τεντωμένο από κάποιον έμπορο
μοιάζει με το δικό μου, εδώ, ανάμεσα στα δάχτυλα,
σαν κάποιου είδους υμένα, σαν του βατράχου.
Σίγουρα όταν γεννήθηκα το πρόσωπό μου ήταν μικρούλι
και σίγουρα πριν γεννηθώ μπορούσα να πετάω.
Όχι καλά, υπ’ όψιν, μόνο ένα πέπλο δέρματος
από τα μπράτσα μου ως τη μέση.
Πετούσα και τη νύχτα. Νύχτα να μη με βλέπουν
αλλιώς θα με χτυπούσαν.
Ίσως τον Αύγουστο, καθώς τα δέντρα υψώνονταν ως τ’ άστρα
πετούσα από φύλλο σε φύλλο μες το πηχτό σκοτάδι.
Αν μ’ έπιανες με το φακό σου
θα ‘βλεπες ένα ροδαλό πτώμα με φτερά,
έξω, έξω απ’ την κοιλιά της μάνας του, γεμάτο τρίχες
και τραχύ, να πετά πάνω απ’ τα σπίτια, τους στρατώνες.
Γι αυτό με μυρίζουν τα σκυλιά του σπιτιού σου.
Ξέρουν ότι είμαι κάτι που πρέπει να πιαστεί
κάπου στο κοιμητήριο που κρέμομαι ανάποδα
σαν μισερός μαστός.

*Από το βιβλίο Anne Sexton, Ποιήματα, εκδ. Printa. Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”

8-620x620

XLI

Τώρα τα μάτια μου βαραίνουν
τώρα οι πληγές δε ματώνουν
τώρα ο χρόνος λύνεται
τώρα πλέω.

Πιάσε το χέρι μου.
Θα πάμε στην κρήνη όλων των παραμυθιών,
στο λίκνο της φαντασίας.

Όπου η αλήθεια είναι πιο αληθινή από ποτέ.

*Από την ποιητική συλλογή του Αλέξη Αντωνόπουλου “Σκοτάδι” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Σπύρος Μαρούλης, Εισπνοή πιανίσιμο, πάμε, έεεεεεεενα…

408401_569832263051256_1767456179_n

Εισπνοή πιανίσιμο, πάμε, έεεεεεεενα…

Κωδωνοκρουσίες συνεχείς, της καταπιεσμένης οργής, του ανέκφραστου
και παρεξηγημένου πάθους, του ακούραστου χρόνου, της έφιππης αδικίας…
Έχω βαρεθεί να μαστιγώνω το ευτελές σαρκίο μου,
για να μπορέσω -με ευκολία- να δικαιολογήσω
το φιάσκο του μέλλοντος εναγκαλισμού.
Τα μάτια μου στην ευθεία, κοιτούν
τα λικνιζόμενα μισάνοιχτα μπούστα των γυναικών,
ζηλεύω το αεράκι
αόρατο και συνεπώς ασύλληπτο
θωπεύει και μαγαρίζει τα κοριτσάκια
χάνοντας όμως απ’ τη ζαλάδα του,τον προορισμό του.
Σφίγγω στα χέρια μου το κόκκινο μαντήλι του ιδρώτα,
του πιστού συντρόφου σε πόνο, αγωνία, έξαψη, οργή, αγώνα, κατάρρευση.
Θυμάμαι τη συμβουλή της γιατρίνας μου ”never give up”.

Εκπνοή κρεσσέντο, πάμε,
δύυυυο…..

*Παρμένο από τη σελίδα του Σπύρου Μαρούλη στο facebook.

Έκτωρ Κακναβάτος, Δύο ποιήματα

Πίνακας του Vincent van Gogh

Πίνακας του Vincent van Gogh

«σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει»

Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός
μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις
μεσ’ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.
Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις
χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.
Κι αν το νόημα είναι του βυθού;
Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι
ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;
Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ
για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα…

(ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ ΠΑΝΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ
σπουδή στο γνώθι σαυτόν των ποιητών)

Κι αν ακόμη το νόημα είναι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου…
μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις
μέσα από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο
Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ
Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις
χαράδρα η μνήμη μάγμα απέραντο η οργή

*Από τη συλλογή “Η κλίμακα του λίθου”
**Εδώ ο Έκτωρ Κακναβάτος διαβάζει ένα ποίημά του http://www.youtube.com/watch?v=z6OruzKXBWo

Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα

557880_564127443597799_667306758_n

Ἔρημος σὰν τὴ βροχή

Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μέσ᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Νεότερος

[…] Αἰσθάνομαι μόνος
ἀφοῦ δὲν ἔχει δεύτερη ζωὴ ν᾿ ἀλλάξουμε
καὶ τὸ φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ἴδιο.
Σύντροφε οὐρανὲ
ἄλλοτε ἡ ἐλπίδα φεγγοβολοῦσε στὰ χέρια
κοιτάζω τὸ σῶμα βρίσκω τ᾿ ὄνειρο
πάει κ᾿ ἡ ἀγάπη
χάνεται
σὰν τὸ νερὸ στὴν πέτρα.
Τί εἶναι πιὰ ἕνα δέντρο τί εἶναι τ᾿ ἀσημένια φύλλα;
Μέσ᾿ στὴν ὁρμὴ τῆς ἐρημιᾶς γινόμαστε διάφανοι.