Κώστας Καρυωτάκης, Ανδρείκελα

377899-z giorgio-de-chirico-hector-et-andromache

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

*Από τη συλογή “Ελεγεία και σάτιρες”, 1927.

Nanja Noterdaeme, Απουσία 2

together-by-dagmar-zupan

Τα ποιήματα
στις σελίδες
Κύματα
κρυμμένης
σιωπής
Ο φόβος του σκότους
αποτυπώνει
μια επιθυμία.

Η απουσία σου
αβάσταχτη

έκλεισε
τα μάτια μου.

Πάνος Σταθόγιαννης, Τρεις φωτογραφίες με την Κατερίνα

7978_684264901599632_871970760_n

α.
Ρήματα που ’χει η γλώσσα μου και πώς τσιρίζουν (καρβουνάκια, τ’ άτιμα)
σβήνοντας στα υγρά σου. Αλαφιασμένα αλλάζουνε πλευρό τα κατοικίδια του
ύπνου μου και τα χαλκώματα όλα από τη μέσα τη μεριά να πρασινίζουν. Θηρίο
κάποτε ο Αβεσσαλώμ, τώρα μηδίζει στο βυθό της Διαθήκης μου, γαία και ύδωρ
παραδίνει στην οξείδωση. Η κόμη του στις ξόβεργες – τόσα λυκόπουλα τούτο το
βράδυ θα γιορτάσουν.

Ανάθεμά σε.

Θαμπή σε βλέπω, ασπρόμαυρη, πίσω απ’ το φράχτη. Μαχαίρι πέτρινο,
γρανιτομάχαιρο – ακόνισε το κι άλλο, να μη στομώνει κατεβαίνοντας βαθιά στους
σπόνδυλους. Ιέρεια, ιέρεια εσύ, του πολυθεϊσμού μου η σκληρότατη.

Χρονάκια δέκα πέρασαν μες στο νερό, κι ακόμη αυτός ο σφάχτης στο πλευρό
αριστερά, σύνδρομο πόλης λεηλατημένης
– ανάσα δεν πήρα.

β.
Το σώμα σου, ας πούμε – βαρυχειμωνιά έξω από το Σεράγεβο, και τα καθέκαστα
παρόντα αδιαλείπτως. Παντού μπακίρια και προβιές, και δεν γνωρίζω – ομίχλη
είναι τούτο το παρείσακτο λευκό για οι καμινάδες μέσα συνδαυλίζονται και
βγάζουν πράμα μπόλικο, να μου σαλέψει. Ποζάρω αμίλητος, καθώς ’τοιμάζεις
ευρυγώνιους φακούς και φίλτρα. Το χιόνι μού ’φτασε ως τη μέση κι όλο
ανεβαίνει. Θα με χωνέψει – βιάσου. Δίπλα, με τρίχα όρθια, το χαζοφέγγαρο – τι τό
’πιασε και αλυχτάει; Σε τρέφουν οι ευφημισμοί, το ονόμασες ‘‘λυκόσκυλο των
ποιητών’’, το χαϊδεμένο μου.

Κατερίνα,
ετούτη η παγωμένη πόζα θα μαραθεί μες στα συρτάρια σου. Ανάμεσα σε γάζες
του Ερυθρού Σταυρού, νάρθηκες, τελεσίγραφα. Θα ξεθωριάσει. Συχνότερα να
την ποτίζεις

– δεν σε ξέχασα.

Έγκλειστος στους ροδώνες αύριο, την άνοιξη και το λιανό καλοκαιράκι, ένοχος
θα ‘μαι, εσαεί, ολομόναχος – τη χάρη σου προσκυνώ. Πώς αληθευουν μία μία οι
προφητείες. Εμένα μου ‘λαχε εκείνη που κι ανάποδα ματώνει.

γ.
Μπαινοβγαίνω στις σπηλιές σου άοπλος.
Σημαίνει ότι έχω πιάσει φιλίες με τις αρκούδες σου.

*Από την ποιητική συλλογή “Νότια Θηρία” – τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, λιθουανικά) του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000. Τη μετάφραση στα αγγλικά έκανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στα λιθουανικά η Ντάλια Σταπονκούτε. Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Πάνου Σταθόγιαννη στο facebook.

Franz Kafka, Όρθια τ’ απομεινάρια

ΚΑΦΚΑ

– 130 χρόνια από τη γέννηση του Franz Kafka –

Όρθια τ’ απομεινάρια,
τα λυμένα απ’ τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά. Λαχτάρα μου ήταν τ’ αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ’ όλα αυτά πεθαίνω σ’ ένα μικρό φυλάκιο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.

*Από το βιβλίο Franz Kafka, “Η πληγή και η λέξη”, μτφ. Νίκος Βουτυρόπουλος, εκδόσεις Σαιξπηρικὸν 2012

Θεοδώρα Πουλοπούλου, Χαρτί

words-1

Χαρτί μου-
Πιστέ μου Φίλε,
Πόσα μοιραστήκαμε;

Πότε αφαιρούσες εσύ
το φορτίο της ψυχής μου
όταν μου δάνειζες
το λευκό σου σώμα
ν’ακουμπήσω τις πέτρες
που βάραιναν
την ύπαρξή μου,
με σημειώσεις, εξερευνήσεις,
πειράματα,παράπονα
καμιά φορά…
Γράφοντας, αδειάζοντας,
σβήνοντας πολλές φορές-
γινόμουνα εγώ το χαρτί-
κενό,
προσωποποιημένο.

Continue reading →

Άρης Αλεξάνδρου, Μέσα στις πέτρες

images

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μοναχός του
στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω
σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα
μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες
μες στις πέτρες.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα (1941-1974), έκδο Ύψιλον/Βιβλία, 1978.

Στρατής Παρέλης, Ο Μέγας Σκηνοθέτης του Σύμπαντος

8578_10200105877703672_1800529538_n
 
Μια υπόκωφη ζέστη
Βαθιά όσο το φως του ήλιου που δύει
Μια μουσική ντελικάτη
Των πουλιών
Κρότοι χαρούμενοι κάτω από την λεύκα
Περιστέρια ιλαρά
Ταξιδεύουν ταξιδεύουν
 
Μαζί τους πάω κι εγώ
Όπως το θέλει ο ενεστώτας μου
Πατρίδες μου ορίζω τις ριπές του ανέμου
Λίγες και ακριβές
 
Ο Μέγας Σκηνοθέτης του Σύμπαντος
Ακουμπά τις ελπίδες του
στην καρδιά μου…

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com
 

Κ. Καβάφης, Δύο ποιήματα

images

ΩΡΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Οι ευτυχείς την φύσιν βεβηλούσι.
Της λύπης είναι τέμενος η γη.
Aγνώστου πόνου δάκρυ στάζει η αυγή·
αι ορφαναί εσπέραι αι χλωμαί πενθούσι·
και ψάλλει θλιβερά η εκλεκτή ψυχή.

Aκούω στεναγμούς εν τοις ζεφύροις.
Βλέπω παράπονον επί των ίων.
Aισθάνομαι του ρόδου αλγεινόν τον βίον·
μυστηριώδους λύπης τους λειμώνας πλήρεις·
κ’ εντός του δάσους του πυκνού λυγμός ηχεί.
Τους ευτυχείς οι άνθρωποι τιμώσι.
Και τους υμνούσι ψευδοποιηταί.
Aι πύλαι, πλην, της φύσεως είναι κλεισταί
εις όσους αδιάφοροι, σκληροί γελώσι,
γελώσι ξένοι εν πατρίδι δυστυχεί.

Ο ΟΙΔΙΠΟΥΣ 
 
Εγράφη έπειτα από ανάγνωσιν περιγραφής της ζωγραφιάς
«Ο Οιδίπους και η Σφιγξ» του Γουστάβου Μορώ.

Επάνω του η Σφιγξ είναι πεσμένη
με δόντια και με νύχια τεντωμένα
και μ’ όλην της ζωής την αγριάδα.
Ο Οιδίπους έπεσε στην πρώτη ορμή της,
τον τρόμαξεν η πρώτη εμφάνισή της —
τέτοια μορφή και τέτοιαν ομιλία
δεν είχε φαντασθή ποτέ έως τότε.
Μα μ’ όλο που ακκουμπά τα δυο του πόδια
το τέρας στου Οιδίποδος το στήθος,
συνήλθε εκείνος γρήγορα — και διόλου
τώρα δεν την φοβάται πια, γιατί έχει
την λύσιν έτοιμη και θα νικήση.
Κι’ όμως δεν χαίρεται γι’ αυτήν την νίκη.
Το βλέμμα του μελαγχολία γεμάτο
την Σφίγγα δεν κυττάζει, βλέπει πέρα
τον δρόμο τον στενό που πάει στας Θήβας,
και που στον Κολωνό θ’ αποτελειώση.
Και καθαρά προαισθάνεται η ψυχή του
που η Σφιγξ εκεί θα τον μιλήση πάλι
με δυσκολώτερα και πιο μεγάλα
αινίγματα που απάντησι δεν έχουν. 

*Από τα “Αποκηρυγμένα”, Εκδόσεις Ίκαρος 1983.

Γιάννης Ρίτσος, Γκραγκάντα (απόσπασμα)

1975 gkragka.tif

(…)
Λοιπόν – εἶπε ὁ Βαγγέλης – ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἀπάτη·
λοιπὸν δὲν εἶναι μόνο ὁ θάνατος· δῶσε καὶ πάρε τὴ λέξη, τὴν πράξη· ὤχ – εἶπε

θὰ πάρουμε τὸ μερτικό μας καὶ τὸ δίκιο μας μὲ λόγο καὶ πράξη·
ὑπάρχει τὸ ὑπάρχω· ὑπάρχει συνέχεια· ὤχ·
στὰ φαρδιὰ τζάμια τῶν καταστημάτων εἶδα
τ’ ἀγάλματα ὁλάκερη στρατιά, κατεβαίναν στὴ διαδήλωση
εἶδα μαζὶ καὶ τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν ἦταν ἀγάλματα
κρατοῦσαν μεγάλα πλακὰτ μὲ συνθήματα: ψωμί, ἐλευθερία, ἔρωτας,
κρατοῦσαν σημαῖες και μικρότερα ἀγάλματα· φαινόταν
καθρεφτισμένη πάνω στὶς βιτρίνες ἡ λευκὴ παρέλαση
καὶ μέσα στὶς βιτρίνες, τὰ κόκκινα μαγιό, τὰ ψαροντούφεκα, οἱ γυάλινες μάσκες,
τὰ γαλάζια βατραχοπέδιλα
ἦταν ὡραία αὐτὴ ἡ ἀντιστοιχία
ἦταν ὡραῖο ποὺ τὴν προσέξαμε· γεννιόταν τὸ νερό· κυλοῦσε·
μεγάλωνε ἡ ρευστότητα· ἐπιταχυνόταν· κι ἄξαφνα
ἡ πρώτη ντουφεκιὰ ἡ ἀντίστροφη, ἡ δεύτερη, ἡ τρίτη·
δὲ στάθηκαν· συνέχεια, πορεία, οἱ νεκροί, τὰ παιδιά, ξεχτένιστες γυναῖκες,
οἱ δασύτριχοι ἄντρες
καὶ κάτω ἀπ’ τοὺς μεγάλους διασκελισμούς τῆς μόνης σημαίας
ἀκούστηκε ὁ Κώστας φωνάζοντας μέσα του
τί κόσμος, θέ μου, τί ἀπέραντος ὁ κόσμος
κι ὁ ἕνας σήκωσε ψηλὰ τὸ βιολί
κι ὁ δεύτερος τ’ ἄδειο κλουβὶ μὲ τὸ φλιτζάνι, τὶς βέργες καὶ τὶς δυὸ τοῦφες μπαμπάκι
κι ὁ τρίτος σήκωσε μὲ το ΄να πόδι τὴν καρέκλα
ἐπάνω στὴν καρέκλα ἦταν ἕνα τεράστιο γάντι πυγμαχίας
κρατώντας τὰ ἴδια τρία λουλούδια. Καὶ τότε τρέχοντας ἐγὼ φώναξα: Γραγκάντα
κι οἱ ἄλλοι κατάλαβαν ἀμέσως καὶ φώναξαν: Γκραγκάντα
κι οἱ ἀντίλαλοι ἀπ’ τοὺς λόφους ἀπέναντι καθὼς ἀνεβαίναμε φώναξαν:
Γκρὰ καὶ γκρὰ καὶ γκὰ καὶ ντὰ Γκραγκάντα.
Κι ἦταν ἀλήθεια Γκραγκάντα.

Ἀθήνα -Καρλόβασι, Ἰούνιος Αὔγουστος 1972

Φίλιπ Λάρκιν (1922 – 1985), Η χορτοκοπτική

larkin460

Η χορτοκοπτική σταμάτησε, δύο φορές, γονάτισα, βρήκα
έναν σκαντζόχοιρο να ‘χει φράξει τις λεπίδες,
σκοτώθηκε. Βρισκόταν στο ψηλό γρασίδι.

Τον είχα δει πριν, και ακόμα τον είχα ταΐσει μια φορά.
Τώρα, έχω καταστρέψει τον καθόλου ενοχλητικό του κόσμο
Ανεπανόρθωτα. Η ταφή δεν βοήθησε καθόλου:

Το επόμενο πρωί σηκώθηκα και αυτός δεν το έκανε.
Την πρώτη ημέρα μετά το θάνατο, η νέα απουσία
δεν είναι πάντα η ίδια, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί

ο ένας με τον άλλον, πρέπει να είμαστε ευγενικοί.
Ενώ υπάρχει ακόμη χρόνος.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης