Πέτρος Γκολίτσης, Σπλάχνα

1391763_10152096796874540_1705536322_n

Χαίρομαι τα σπλάχνα μου απόψε
κι όλα τα όργανα ωραία λειτουργούν
συντονισμένα κυλούν σαν σε μετάξι
τα πόδια μου στη θέση τους με πάνε
νυχτερινή Θεσσαλονίκη Εγώ ‘μαι το μυστήριο εμείς
όπως σταθήκαμε στον χρόνο οι αποστάσεις
κάθετοι εμείς σαν κυπαρίσσια οι σκιές
φως που πυκνώθηκε προσωρινά κι απόψε τα μάτια τρεμοπαίζουνε διαλύονται
διαλύεσαι κι εσύ
……………………………….και μόνο νύχτα


*Από τη συλογή “Το τριβείο του χρόνου”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

Αλέξης Τραϊανός, Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

251854_110802685729225_1150147114_n

Ανεβοκατεβαίνει αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας το όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω από το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις από το ίδιο σου χέρι

‘Απ’ τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από κει που ήσουν
Μ’ ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα στο κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιός του κόλλησε αυτά τ ‘άσπρα μαλλιά
Αφησέ με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ’ ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δεν θα έρθει κανείς
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ’ αυτόν τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξύδι

‘Αφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
‘Ημαστε το ζευγάρι που δεν έχει πού να πάει πια
Το τρένο ´εφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδυ
Για να το δεις να φεύγει πάλι
‘Εγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π’ αχνίζει ποίηση και αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο στριπ τιζ
Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συγχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ ‘όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις  άπ’ το ίδιο σου το χέρι

Το γκάζι μιλά καλύτερα άπ’ τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Τ’ ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως άπ’ το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ’ ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις τέσσερις το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια του ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Η αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους ήχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω άπ’ το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται άπ’ την κρεβατοκάμαρα  στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ασημίνας Ξηρογιάννη Βαρελάκι στη διεύθυνση http://varelaki.blogspot.com

Lawrence Ferlinghetti, Αυτοβιογραφία

Panderma+119

Ζω μια ήσυχη ζωή
πάω στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
κοιτώντας τους πρωταθλητές
της Αίθουσας Μπιλιάρδου του Δάντη
και τους μανιακούς με τα Γαλλικά φλιμπεράκια.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στην κάτω ανατολική λεωφόρο του Μπρόντγουέη.
Είμαι ένας Αμερικάνος.
΄Ημουν ένα Αμερικανόπουλο.
Διάβαζα το Περιοδικό για Αμερικανόπουλα  
και έγινα πρόσκοπος στα προάστεια.
Νόμιζα πως ήμουν ο Τομ Σώγερ
πιάνοντας καραβίδες στο ποτάμι του Μπρόνξ
και φανταζόμουνα πως ήταν ο Μισσισσίππι. 
Είχα ένα γάντι του μπέηζ μπωλ  
και ένα ποδήλατο μάρκας Ιπτάμενος Αμερικάνος.
΄Εκανα διανομή τη Σπιτίσια Συντροφιά της Γυναίκας 
στις πέντε το απόγευμα
ή την εφημερίδα Χέραλντ Τρίμπιουν  
στις πέντε το πρωί.
Ακόμα μπορώ ν’ακούσω τον ήχο της εφημερίδας
όταν πέφτει σε χαμένες βεράντες.
Είχα δυστυχισμένα χρόνια σαν παιδί.
Είδα τον Λίντμπεργκ να προσγειώνεται.
Κοίταξα προς τα παλιά
μα δεν είδα κανέναν άγγελο.
Μ’έπιασαν να κλέβω μολύβια
απ’το Ψιλικατζίδικο του Τάλιρου και του Δεκάρικου
τον ίδιο μήνα έγινα Αητόπουλο στους Προσκόπους.
΄Εκοψα δέντρα για το Παιδικό Αναμορφωτικό Συμβούλιο
και κάθισα πάνω τους.
Αποβιβαστηκα στη Νορμανδία
με μια λέμβο που ντεραπάρησε.
΄Εχω δει τους πιο μορφωμένους στρατούς
στου Ντόβερ την ακτή.
Διαβάζω τη Λόρνα Μόστ
που ήταν ο τρόμος των βιομηχάνων
και είχε πάντα μια μπόμπα πάνω στο γραφείο του.
΄Εχω δει τους σκουπιδιάρηδες να παρελαύνουν
στη γιορτή της Ημέρας του Κολόμβου
πίσω από τους πολύλαλους
τρομπετίστες που έκλαναν.
Δεν έχω πάει στο Κλόιστερ
για πολύ καιρό
ούτε στο Τηίλερι
αλλά σκέφτομαι ακόμα να πάω.
΄Εχω δει τους σκουπιδιάρηδες να παρελαύνουν
όταν χιόνιζε.
΄Εχω φάει σάντουιτς με λουκάνικο στο γήπεδο.
Έχω ακούσει την Προσφώνηση για το Γκέττυσμπεργκ.   
Μου αρέσει εδώ
και δεν θέλω να γυρίσω
από κει που ήλθα.
Έχω κι εγώ καβαλήσει βαγόνια πλατφόρμες 
πλατφόρμες πλατφόρμες.
΄Εχω βρεθεί στην Ασία
με το Νώε στην Κιβωτό.
΄Εχω βρεθεί στις Ινδίες
όταν χτιζόταν η Ρώμη.
΄Εχω βρεθεί στη Φάτνη
με έναν ΄Ονο.
΄Εχω δει τν Αιώνιο Διανομέα
από έναν ΄Ασπρο Λόφο
στο Νότιο Σαν Φρανσίσκο
και τη Γελαστή Γυναίκα στο Πάρκο της Τρέλας
΄εξω απ’το Σπίτι της Χαράς
σε μια γερή νεροποντή
ακόμα να γελά.
Ζω μια ήσυχη ζωή
έξω από το μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
βλέποντας τον κόσμο να περνά
με τα περίεργα παπούτσια του.
Μια φορά ξεκίνησα
να κάνω το γύρο του κόσμου με τα πόδια
αλλά σταμάτησα στο Μπρούκλιν.
Εκείνη η Γέφυρα πήγαινε πολύ για μένα.
΄Εχω μπλέξει με τη σιωπή
την εξορία και την πονηριά.
Πέταξα πολύ κοντά στον ήλιο
και μού ‘φυγαν οι κέρινες φτερούγες.
Ψάχνω για το Χαμένο Αρχηγό
που πετάξαμε μαζί.
Οι νέοι θα ‘πρεπε να γίνουν εξερευνητές.
Αλλά η Μητέρα ποτέ δεν μου είπε
ότι θα υπήρχαν σκηνές σαν κι αυτές.
Κουρασμένος απ’τη Μήτρα
ξεκουράζομαι.
΄Εχω ταξιδέψει
΄Εχω δει τη Λωλή πολιτεία.
΄Εχω ζήσει τη μαζική ανακατωσούρα.
΄Εχω ακούσει τον Κίντ ΄Ορυ να κλαίει.
΄Εχω ακούσει ένα τρομπόνι να κάνει κήρυγμα.  
Έχω ακούσει τον Ντεμπυσσύ
μέσα από ένα στυπόχαρτο.
΄Εχω κοιμηθεί σε εκατό νησιά
όπου τα βιβλία ήταν δέντρα.
΄Εχω ακούσει τα πουλιά
να ηχούν σαν καμπάνες. 
΄Εχω κατοικήσει σε εκατό πόλεις
όπου τα δέντρα ήταν βιβλία.
Τι υπόγειοι σιδηρόδρομοι τι ταξί τι καφενεία!
Τι γυναίκες με τυφλά βυζιά
με τα μέλη χαμένα ανάμεσα στους ουρανοξύστες!
΄Εχω δει αγάλματα ηρώων
σε μικρές πλατείες.
Τον Δαντών να κλαίει σε μια είσοδο του μετρό
τον Κολόμβο στη Μπαρτσελόνα
να δείχνει δυτικά προς τις Ράμπλας
προς τα γραφεία της Αμέρικαν Εξπρές
τον Λίνκολν στην πέτρινη καρέκλα του
και ένα μεγάλο Πέτρινο Πρόσωπο
στη Βόρειο Ντακότα.
Ξέρω πως ο Κολόμβος
δεν εφεύρε την Αμερική.
΄Εχω ακούσει εκατό διαρηγμένους ΄Εζρα Πάουντ.
Θά ‘πρεπε να τους λευτερώσουν όλους.
Είναι πολύς καιρός που ήμουνα βοσκός.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
διαβάζοντας τις μικρές αγγελίες.
΄Εχω διαβάσει το Ρήντερς Ντάιτζεστ
από εξώφυλλο σ’εξώφυλλο
Και πρόσεξα το πόσο μοιάζουν
οι Ενωμένες Πολιτείες με τη Γη της Επαγγελίας
όπου το κάθε κέρμα είναι σταμπαρισμένο
με το Στο Θεό βασιζόμαστε
αλλά τα χάρτινα δολλάρια δεν τό ‘χουν
όντας Θεοί από μόνα τους.
Διαβάζω τις αγγελίες καθημερινά
ψάχνοντας για μια πέτρα για ένα φύλλο
για μια πόρτα που δεν έχει βρεθεί.
Ακούω την Αμερική να τραγουδά
στο Χρυσό Οδηγό.
Κανείς δεν θα μπορούσε να ξέρει
πως η ψυχή έχει φάσεις οργής.
Διαβάζω τις εφημερίδες κάθε μέρα
και ακούω την ανθρωπότητα να τα χάνει
μες τη θλιβερή πληθώρα του τυπογραφείου.
Βλέπω ότι η λιμνούλα του Βάλντεν έχει αποξηραθεί
για να γίνει ένα Λούνα Πάρκ.   
Βλέπω ότι κάνουν τον Μέλβιλ
να φάει τη φάλαινά του.
Βλέπω έναν άλλο πόλεμο νά ‘ρχεται 
μα δε θα βρεθώ εκεί να πολεμήσω.
΄Εχω δει τα γραψίματα
στον τοίχο του αποχωρητηρίου της αυλής.
Βοήθησα τον Κίρλου να τα γράψει.
Παρέλασα στην Πέμπτη Λεωφόρο
παίζοντας μια τρομπέτα
με ένα μεθυσμένο απόσπασμα
αλλά γύρισα πίσω γρήγορα στην Κάσμπα
ψάχνοντας το σκύλο μου.
Βλέπω μια ομοιότητα
ανάμεσα στα σκυλιά και σε μένα.
Τα σκυλιά είναι οι αληθινοί παρατηρητές
γυρνώντας πάνω κάτω στον κόσμο
μέσα από τη χώρα των Μολλόυ.
΄Εχω περάσει από σοκάκια
πολύ στενά για τις Κράυσλερ.
΄Εχω δει εκατό κάρα γαλατάδικα
δίχως άλογα
σε ένα οικόπεδο στην Αστόρια.
΄Εχω ακούσει το τραγούδι του παλιατζή.
΄Εχω ταξιδεψει σε σούπερ εθνικές οδούς
και έχω πιστεψει την υπόσχεση των διαφημίσεων.
΄Εχω διασχίσει την πεδιάδα του Τζέρσει
και έχω δει τις Πόλεις του Κάμπου
και κυλίστηκα στον άγριο βούρκο του Γουέστεστερ
με τις ομάδες των ντόπιων νομάδων του
μέσα σε φοτηγάκια.
Τους έχω δει.
Είμαι ο άνθρωπος εκείνος.
΄Η μουν εκεί.
Υπόφερα κάπως.
Είμαι ένας Αμερικάνος.
΄Εχω διαβατήριο.
Δεν υπόφερα ποτέ δημόσια.
Είμαι αυτοδημιούργητος.
Και έχω σχέδια για το μέλλον.
΄Εχω σειρά για ένα
σπουδαίο πόστο.
Μπορεί να μετακομίσω
στο Ντητρόιτ.
Είμαι προσωπικά μόνο 
πλασιέ σε γραβάτες.
Είμαι ένας καλός φιλαράκος.
Είμαι ένα ανοιχτό βιβλίο
για το αφεντικό μου.
Είμαι το τέλειο μυστήριο
για τους καλύτερούς  μου φίλους.
Ζω μια ήσυχη ζωή
σετο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
ανατενίζοντας τον αφαλό μου.
Είμαι ένα κομμάτι
της παλιάς τρέλας του κορμιού.
΄Εχω περιπλανηθεί σε διάφορα
δάση της νύχτας.
΄Εχω ακουμπήσει σε μεθυσμένες πόρτες.
΄Εχω γράψει άγριες ιστορίες
δίχως σημεία στίξης.
Είμαι ο άνθρωπος εκείνος.
΄Ημουν εκεί.
Υπόφερα.
Κάθησα σε μια άβολη καρέκλα.
Είμαι ένα δάκρυ του ήλιου.
Είμαι ένας λόφος
όπου τρέχουν οι ποιητές.
Εφεύρα το αλφάβητο
αφού είδα τους γερανούς να πετούν
Και να φτιάχνουν γράμματα
με τα πόδια τους.
Είμαι μια λίμνη στο λειβάδι.
Είμαι μια λέξη
σ’ένα δέντρο.
Είμαι ένας λόφος ποίησης.
Είμαι μια επιδρομή
στο άναρθρο.
΄Εχω ονειρευτεί
ότι μου ‘πεσαν όλα τα δόντια
αλλά έζησε η γλώσσα μου
για να πει το παραμύθι.
Γιατί είμαι ένας αποστακτήρας
της ποίησης.
Είμαι μια τράπεζα τραγουδιών.
Είμαι ένας πιανίστας
σ’ένα εγκαταλειμένο καζίνο
σε μια παραλιακή πλατεία
στην πυκνή ομίχλη
και παίζω ακόμη.
Βρίσκω μια ομοιότητα
ανάμεσα στη Γελαστή Γυναίκα
και σε μένα.
΄Εχω ακούσει τον ήχο του καλοκαιριού
στη βροχή.
΄Εχω δει κορίτσια σε εξέδρες
νά ‘χουν μπλεγμένες αισθήσεις.
Καταλαβαίνω τους δισταγμούς τους.
Είμαι ένας φρουτοσυλλέκτης.
΄Εχω δει πως τα φιλιά
προκαλούν την ευφορία.
΄Εχω δει καμηλοπαρδάλεις
σε ζουγκλογυμναστήρια
οι λαιμοί τους όπως ο έρωτας
νά’ναι τυλιγμένοι στις σιδερένιες συνθήκες
του κόσμου.
΄Εχω δει την Αφροδίτη
δίχως χέρια
στο γιομάτο ρεύματα διάδρομό της.
΄Εχω ακούσει μια σειρήνα
να συρίζει
στο αριθμό ΄Ενα της Πέμπτης Λεωφόρου.
΄Εχω δει την Άσπρη Θεά
να χορεύει
στην οδό των Καλών Τεχνών
στις Δεκατέσσερις Ιουλίου
και την ΄Ομορφη Γυναίκα την Ανελέητη
να σκαλίζει τη μύτη της στου Τσάμλει.
Δεν μιλούσε Αγγλικά.
Είχε ξανθά μαλλιά
και μια βραχνή φωνή
και ούτε ένα πουλί τραγούδησε.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
να βλέπω τους παίχτες του μπιλιάρδου
να βρίσκονται σε φάση μινεστρόνε
να κατεβάζουν μακαρόνια
και έχω διαβάσει κάπου
το Νόημα της ΄Υπαρξης
αλλά έχω ξεχάσει
ακριβώς που.
΄Αλλα είμαι ο άνθρωπος εκείνος
και θα είμαι εκεί.
Και μπορεί να κάνω τα χείλια
αυτών που κοιμούνται
να μιλήσουν
Και μπορεί να κάνω τα τετράδιά μου  
να γίνουν δεμάτια γρασίδι.
Και μπορεί να γράψω τον ίδιο μου
τον επώνυμο επιτάφιο
που να οδηγεί τους καβαλάρηδες
να περάσουν.  

Mετάφραση: Κώστας Γιαννουλόπουλος-Φώτης Αθέρας 

*Αναδημοσίευση από το http://estrechogv.blogspot.gr/2012/11/lawrence-ferlinghetti.html 

Τζούλια Φορτούνη, Δύο ποιήματα

1457741_690501090974016_1596584378_n

στο δάσος

τα χέρια σου έχουν το σχήμα
των φθινοπωρινών φύλλων

ένας μικρός δρυκολάπτης
παίζει με το γέλιο σου
καθώς αφήνεις τ’ αποτυπώματα
της βροχής στο κορμί μου
και μια αλεπού χτενίζει ανέμελα
την κόκκινη ουρά της

και είναι μια συνηθισμένη μέρα
φθινοπωρινή
στο δάσος

ό,τι έμεινε

Είναι φως
Μια στιγμιαία φωτογραφία
Στην κορνίζα της απουσίας

Ό,τι έμεινε είναι φως
Παγιδευμένο
Στο κεχριμπάρι του χρόνου
Ήχος χαρτιού που σκίζεται
Ποίημα ημιτελές

Ό,τι έμεινε
Είναι μόνο το φως
Που αναθρώσκει

Τα άλλα συνθέτουν το κενό

*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013. Η ποιήτρια διατηρεί επισης το ιστολόγιο Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.com

Γιάννης Γιαννουλέας, Ποιος είσαι;

stock-photo-businessman-with-gas-mask-watching-tv-100605385

Είμαι ο διαννοούμενος
που δεν χρησιμοποιεί το μυαλό του –
 
ο εραστής
που δεν κάνει ποτέ έρωτα –
 
ο καλλιτέχνης
που κανένα έργο δεν παράγει –
 
Είμαι η μαύρη τρύπα στα σωθικά
μιας κοινωνίας
που αλλοφρονεί.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Λαθρομετανάστης στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το βράδυ του θανάτου

images

Το βράδυ του θανάτου
στη χώρα των ονείρων
με κοίταζες με δάκρυα στα μάτια.

Πρώτη φορά σ’ έβλεπα με δάκρυα στα μάτια.
Πάντα ήσουν τόσο δυνατός.
Μα ποτέ πιο δυνατός από τότε
το βράδυ του θανάτου
όταν είχε έρθει η ώρα να φύγω.

Και τα λόγια σου έβγαιναν μαζί με τα δάκρυα
λόγια αγάπης για τον λίγο χρόνο που είχαμε
λόγια κρυμμένης οδύνης για τον χρόνο που τελείωνε:

‘‘Αύριο θα είναι η πρώτη μέρα της ζωής μου χωρίς εσένα’’.

Με αγκάλιασες
και για λίγο πίστεψα
πως η αγκαλιά σου
δε θα μ’ άφηνε να φύγω.

Όχι, δεν το πίστεψα.
Ήξερα καλά πού βρισκόμουν.

Και ξύπνησα
και το τηλέφωνο ήδη χτυπούσε.

*Για περισσότερα κείμενα και ποιήματα του Αλέξη Αντωnόπουλου επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http:www.alexantonopoulos.com

Regina Ullmann, Στο λιβάδι με τις παπαρούνες τη στιγμή της καταιγίδας

1450239_607007782668541_314367208_n

Πήγαινα στο λιβάδι με τις παπαρούνες
Τη στιγμή μιας καταιγίδας
Πολλά χρόνια πριν
Κι ήταν το φουστάνι μου
Από ύφασμα κόκκινο και φαρδύ πολύ
Σαν τσακισμένη παπαρούνα από μετάξινο μαλλί
Κι άνοιξα μια ουρά σαν παγωνιού
Να προστατέψω το λιβάδι από τους κινδύνους
Και κάλεσα ως μάρτυρα εμένα
Από κόσμους υψηλούς
Που με παρέδωσαν σε τούτο το λιβάδι
Ατέλειωτα χρόνια πριν δώρο σ’ αυτή τη μέρα.

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Αnn Sexton, Σιωπή

anne-sexton

Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή με καταβροχθίζει
C. K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν το σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό
λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις από την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν οι λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σαν μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολογάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
του στόματός μου.

*Από το βιβλίο “Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές”, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ. Ύψιλον.

Χριστόδουλος Καλλίνος, Ο μουγκός ποιητής

530505_10152048687113570_1812460484_n

Ο μουγκός ετούτος ποιητής,
που τον βαραίνει η οργή των τρομερών ανέμων
η θλίψη των κλειστών παραθυριών
των ερημωμένων δρόμων η οδύνη.
ο μουγκός ετούτος ποιητής
που τον βαραίνει η σιωπή,
η αδικία των αιώνων,
ο μουγκός ετούτος ποιητής,
δεν θα μιλήσει…

Benjamin Peret, Το φως μέσα στον ήλιο

0+mujer+desnuda+en+lo+osuro,+la+buena+tiniebla

Η μικρή γύμνια
βαριέται μες στο κόκκινο κεχριμπαρένιο της καράβι
Απλώνεται σαν τη θάλασσα
σαν τα μαλλιά της
Ζητά απ’ τη βροχή και τον καλό καιρό
ένα κλαρί πριονιών
κι ένα σχοινί ευαγγελίου
με μεγάλα κεριά σπιτιών
Είναι τόσο νεότητα και τόσο ομορφιά
που η καπνιά μεγάλη κατεργάρα
την πλησιάζει με χέρια κύκνου
καθαρισμένα απ’ το οινόπνευμα και τους ανέμους
Όμως η βροχή χαμογελά στον καλό καιρό
που χαϊδεύει τις τρίχες των βουνών
και οι δυό τους συνεννοούνται για να κυνηγήσουν τις κοιλάδες
που ζουν με φύλλα και με σκόνη
με πέτρες και μπαστούνια

*Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Από το βιβλίο: Μπενζαμέν Περέ, «Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα», Εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις: Σωτήρης Λιόντος & Νίκος Σταμπάκης, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2007, σελ. 166.
**Αναδημοσίευση από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com