Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Το κόκκινο φεγγάρι

hqdefault

Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας-
κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους
σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο,
ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν
να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές: έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

1044216_4879252502149_283222788_n

Κάθε μέρα

Ρυτιδιασμένα μάτια
βλέμμα θολό
σακατεμένη αγάπη που
αγκομαχάς κάθε μέρα,
σε στενά υγρά δρομάκια
εκπορνεύεσαι
απ’ ανθρώπους μικρούς
τρέχει το αίμα σου
ρυάκι θολό στον κατήφορο
καθώς πεθαίνεις
άλλη μια φορά
για να ξαναγεννηθείς.
Αύριο.

Τέλος

Συντριμμένος
βαδίζει τον δρόμο του ολέθρου
οι λέξεις βγαίνουν ματωμένες
ζωντανές κι άλλες νεκρές,
δύσκολη γέννα,
θέλουν να πλυθούν
θέλουν χάδια
θέλουν αέρα
και το φιλί της ζωής
θα χτίσουν το θάνατό του
έτσι
μέσα σε λέξεις θέλει
να πεθάνει
μέσα στις λέξεις του
μόνος
όπως έζησε
πενήντα χρόνια τώρα
με λίγα κεράκια εξαιρέσεις
τη μαγκούφα ζωή του
δαφνοστεφανωμένος
ποιητής
που σύρθηκε ατέλειωτα
στο χώμα
ηττημένος νικητής
ετοιμάζει την αναχώρησή του
πλέον
αφού τον νίκησε
το χτικιό του κόσμου
αυτόν
τον δυνατό κι αγέρωχο
κάθε μέρα λίγο – λίγο
κόκκο με κόκκο
γύρισε τούμπα την κλεψύδρα του
και είπε: ¨Φτάνει πια!
Δεν αξίζει να γράφω
τίποτα για κανέναν!¨
Ερινύες τώρα τα
παιδικά του όνειρα
οι αγάπες τα θέλω
περνούν μπροστά του
τάχιστα
όλη του η ζωή
κι η ψυχή του
κονεύει να βγει
εκεί σ’ ένα καλύβι ερημικό
που διάλεξε να ζει και να πεθάνει.

*Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει τις συλλογές ¨Κίβδηλος Καιρός¨ (2008) και ¨Θαμμένος στην άμμο¨ (2010) από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων 2012.

Έρμα Βασιλείου, To Caswell

Hlakati+Arachne01

You are the eyes of my face
face of my body
the body of my soul, you are
my naked he song,
soul of this book of mirrors
book of life of a trivial being
a trifle life of writings
endures my écritures of love

the Colosseum is made of famish eyes
taste my love of musings
of mes amours et
caresses,
dream of what has not been conceived
dancing shamrocks and harps
my mercies’ mercy and mercis joining in a lemma,
king, or lion, or frivolous miracle
until tomorrow, to sorrow and joy we walk

consume me, it hurts to be alive

*Από τη συλλογή “PAIN PERDU – ερωτικοί στίχοιτου παρμένου και του άπαρτου”. Εκδ. Αφροδίτη
(Μελβούρνη, 2013)

Kenneth Trimble, Δύο ποιήματα

images

Άγρια ζώα και φαντάσματα

Τα άγρια ζώα αφήνουν τα ίχνη τους
σαν τα φαντάσματα

Στην
πόλη, ακούραστες ψυχές
αφυπνίζονται από όνειρα.

Τρεις
Kookaburras κάθονται σ’ ένα φράχτη
τα μάτια τους παρακαλετά
κίνδυνος, κάτω από τις στάχτες
του φεγαριού.

Ο φίλος μου
πέθανε νωρίς το πρωί
ένας γρήγορος θάνατος και η βροχή
πέφτει από τον ουρανό

Νύχτα

Κρατούσα
έναν πέτρινο
Βούδα
ένα σιδερένιο
Ιησού
και έναν σανδαλοφόρο
Κρίσνα
Αλλά ήθελα
περισσότερα.

Ήθελα
να
δω το θεό,
αλλά
όλα
όσα είδα
ήταν
νύχτα.

*Από τη συλλογή “The Barking Mad Poems”, εκδ. Littlefox (Μελβούρνη, 2013)
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ολότελα δικός του

BLUE+skyby+KALAFATIS+IMG

Πολύ δυσκολεύτηκε να τη μάθει.
Περίπλοκη κι αυτή η μηχανή.
Απλωνότανε γύρω του,
μπλεκόταν μαζί του,
γινόταν ένα με το σώμα του,
κάνοντας τα χέρια του μοχλούς,
τα πόδια του άξονες,
γδούπους δικούς της τους χτύπους της καρδιάς του.
Και μοναχά εκείνος ο κρυφός σπαραγμός,
που έκανε κάποιες στιγμές
τα μάγουλά του να γυαλίζουν,
επέμενε να μένει
ολότελα δικός του
κάθε λεπτό της βάρδιας.

Γιώργος Δάγλας, Έτσι

%CE%9F%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82+%CE%9F%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1+%CE%92%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%85+2007-2008

Όπως ακριβώς σου το λέω:
Στέκεται αντίκρυ στο τρένο
με τα πόδια ανοιχτά
καταμεσίς στον κάμπο.
“Έλα”, λέει,
κι ύστερα, σαν περάσει απέναντι
χορεύει μπλουζ και γελάει.
“Ο έρωτας είναι ένα βεγγαλικό”, λέει,
κι ανάβει τσιγάρο.
Φτύνω.
Προχωράω σύρριζα στα θέατρα και τα πορνεία.
Τραγουδάω φάλτσα.
Ο έρωτας είναι η ζωή μας,λέω.

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος.

Octavio Paz, Κάτω από τη φωτεινή σου σκιά

00+BAJO+TU+CLARA+SOMBRA

Ι
Κάτω από τη φωτεινή σου σκιά
σαν τη φλόγα ζω στον αέρα,
στης Αφροδίτης την εντατική μαθητεία.

ΙI
Να μιλήσουμε γι’ αυτήν.
Ανακινεί πηγές την ημέρα,
κατοικεί τα μάρμαρα τη νύχτα.
Του ποδιού της το ίχνος
το ορατό είναι κέντρο της γης,
του κόσμου τα σύνορα,
αλυσοδεμένος και ελεύθερος τόπος περίλεπτος·
μαθήτρια πουλιών και νεφελών
να γυρίζει κάνει τον κόσμο·
η φωνή της, χαραυγή χωμάτινη,
τη διάσωση μάς αγγέλλει των νερών,
την επιστροφή της φωτιάς,
τον γυρισμό του σταχυού,
τις πρώτες λέξεις των δέντρων,
τη λευκή των φτερών μοναρχία.

Δεν την είδα που γεννήθηκε στον κόσμο,
το αίμα της όμως πυρπολείται κάθε νύχτα
με το νυχτερινό αίμα των πραγμάτων,
στον δε παλμό της ξαναρχίζει
των παλιρροιών η μουσική
που σηκώνουν τους αιγιαλούς του πλανήτη,
ένα παρελθόν νερού και σιωπής
και τις πρωταρχικές μορφές της γόνιμης ύλης.

Να μιλήσουμε γι’ αυτήν,
για την ολόδροσή της συνήθεια
νά ’ναι απλή καταιγίδα, κλαράκι παντρύφερο.

ΙΙΙ
Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,
της σκόνης τη δύναμη κοίτα, κοίτα το νερό.

Κοίτα τις σιωπηλές φλαμουριές γύρω-γύρω,
άγγιξε το βασίλειο ετούτο που ’ναι σιωπή και οποί,
άγγιξε το δέρμα της που ’ναι ήλιος και βροχή και χρόνος,
κοίτα τα πράσινά της κλαριά στον ουρανό κατάγναντα,
άκου τα φύλλα της πώς τραγουδάνε σαν νεράκι.

Και κοίτα μετά το σύννεφο,
το αραγμένο σε χώρο με χωρίς παλίρροιες,
αφρός ορατός και πανύψηλος
αόρατων ουρανίων ρευμάτων.

Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,
την τεταμένη κοίτα μορφή της,
το ασύνειδο, πάμφωτο κάλλος της.

Άγγιξε το δέρμα μου, το από πηλό, από διαμάντια,
άκου τη φωνή μου ήχο σε πηγές υπόγειες,
κοίτα το στόμα μου σε τούτη την άραχλη βροχή,
το μέλος μου σε τούτη την απότομη δόνηση
οπού ο αέρας τούς κήπους πάει και γυμνώνει.

Τη γυμνότητά σου άγγιξε στου νερού τη γυμνότητα,
γυμνώσου από σένανε, και βρέξε, βρέξε μέσα σου,
και κοίτα τα πόδια σου, δες τα σαν δύο ρυάκια,
και κοίτα το σώμα σου, δες το σαν μεγάλο ποτάμι,
και δύο δίδυμα νησιά είναι τα στήθη σου,
το αιδοίο σου τη νύχτα είναι αστέρι,
αυγή, φως ροδαλό ανάμεσα σε κόσμους δύο τυφλούς,
θάλασσα βαθιά που κοιμάσαι σε δύο ανάμεσα θάλασσες.

Του κόσμου κοίτα τη δύναμη:
τον εαυτό σου γνώρισε έχοντας ήδη γνωρίσει εμένα.

IV
Ένα σώμα, ένα σώμα μόνο, μόνο ένα σώμα,
ένα σώμα σαν ημέρα χυμένο
και νύχτα που καταβροχθίστηκε όλη·
κάποιας κόμης το φως
που όμως ποτέ δεν κατευνάζει
της αφής μου τον ίσκιο·
ένα λαρύγγι, μια κοιλιά που ξημερώνει
σαν τη θάλασσα που παίρνει φωτιά
ευθύς μόλις αγγίξει του όρθρου το μέτωπο·
αστράγαλοι, γέφυρες του θέρους·
μηροί νυκτερινοί που παν και βουλιάζουν
στην πράσινη μέσα μουσική της εσπέρας·
ένα στήθος που υψώνεται
και γκρεμίζει, ισοπεδώνει τους αφρούς·
ένας λαιμός, ένας μόνο λαιμός
και κάτι χέρια τόσο μόνα,
λόγια, κάτι λόγια που όλο κατεβαίνουν
σαν άμμος πεσμένη πάνω σε άλλην άμμο…

Γίνε αυτό που με ξεπερνάει, με υπερβαίνει,
νερό και χάρμα σκοτεινό,
θάλασσα γίνε που γεννιέται ή πεθαίνει·
αυτά τα χείλη και τα δόντια,
αυτά τα πεινασμένα μάτια
με γυμνώνουν από τον ίδιο τον εαυτό μου
κι έπειτα με αναρπάζει
η μαινόμενη χάρη τους και με σηκώνει
προς τους γαλήνιους ουρανούς
όπου και πάλλεται η στιγμή:
των ασπασμών η ακρώρεια,
του κόσμου η πλησμονή και των μορφών του.

V
Άσε κι άλλη μια φορά να σε πω,
να σε ονομάσω, γη και χώμα.
Η αφή μου επεκτείνεται
στη δική σου διψασμένη,
μακρύ, δονούμενο ποτάμι
που ποτέ δεν έχει τέλος
και πλέει ανάμεσα από φύλλα δάχτυλα
αργά-αργά κάτω απ’ τον πυκνό πράσινο ύπνο σου.

Γυναίκα δροσερή πλασμένη από υπνοβάτες ποταμούς,
περίπτερό μου από πουλιά και ψάρια,
γήινη εσύ περιστέρα μου,
από γάλα, από γάλα που σκληρύνθηκε,
ψωμί μου, αλάτι μου, θάνατέ μου,
προσκεφάλι αιμάτινο:
σ’ έναν έρωτα τεράστιον, αχανή σε θάβω.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

**Το ποιημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Το Αλωνάκι της Ποίησης στη διευθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Μια ώρα αρχύτερα

FERTI+ILI+loneliness

Θυμάσαι τότε στο πάρκο ξημερώματα
που είδαμε τις έγκυες να περπατούν
πιασμένες χέρι χέρι,
μ’ ένα σάπιο καρβέλι ψωμί
η καθεμιά στην άδεια τους παλάμη;

Εμείς καθόμασταν κάτω στα φύλλα τα ξερά,
τα κόκκινα του φθινοπώρου αποφάγια,
τρίβαμε τα στομάχια μας
γιατί μας είχαν πει πως κάθε ανθρώπινη ανάγκη
ικανοποιείται μ’ ένα παραπλανητικό
υποκατάστατο άγγιγμα.
Μάταια, ακόμα ένα ψέμα, μονάχα μυρμήγκια
κυλούσαν από τους αφαλούς μας.

Τα δόντια μας ερμητικά σφιχτά,
δαγκώνανε τη γλώσσα κι αίμα πότιζαν τα χείλη
μην τυχόν και ξεχυθεί ο βούρκος απ’ το στόμα μας.
Μην τυχόν και πεις τίποτα για τις γυναίκες
πόσο όμορφες σαν το φθινόπωρο ήταν,
πόσο άπιαστες σαν την άνοιξη.
Μην τυχόν και με ρωτήσεις πού πάνε;
και σου απαντήσω: μα στο νεκροταφείο, φυσικά.
Για να γεννήσουν.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον.

Οσίπ Μαντελστάμ, Ο αιώνας

971117_10200135976223814_167914633_n

Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ
μέσα απ’ τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει
και με το αίμα του να ενώσει
τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;
Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό
των εγκόσμιων πρσγμάτων,
κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει
στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.

Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή
πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,
καθώς τ’ αόρατο το κύμα παίζει
με το δικό σου ραχοκόκκολο.
Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος
μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.
Σαν πρόβατο για τη σφαγή
τον φέρνουνε ξανά.

Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο
απ’ τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει
τα τσακισμένα του τα γόνατα
με φλάουτα να τα ενώσουμε.
Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει
τον καημό των ανθρώπων.
Ως κι η οχιά πια θ’ ανασαίνει
στο χρυσό το δικό του ρυθμό.

Μετά θ’ ανοίξουν τα μπουμπούκια
θα πρασινίσει κι όλη η γης.
Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,
θλιμένε μου, πανέμορφε αιώνα.
Και μ’ ένα ασημένιο χαμόγελο
θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς
σαν το αυκίνητο θεριό
στ’ αχνάρια απ’ τις δικές του τις πατούσες.

Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς
στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων
και σφαδάζεις σαν ψάρι
στα ζεστά τ’ ακρογιάλια.
Απ’ των πουλιών το πέταγμα
στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,
αδιάφορο τρέχει το αίμα.

1922

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο άνθρωπος (απόσπασμα)

images

(… )
Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημερινό ζυγό μου
Καβάλλα
πάνω στο μυαλό μου
“ο Νόμος” έχει θρονιαστεί
Μια αλυσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
“η Θρησκεία”.

(… )
Φωνάζω…
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος!
Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.
Μου πετάει
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας
Καγχάζουν:
“Α! Α!”
κ εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσσοδεμένηΜου χει τα μάτια μου κλειδώσει
το χρυσάφι.
Ποιος θάθελε να οδηγήσει έναν τυφλό;
Είμαι
κλεισμένος
για πάντα
σε μια περιπέτεια παράλογη.
(… )