Τάκης Σινόπουλος, Δοκίμιο ΄73 – ΄74

1471769_10202739626871407_169197010_n

V

Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.
Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρείς διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα.
Το πλήθος φεύγει έφυγε.
Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα.

XII

Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Οχι σκοτάδι μήτε
μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ’ ένα γυμνό τοπίο
σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν
τις φωνές.
Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με
Σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε σειρές σοφή συναρμογή και
διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολαπλά
κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους
αξιοπρεπείς φονιάδες
Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια
σας την τελευταία σας λέξη.
Το λάθος των μηχανουργών.

Κατάληψη

empros_dsc5642

Ποίημα απ’ τον συλληφθέντα στο ελεύθερο αυοδιαχειζόμενο θέατρο “Εμπρός”

Τα σκουριασμένα κλειστά σίδερα
έγιναν ελεύθερος αναπνεόμενος χώρος
Ένα κοινό αγαθό.

Κατάληψη είπες και σου πα άκου
τι φαντάζομαι.

Η κατάληψη είναι η φαντασιακή μας
πραγματικότητα απέναντι
στη λαίλαπα του καπιταλισμού
Κατάληψη είναι η συγκρουσιακή μας
δυνατότητα ή αλλιώς
η απαλή ευχέρεια στις ψυχές των ανθρώπων

Κατάληψη είναι η συνειδητότητα
των ορίων της αστικής ελευθερίας
και η συντριβή τους.

Όμως κατάληψη δεν είναι
είναι η νέα λέξη της νέας μέρας
όταν το ατσάλι της χειροπέδας
έγινε μολύβι στα χθεσινά μας λόγια.
Κατάληψη δεν είναι
είναι το νέο δίκαιο
που προβάλλει αθώο ωσάν
τις περιπέτειες ενός μωρού παιδιού
που μπουσουλάει τον κόσμο
και τον ανακαλύπτει για πρώτη φορά.
Κατάληψη ή αλλιώς ελεύθεροι
αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι.
Το νέο δίκαιο,
η ανάσα του καθενός
στο σφραγισμένο στόμα της λήθης.
Εξέγερση.

Ειρηναίος Μαράκης, Πολυτεχνείο 2013

tumblr_mwawp4mTI61rilgpxo1_1280

στη Ν.Κ

Τσιγάρο
βλέμμα χλωμό
φτηνός καφές
στην ουρά
για την συγκοινωνία.
Κρυώνεις,
σιωπηλός ουρανός
η γη τρέμει
πέφτει στην πόλη βροχή
η μπόρα δυναμώνει.
Σε προσπερνάνε αυτοκίνητα
τα φώτα της ομίχλης
δρόμο ανοίγουν
μέσα απ’ το τείχος το γκρι,
Μητροπάνος
από κάποιο ξενυχτάδικο
πικρός
«σε πολιτεία βρέθηκα
που έψαχνα καιρό»
κι αυτός ο Νοέμβρης
που πάντα σε πληγώνει.

Τα βήματά σου
αποτυπώματα αφήνουν
σε δρόμο που καίει
ενώ η πολιτεία που κανείς
δεν την θέλει
σηκώνει τα χέρια της, σκληρά
πληγιασμένα από μπετόν και μεροκάματο
κι αγάπη σου δίνει.
Εφημερίδα στο χέρι
για δουλειά αγγελίες
προσφορές, ευκαιρίες
και κανείς να μην θέλει
ενός μεσήλικα τις υπηρεσίες.
Βρίζεις, χέρι σηκώνεις
«Κανάγιες!» φωνάζεις
ρεζίλι γίνεσαι
δεν είσαι Καρυωτάκης
κι η ποίηση άχρηστη είναι
μπροστά στων ισολογισμών
την αρμονία, φεύγεις
να πιεις, να ξεχάσεις
ένα ούζο κι αυτό κερασμένο
μέσα στην μαύρη απελπισία
σκέφτεσαι την αυτοκτονία.

Σύνταγμα,
κάτω απ’ των ΜΑΤατζήδων
το ηλίθιο βλέμμα
του Εύζωνα το μονότονο
παρατηρείς βηματισμό
ταΐζεις περιστέρια
εφημερίδα διαβάζεις:
η Ευρώπη, γράφει,
βγήκε απ’ την κρίση
να, η ανάπτυξη
τα προβλήματα σου λύνει
γελάς.
Ξαφνικά συνθήματα
φωνές οργισμένες
σημαίες κόκκινες
πολύχρωμες σημαίες
ομάδες εφήβων
με τριαντάφυλλα στα χέρια
εργαζομένων σωματεία
φοιτητές, μετανάστες, μαθητές
τα φαντάσματα του Πολυτεχνείου
μητέρες με γυμνό στήθος
το μωρό στην αγκαλιά
ο Άρης, ο Πέτρουλας κι ο Παύλος Φύσσας
οικοδόμοι, δάσκαλοι, ναυτεργάτες
ο γιος σου στην πρώτη γραμμή
μέρα σα να μην πέρασε
απ’ την δολοφονία.

Γελάς
και πάλι αισιόδοξος
ωρίμασαν, επιτέλους, οι συνθήκες
πραγματικότητα
τα όνειρα σου γίνονται.
Ήθελες, δεν ήθελες
το έμαθες πια καλά,
ο Νοέμβρης που πάντα σε πληγώνει
ανάμνηση θα γίνει.
Ξορκίζεις τους φόβους σου,
τώρα πια τσιγάρο
θα κάνεις μόνο για την απόλαυση.

19/8/2013 – 12/9/2013

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr
Η εικόνα της ανάρτησης είναι του Boban και προέρχεται από το ιστολόγιο http://bob-an.tumblr.com/

Alejandra Pizarnik, Η λέξη που θεραπεύει

alejandrapizarnik

(…) ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΑΜΑΣΟΥΜΕ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Ι

Οι δυνάμεις της γλώσσας είναι οι μοναχικές
απελπισμένες κυρίες που τραγουδούν
μέσα από τη φωνή μου που την ακούω από μακριά.
Και μακριά, στη μαύρη άμμο
κείτεται ένα κοριτσάκι γεμάτο από προπατορική μουσική.
Που να βρίσκεται ο αληθινός θάνατος;
Θέλησα να φωτιστώ σ` αυτό το φως της έλλειψης του φωτός μου.
Τα κλαδιά πεθαίνουν στη μνήμη.
Αυτή που κείτεται, κατοικεί μέσα μου με τη μάσκα της λύκαινας.
Αυτή που δεν άντεξε άλλο και κάλεσε τις φλόγες κι έγινε στάχτη.

(…)

(…) Για πολύ καιρό, η φυσική παρουσία του δέντρου της Άρτεμης ήταν υπό αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα, εξαιτίας της τόσο έντονης διαφάνειάς του, ελάχιστοι μπορούν να το δουν. Μοναχικότητα, συγκέντρωση και μια όσο το δυνατόν λεπτότερη ευαισθησία, είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να το δει κανείς. Υπάρχουν ορισμένοι, οι οποίοι, αν και φημίζονται για την ευφυΐα τους, παραπονιούνται ότι παρ` όλη την προετοιμασία τους δεν μπορούν να δουν απολύτως τίποτα. Για να απαλύνουμε την πλάνη τους, αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι το δέντρο της Άρτεμης δεν είναι ένα ορατό σώμα: είναι ένα αντικείμενο (έμψυχο) που μας επιτρέπει να δούμε πιο μακριά, ένα φυσικό όργανο της όρασης. Κατά τα λοιπά, αρκεί μια μικρή πειραματική δοκιμή για να σκορπίσει μακριά, αποτελεσματικά και για πάντα, τις προκαταλήψεις του διαφωτισμού των καιρών μας: τοποθετημένο κοντά στον ήλιο, το δέντρο της Άρτεμης αντανακλά τις ακτίνες του και τις συγκεντρώνει σε μια κεντρική εστία που ονομάζεται ποίημα, το οποίο παράγει μια φωτεινή θερμότητα, ικανή να πυρπολήσει, να λιώσει ή και να εξαϋλώσει ακόμα τους άπιστους. Συνιστάται αυτή η δοκιμή στους κριτικούς λογοτεχνίας της πατρίδας μας.
(Aπό τον πρόλογο του Οκτάβιο Πας, στο Δέντρο της Άρτεμης, της Alejandra Pizarnik, 1962)

*Αναδημοσίευση από το http://frmk.gr/2013/03/23/pizarnik1/

Κ. Π. Καβάφης – Σωκ. Μάλαμας, Δεκέμβρης 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω-
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη , για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι’αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Fernando Pessoa, Ο Φύλακας του προβάτου ΙΙ

PESSOA+σαδα

Η ματιά μου είναι καθαρή σαν ενός ηλιοτρόπιου.
Είναι συνήθεια μου να περπατάω τους δρόμους
Κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά
Και μερικές φορές κοιτάζοντας πίσω μου,
Και ότι βλέπω κάθε στιγμή
Είναι ότι δεν είδα πριν,
Και είμαι πολύ καλός στο να παρατηρώ πράγματα.
Είμαι ικανός να νιώθω τον ίδιο θαυμασμό
Που θα ένιωθε ένα νεογέννητο παιδί
Αν παρατηρούσε ότι είχε πραγματικά και αληθινά γεννηθεί.
Νιώθω κάθε στιγμή ότι έχω μόλις γεννηθεί
Σ’ έναν εντελώς καινούργιο κόσμο…
Πιστεύω στον κόσμο όπως σε μία μαργαρίτα,
Επειδή τον βλέπω. Αλλά δεν τον σκέφτομαι,
Επειδή το να σκέφτεσαι είναι το να μην κατανοείς.
Ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για εμάς για να τον σκεφτόμαστε
(Το να σκέφτεσαι είναι να έχεις μάτια που δεν βλέπουν καλά)
Αλλά να τον βλέπεις και να είσαι σε συμφωνία.
Δεν έχω καμία φιλοσοφία, έχω αισθήσεις…
Αν μιλώ για τη Φύση δεν είναι επειδή γνωρίζω τι είναι
Αλλά επειδή την αγαπώ, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο
Επειδή αυτοί που αγαπούν δεν γνωρίζουν τι αγαπούν
Ή γιατί αγαπούν, ή τι είναι η αγάπη.
Η αγάπη είναι αιώνια αθωότητα,
Και η μόνη αθωότητα είναι να μην σκέφτεσαι…

Άρης Αλεξάνδρου, Ποιητική

1176111_366098666855386_688254018_n

1

Αξίζει δεν αξίζει
στέλνω τις εκθέσεις μου σε χώρες που δε γίνανε ακόμα
προδίνω τις κινήσεις ενός ήλιου
που πέφτει την αυγή δίπλα στις μάντρες
επικυρώνοντας με φως
τις εκτελέσεις

2

Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ’ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ’ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.

3

Η μόνη ξιφολόγχη μου
είταν το κρυφοκοίταγμα του φεγγαριού απ’ τα σύννεφα.
Ίσως γι’ αυτό δεν έγραψα ποτέ
στίχους τελεσίδικους σαν άντερα χυμένα
ίσως γι’ αυτό εγκαταλείπουν ένας-ένας τα χαρτιά μου
και τους ακούω στις κουβέντες όσων δε μ’ έχουνε διαβάσει.

Άη-Στράτης 1951

*Aπό τη συλλογή «Άγονος γραμμή» (1952). Από τη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα 1941-1974”, εκδ. Ύψιλον /Βιβλία.

Θωμάς Γκόρπας, Οι θρησκευτικοί ποιηταί

Erich Heckel, Two men at the table (1912)

Erich Heckel, Two men at the table (1912)

Το γάλα το άγριο γάλα! Τελευταία συχνά
μ’ επισκέπτονται παλιά αιμοστάζοντα αγριόσυκα
όνειρα σεξουαλικά ρεύσις κατάρρευσις των ιδεών
και των γούστων των παλιών μου φίλων…
Τα μεσημέρια τάβλι παίζουν με τις ώρες
παίζουν ξερή τα πενηντάρικα και τα τομάρια
τρώγονται χύνουνε χολή την πίνουνε οι έρημοι.
Εν συνεχεία επιστρέφουν στο καφέ-μπινέ
κι αράζουν περιμένοντας εκπλήξεις.
Εκπλήξεις βέβαια δεν έρχονται
έρχεται το σούρουπο
και μέσα του ανεβαίνουν τη Σταδίου
καταλήγουνε σε κεντρικό εκκλησάκι
(όλα τα ‘χει τελοσπάντων αυτή η Αθήνα
εξόν πράσινον και δημόσια ουρητήρια…)
κ’ ενταφιάζονται εντός του εσπερινού περιττόν
ο ένας θάβει τον άλλο με μάτια κλειστά
ανταλλάσσουν εντυπώσεις κ’ έτσι βελτιώνουν
τη φίρμα τους στη λαχαναγορά πού και πού
παριστάνουν και τον Κόντογλου
πού Κόντογλου;
είναι γελοίοι – αν το μάθουνε κι αυτό
πάει τετέλεσται…

Γιάννης Ρίτσος, Ο ποιητής

ritsos-tetragwni001-425x425


11 Νοέμβρη 2013 – 23 χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο

Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι
Το χέρι του δε μαυρίζει ποτέ. Το χέρι
Είναι αδιάβροχο στη νύχτα. Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει
Ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
Που αδιάκοπα θα λέει “ναι” και πάλι “ναι”
Σε όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.

Αρθούρος Ρεμπώ, Ανησυχία

Oι πρόγονοί μου ήσαν Κέλτες με γαλάζια μάτια, στενοκέφαλοι, αδέξιοι στη μάχη. Ντύνομαι σαν κι εκείνους βάρβαρα. Αλλά δεν βουτυρώνω τα μαλλιά μου. Οι Κέλτες ήταν γδάρτες αγριμιών, έκαιγαν τα χόρτα οι πιο ανίδεοι των καιρών.

Απ΄αυτούς πήρα: την λατρεία και την αγάπη για την ιεροσυλία∙ – ω, όλα τα βίτσια, οργή, λαγνεία,- μεγαλομανία, ηδυπάθεια∙ – προπάντων τη ψευτιά και την προσποίηση. Τρέμω όλα τα επαγγέλματα. Μαστόρους και εργάτες, όλους τους χωριάτες, τον όχλο.

Το χέρι με την πέννα αξίζει το χέρι του ζευγά. – Τι αιώνας των χεριών!- Δεν θα τα κατάφερνα ποτέ να γίνω χειροτέχνης. Το χέρι που εξημερώνεται πάει πολύ μακριά. Η τιμιότητα της ελεημοσύνης με εκνευρίζει. Οι εγκληματίες με απωθούν όπως τους ευνούχους: Εγώ είμαι ανέπαφος, κι αυτό μου κάνει το ίδιο. Αλλά! ποιος μου έδωσε αυτή την ύπουλη γλώσσα που μέχρι σήμερα στέκεται φρουρός της τεμπελιάς μου;

Χωρίς να μου χρησιμεύει για να ζω το ίδιο το σώμα μου, και πιο τεμπέλης κι από βάτραχος, έζησα παντού.

Καμμιά οικογένεια δεν γνώρισα στην Ευρώπη. Ακούω για οικογένειες σαν τη δική μου που σέβονται όλες τις διακηρύξεις για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. – ΄Εχω γνωρίσει κάθε παιδί οικογένειας!

*Από το “Μια εποχή στην κόλαση”. Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου.