Σπύρος Μαρούλης, Tο αεράκι του φθινοπώρου ενημερώνει τους επισκέπτες

1457712_604839589572432_837449159_n

Tο αεράκι του φθινοπώρου ενημερώνει τους επισκέπτες

Έχουν ξεκινήσει τις δικές τους επιλογές τα ωδικά
Στο μέλλον θα ανθίσει το χαμόγελο μιας ημέρας
Μέχρι την επανένωση.

Έχει το άρωμα των ανθισμένων λουλουδιών.
Ως την άνοιξη τα ανθισμένα λουλούδια ήταν κάτω από την προστασία του ήλιου.
Τους ενημερώνει για την άφιξη του φθινοπωρινού λυκόφωτος.
Τα ωδικά μετανάστευσαν σε κόκκινο ουρανό
Γεμάτα αναμνήσεις του μακρινού παρελθόντος
Κάποια μέρα το όνειρό τους θα γίνει πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τη συμφωνία που μας έχουν υποσχεθεί
Τα φτερά τους απεικονίζονται στις καρδιές μας.
Στα φτερά τους απεικονίζεται η καρδιά μας.
Φανταστείτε το επόμενο χρώμα τους…

Έχουν ξεκινήσει τις δικές τους επιλογές τα ωδικά…
Στο μέλλον θα ανθίσει το χαμόγελο μιας ημέρας
Μέχρι την επανένωση.

Μαρία Τσολιά, Kamchatka

575423_10152032272598896_819048918_n

Αλεούτιες περισπωμένες
ορθογράφησαν οι αιώνες
στη λήγουσα των ηπείρων

στη βερίγγεια διακεκομμένη
της μνήμης
σκάλωσε η μορφή μου

αλεπού
τοτέμ
κόκκινη γυναίκα.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

13570780-solitary-tree-and-full-moon--night-scene

ΟΠΩΣ ΣΤΕΛΝΕΙΣ

Όπως στέλνεις
τον οδυρμό του φωτός
ως άλλη δύση

Διψώ
την αλμύρα των λέξεων
στην ανομολόγητη
συνομιλία των ματιών σου

Εσύ η στέρηση
κι εγώ ο μακρινός.

ΧΑΔΙ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ

Το χάδι είναι δημιουργία.
Εμπειρία τρυφερότητας.
Έχει το δικό του μυστικό ρυθμό.
Η ευλύγιστη κίνηση των δαχτύλων,
επινόηση εμπνεόμενη από τις αισθήσεις.

Το χάδι το εξουσιάζει και το οδηγεί η έξαρση της στιγμής.
Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο,
οι διαθέσεις του χαδιού είναι υποσυνείδητα αρπακτικές.
Αποσπά την προσοχή με την επίσκεψη της περιπάθειας
κρύβοντας επιμελώς τα γαμψά νύχια της κυρίευσης.

Η κόμη, παρά τη φαινομενική ακινησία της,
μέσα της κρύβει κι αυτή επιθετικές ροές.
Η διείσδυση όμως των δακτύλων, τις αναχαιτίζει.

Κάποτε το χάδι υπερβάλλοντας σε αγριότητα συναισθήματος
κατορθώνει και μεταλλάσσει τον πόνο σε ευχαρίστηση.

Sara Shagufta, How Solitary Is The Moon

sarashagufta_1a1

How Solitary Is The Moon
The shadow of a cage is too an imprisonment
I continue to become the shadow of my clothing
My hands become a part of others
The mud is now lorn
Why did the river travel on its own to the sea?
How solitary, the act of choice

Severed, I am severed from those who die
And I wake arising in the fires
I am reverberating in the stones
I am drowning in the mud, wondering which tree ahead lies

My sorrows; thy name is child
In my hands, toys in pieces
In my eyes, humanity
A multitude of bodies are asking me for eyes
I do not know where my own beginning is

The skies are younger than I
Flight does not require a landing
Whose voice do hands represent?
You will have to live with my lies

When you enter the jungle and free the birds
The lantern gets a taste of fire

I hang clothes out to dry on the roof of my person
Within my distance lies an eye
I dress myself in my pain
I, she who dresses herself in garb of fire
Should I tell you the name of my shade?
To you I give the moons of every single night.

Sara Shagufta
(Pakistan, 1954–1984) 

ss_220x500 
 
Sara Shagufta is an enigmatic character in Pakistani literary history. There are conflicting and controversial stories surrounding both her life and her death. However, what is known is that she started writing poetry after losing her baby and being deeply struck by the callous attitude of her husband towards this tragedy in her life. It is said she was constantly in and out of mental asylums, but continued to write poetry. Shagufta had tried to take her own life on several occasions, but was saved by timely medical help. Eventually however, her struggle with herself did end, allegedly at her own hands.

Μιχαήλ Μήτρας, Ποίημα σε κρίση

998803_232872416889532_606764962_n

Ο Μιχαήλ Μήτρας γεννήθηκε το 1944 στο Βόλο. Παρακολούθησε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ραδιοσκηνοθεσία στο City Literary Institute του Λονδίνου, όπου έζησε 4 χρόνια, εργαζόμενος στην ελληνική εκπομπή του BBC. Εμφανίστηκε με κείμενά του σε λογοτεχνικά περιοδικά της δεκαετίας του ’60, και το πρώτο βιβλίο του (“Φανταστική νουβέλα”) κυκλοφόρησε το 1972. Συνεργάστηκε στη σύνταξη των πολιτιστικών περιοδικών εκδόσεων “Χρονικό” (εκδ. Ώρα) και “Σήμα”, στη δεκαετία του ’70, καθώς και με τα περιοδικά “Ρεύματα”, στη δεκαετία του ’90 και “Νέα Συντέλεια” στη δεκαετία του 2000. Εργάστηκε ως παραγωγός εκπομπών λόγου στην Ελληνική Ραδιοφωνία (Πρώτο και Τρίτο Πρόγραμμα), 1983-2003. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων, 2001-2003. Ύστερα από πρότασή του το 1998 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα Ημέρα Ποίησης. Έχει γράψει βιβλία ποίησης και πεζογραφίας που κινούνται στο χώρο της νεοτερικής λογοτεχνίας και έχει δείξει “οπτικά ποιήματα” και έργα “Mail Art” σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εδώ και στο εξωτερικό. Βιβλία του: Ποίηση: “Το άλλοθι της περι-γραφής”, Ιδιωτική έκδοση, 1976, “Ασταθές πεδίο”, “Αιγόκερως”, 1984, “Η τελευταία εικόνα του κόσμου”, “Αιγόκερως”, 1987, “Η παράδοξη οικειότητα του αγνώστου”, “Δελφίνι”, 1997, “Διακριτικές μεταβολές”, “Απόπειρα”, 2004 Πεζογραφία: “Φανταστική νουβέλα”, Ιδιωτική έκδοση, 1972, “Αστική τοπιογραφία”, “Αιγόκερως”, 1982, “Αόριστες λεπτομέρειες”, “Απόπειρα”, 1990, “Μηχανή αναζήτησης: Πεζο-γραφήματα”, “Νεφέλη”, 2008.

Francois Villon, Η Μπαλλάντα της Χοντρής Μαργκώς

1450919_10151688130730957_1840533321_n

*«Η Μπαλλάντα της Χοντρής Μαργκώς», του Φρανσουά Βιγιόν, σε μετάφραση Λευτέρη Αλεξίου, δημοσιεύτηκε στο «Το Κάστρο» – περιοδική έκδοση Στίχου και Κριτικής, αρ. φύλλου 1, Μάης 1934.

Αμαλία Ρούβαλη, Επειδή

αρχείο+λήψης

Επειδή
είμαι πάντα
συνοφρυωμένη
έγραψα παντού:
¡¡¡ Χαμογέλα !!!
Επειδή
είμαι πάντα
σοβαρή
έγραψα στους τοίχους:
¡¡¡ Γέλα !!!
Επειδή
δεν ξέρω
πού πηγαίνω
είπα παντού:
!!!ακολουθήστε με!!!
Επειδή εγώ
γεννάω μόνο
οξειδωμένες ώρες
έγραψα στα βιβλία σας:
!!! Χρυσός!!!
Επειδή εγώ
εγώ-εγώ
εγώ-εσύ
εσύ-εμείς
γινήκαμε σκόνη
πασπάλισα το σύμπαν
με αστραπές.
Επειδή
οι ώρες
φορτώθηκαν στα τραίνα των χρόνων

αποστρέφω το βλέμμα
από τους κεραυνούς.
Επειδή
γυμνώθηκαν όλες οι ώρες
το δέρμα του φιδιού
μένω εδώ-εντός-εκτός
ανασαίνω βαριά
τις ψιχάλες της θάλασσας
στο υπογάστριό μου.
Επειδή
δεν το παίρνω απόφαση
να μην μου λείπει
το μέλλον
εδώ σωπαίνω.
Ιούλιος 2011

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τροχαίο

BUTCHER_lake-kissimmee-1

Στο δρόμο περνάνε τ’ αυτοκίνητα.
Ατέλειωτο κομβόι,
οι σκέψεις σου στην άσφαλτο τσουλάνε.
Ξαφνικά, ακούς φωνές,
τροχαίο δυστύχημα,
αίμα στην άσφαλτο
και σίδερα σπασμένα.
Οι σειρήνες σου σκίζουνε τα αυτιά.
Οι σκέψεις άναψαν τσιγάρο
μήπως και κρύψουνε τη θλίψη στον καπνό,
για τη ζωή που αδιάφορα κυλά
για να χαθεί το ίδιο αδιάφορα
μπροστά μας. 

Βύρων Λεοντάρης, Αγριομυρίκη εν τη ερήμω

Elmgreen+&+Dragset-When+a+Country+Falls+in+Love+with+Itself

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά…
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις…
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει τή ζωή…
Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»

ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

*Από τη συλλογή “Εν γη αλλυρά” (1996)
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο των Elmgreen & Dragset και έχει τίτλο “When a Country Falls in Love with Itself”.

Οσίπ Μάντελσταμ, Αιώνας

ΟΣΙΠ+ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

Αιώνα μου
Θηρίο μου
Στα μάτια ποιος μπορεί
Να σε κοιτάξει
Και με το αίμα του να δέσει
Των δυο αιώνων σπόνδυλους;
Το αίμα – τέκτονας αναβλύζει
Από των γήινων πραγμάτων τον λαιμό
Κι ο ρόγχος το σπαρτάρισμα αρχίζει
Στο κατώφλι των νέων ημερών.

Από τη ζωή αρπάζεται η πλάση
Τη ραχοκοκκαλιά θα πρέπει να μεταφέρει
Και κάτι το αόρατο παίζει
Με τον κυματισμό των σπονδύλων.
Σα γλυκό τράγανο παιδιού –
Ο αιώνας της παιδικής χώρας
Θυσία και πάλι σαν αμνός
Στο βρέγμα γίνεται της ζωής.

Από τη σκλαβιά για να βγει ο αιώνας
Κι ο νέος κόσμος να προβάλει
Του γόνατου οι ροζιασμένες μέρες
Με φλάουτο ας τυλιχθούν.
Είν’ ο αιώνας που το κύμα καν’ ν’ αφρίζει
Με την ανθρώπινη τη θλίψη
Η Εχίδνα αναπνέει στο χορτάρι
Το μέτρο του αιώνα του χρυσού.

Πάνω π’ ανθίζουν τα μπουμπούκια
Πετάγεται το βλαστάρι τρυφερό
Είν’ όμως τσακισμένη η ραχοκοκκαλιά σου
Γλυκιέ, θλιμμένε μου αιώνα.
Μ’ αμήχανο χαμόγελο
Κοιτάζεις προς τα πίσω, σκληρός κι αδύναμος
Σαν ένα ευλύγιστο θεριό,
Στα ίχνη π’ άφησαν τα χέρια τα δικά σου.