Μαρία Σερβάκη, Το πίσω φως της μέδουσας (απόσπασμα)

nemo-ride-jelly-fish

Αγάπη μου!
Τούτη η μαβιά γραμμή
στο βλέμμα σου
που συνεχίζεται.
Τούτη η ανάλγητη ομορφιά
Που στένεψε τη νύχτα στα μαλλιά σου.

Πέφτοντας απ’ του καιρού τα χρώματα
Τοπίο ανέκφραστο ακόμα
Καθώς η πρώτη κάποτε
Αντήχησε
Ευτυχία
Στην ερημιά.
Ζη ο βυθός.
Τα σκότη εκτυφλωτικά ορίζοντας ο δαίμονας
Αυτός τα δέντρα επιστρέφει πάλι.
Μελίσσι ανθισμένο ως τι λυγαριές
Ως τα γερτά χρυσάνθεμα
Ο χρόνος μαίνεται …

Χώμα ! – καθώς το χώμα τώρα σ’ αγαπώ …
Παιδί – τώρα; παιδί; ή φεγγάρι;
Και τούτος με το φόνο γεννημένος.
Κι ο άλλος με την ομορφιά προωρισμένος.
Κ’ ευθύς αιχμάλωτη να δυναμώνει μες στα μπράτσα μου
Η λυγισμένη αυγή
άνοιξη
αίμα
από
Άνοιξη σε
άνοιξη
Τα ακατάλυτα χέρια σου
Ή
Στ’ αφηνιασμένα κλήματα
σταγόνα π’ άφησε ο νοτιάς;

*Από τη συλλογή “Ο άλλος κήπος”, 1977.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com.au/2008_07_27_archive.html

Μίλτος Σαχτούρης, Ο ουρανός

2682266532_530006de62

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

*Από τη συλλογή ¨Με το πρόσωπο στον τοίχο”.
**Ο Μίλτος Σαχτάρης διαβάζει http://www.youtube.com/watch?v=8ZaGLGQ-HrE

Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”

KARAVI+Ken-Wong

XXXIX

Τα όνειρα είναι πιο εύκολα από τη ζωή.

Μπορείς να δεις την αδελφή σου να βιάζεται
τη σπονδυλική σου στήλη να ξεριζώνεται
το αποκεφαλισμένο σώμα του γιού σου να τρώγεται
μπορείς να βιώσεις όλη την αρρώστια της Κόλασης,
αλλά σε λίγα λεπτά το όνειρο έχει τελειώσει.

Κι εσύ
στο κρεβάτι σου
με μια καινούργια ευκαιρία
να ονειρευτείς καλύτερα όνειρα.

*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι”, εκδ. Αrs Poetica, 2013.

Nanja Noterdaeme, Τρία καλοκαιρινά ποιήματα

2942156541_1_3


Συνάντηση 4

Κομποσκοίνι στα σύννεφα
ένα ένα
ταξιδεύουν
τα καράβια
στον ουρανό.
Και χωρίς σκοινί
με το νερό αγκαλιά
στα πελάγη κολυμπώ.

Βουνά, πλαγιές
ελιές μαύρες
πράσινες τσακιστές
εμφανίζονται στο βάθος.

Ψηλά η στεριά
κι εσύ
αιώνιος
ταξιδιώτης
με όλες τις δύνες
και δυνατότητες
να συναντήσεις
καινούριες ακτές
και περαστικούς ανθρώπους,
θα τους πεις
για σένα και θα σου πουν
γι’ αυτούς.

Περί αριθμών

Να είχα εκατομμύρια καλοκαίρια
και τσέπη ελαφριά
παρά ένα εκατομμύριο χειμώνες
και τσέπη φουσκωμένη.

Θα πήγαινα να στρώσω
μια ψάθα για χίλιες νύχτες
και μια μέρα
στην σκιά της σπηλιάς αριστερά.

Τη μέρα θα ψάρευα πρωί πρωί
ενάμιση κιλό ψαράκια
και θα τα έψηνα σε μια πέτρα
στο ζενίθ του καλοκαιριού

Το μεσημέρι θα κοιμόμουν
ένα μέτρο και 15 πόντους
κάτω από μια συκιά
και το βράδυ για φαγητό,
ηλιοβασίλεμα μπόλικα.

Τη νύχτα θα άλλαζα σκιές με
το φεγγάρι αγκαλιά,
θα έκανα τρεις χιλιάδες βουτιές
μέσα σε όνειρα – φτερά.

Να είχα εκατομμύρια καλοκαίρια
μια βάρκα κι ένα μαχαίρι
να κόψω τις ουρές από τα
χίλια δυο βάσανα
που περπατάνε σαν καβούρια,
-κοίτα τα στρατεύματα!-
και με τσιμπάνε ασταμάτητα.

Το βιβλίο των βιβλίων

Το βιβλίο των βιβλίων
σκέφτηκε ο παντοπώλης
που θα με έκανε
εκατομμυριούχο
να ήταν αθάνατο.
Να μπορούσαν όλοι
να λένε: « αυτό είναι το
βιβλίο που έψαχνα εδώ και
χρόνια».

Και τελικά στη μέση του καλοκαιριού
το βρήκε μια τουρίστρια
στα ράφια του παντοπωλείου.

Άξιζε εκατομμύρια καλοκαίρια
και μέσα του
τεντωνόταν
όοοολος
ο χρόνος
του κόσμου.

Olivier Simonneaux, “Caracteres” («Χαρακτήρες»)

Berlin_graffiti_on_Wall

τη στιγμή της ανάπαυλας
ένα άρμα μάχης μέσα στην ηχώ
πυροβολεί έναν άντρα γυμνό

τίποτα δεν μπορεί να παγώσει
πιο πολύ από τη ράχη ενός
βιβλίου

να επανέρχεσαι
εθελουσίως στην
κατάσταση του εμβρύου
ενός ηττημένου
σήμερα στη μαλακή
γαστέρα της
ύπαρξης

καμία σάρκα
κανένα πνεύμα
καμία αποκρυπτογράφηση
κανένα αγγείο αρχαϊκό

να μην είμαι παρά ένας εκεί που χιλιάδες
καρδιές μάτωσαν μέσα
στην αβάσταχτη νύχτα
όταν ο άνεμος βούτηξε στο
δέρμα σου

Continue reading →

Oscar Wild, απόσπασμα από την Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιγκ

pic3

Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.

Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.

Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
…………………………………………………………………………………………..

Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
Και στο κελί μας μέσα αυγή,
Και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
Ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
Από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
…………………………………………………………………………………………..
Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
Με λαχτάρα τόση στη ματιά,
Αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
Την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
Και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
Όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
…………………………………………………………………………………………

Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
Ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
Μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
Είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
Και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
Χρόνος δίχως τέλος και αρχή.

*Από το βιβλίο του Oscar Wilde “Η Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιγκ” (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, στη σειρά Ξένη Ποίηση). Μετάφραση: Νίκος Β. Αλεξίου.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το είδωλο

b182039-1

Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω
Κανείς ποτέ δε νοιάζεται γι’ αυτό
Γυάλινη γλυστράει η ζωή του
Κανείς δεν το αγγίζει
ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά
στέκεται μπροστά του
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κουνάει άηχα τα χείλη
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό
Γι’ αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες
Αν είστε τυχεροί μπορεί και να το δείτε
Πίσω από το πρόσωπο σας
Το είδωλο που ουρλιάζει.

*Από την ποιητική συλλογή της “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012

Ν. Καρούζος, Δύο ποιήματα

m7809ljkjlkl

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Ὁ δεύτερος θάνατος

Homo erectus ἀπόμακρη ἀφετηρία τῆς Ἰλιάδας
δὲν ἤτανε καλύτερα νὰ ῥεμβάσεις μὲ τὰ τέσσερα;
Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο…
Θά ῾τανε ἡ ἄγρια στύση στοχάζομαι
ποὺ σοῦ ῾δωσε ὦ homo erectus τὴν αἴσθηση
νὰ σηκωθεῖς ὁλόρθιος σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Fernando Pessoa, Από τα ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρτο Καέιρο

images
 
«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»
 
XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.

Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.

Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.

Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του  
7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.

Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα

Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.

Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα

Βλέποντας πως το  φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.

Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.

Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν

Υπάρχουν  νέα φύλλα, νέα λουλούδια

Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.

Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται

Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι

Η τελευταία μέρα της ζωής μου.

Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.

Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.

Ήμουν χαρούμενος

Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.

–Αυτό ήταν όλο.
 
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

*Από το βιβλίο Fernando Pessoa,  Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa: Ποίηση για Πάντα,  2007.

Ted Reilly, Αύριο

brunos_sculpture3

Αν κολλήσεις το κεφάλι μου πάνω από τα σύννεφα, ο ήλιος θα με τυφλώσει
Για μια πεισματάρικη και εγωιστική απόλαυση.
Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό,
Κάνε ερωτήσεις, χώσε τη μύτη σου, ψάξε τριγύρω για φυσικές αιτίες.
Τουλάχιστον αυτά μας έχουν πει.

Ωστόσο, οι Βαβυλώνιοι παρατήρησαν πώς χόρευαν ο Ήλιος και οι πλανήτες,
Οι Αζτέκοι σκάλιζαν πέτρινα ημερολόγια που τους διέσωσαν.
Έχω παραχωρηθεί στο γιδοβοσκό, που δήθεν προλέγει την τύχη μου
Όμως ακόμα δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο.

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

*Ο εκπαιδευτικός Δρ Ted (Edward) Reilly μένει και εργάζεται στο Geelong της Βικτώριας (στην Αυστραλία). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, σχολικούς οδηγούς, άρθρα λογοτεχνικής κριτικής κ.ά. Προεδρεύει του Geelong Writers Group και είναι υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού τους Azuria.