Georg Trakl, Χειμωνιάτικο βράδυ

Georg Trakl

Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

*Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

***

Χειμωνιάτικο βράδυ (2ο σχεδίασμα)

Όταν στο παράθυρο πέφτει το χιόνι
Και τον εσπερινό σημαίνει η καμπάνα
Για πολλούς είναι στρωμένη η τάβλα
Και τίποτε δεν λείπει από το σπίτι

Κάποιος περάτης
Από σκοτεινά μονοπάτια φτάνει στην πύλη
Ολόχρυσο το δέντρο του ελέους ανθίζει
Από τον δροσερό χυμό της γης

Ο οδοιπόρος μπαίνει μέσα σιωπηλός
Έχει πετρώσει το κατώφλι ο πόνος
Λάμπουν μέσα στο καθάριο τους φως
Πάνω στο τραπέζι ο άρτος κι ο οίνος

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Γιάννης Υφαντής , Οι ποιητές χρειάζεται να οπλοφορούν

Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται να οπλοφορούν.

Α, τους υποκριτές
μιλούν για βία, βασανισμούς και καταπίεση κι εγκλήματα
και μήτε που υποψιάζονται
πόσο υποφέρει ένας ποιητής σαν ταξιδεύει
με υπεραστικό λεωφορείο που διαθέτει κασετόφωνο.

Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι’ αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται
να οπλοφορούν.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου” (1988)

Emily Dickinson, Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

emidicki7

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.

*Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 494 (αυτός έμαθε)

1452548_10200954212839218_907045572_n

εκκρεμές,
τη γη
κτυπά υπόκωφα,
η αρχαία θλίψη
και τα φώτα λυγισμένα
απώλειες στάζουν:
πεινασμένα
μάτια
και αναπνοές
αποχαιρετισμών,

στους δρόμους,
καθρέπτες σπασμένοι
από στραμμένες
κάνες,
οι νεκροί,
το πλεόνασμα,
μ’ αυτούς και με αίμα,
αθώων
και όλοι
μας θέλουν αγγέλους,
αυτοί,
οι κρυμμένοι με τα στεγνά μαντήλια
στο πέτο

κι αυτός,
έμαθε,
από τις αλήτικες
σχέσεις του,
τις κρυφάκουγε
στα βρώμικα σεντόνια
των ηδονών του,
ευτυχώς
ξέρει,
τα θαύματα
θέλουν προβοκάτσιες
θάρρους

κι αυτός
έμαθε,
πρώτα ανατίναξε όσα της χάρισε,
έκρυψε και τ’ αστέρια
από τα μάτια της,
πήδηξε και τους τοίχους
από τα φτιαχτά
βογγητά της
και τέλειωσε,

έμαθε
να μην έχει
τα χέρια ψηλά,
να μην ακούει τα είδωλα,
τους κολασμένους μόνο να εμπιστεύεται,
αυτούς,
με τις τρύπιες καρδιές
και τα πυρωμένα μάτια•

AlexMil
9-12-2013

*Εδώ απαγγελία του ποιήματος από τον Αλ. Μηλιορίδη http://f.cl.ly/items/0I36221K332n2u1W1m2m/494.mp3

Dylan Thomas, Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα
Φοβισμένοι, αφήνοντας τις λέξεις μας να είναι τρυφερές
Από φόβο μήπως ξυπνήσουμε τις κουρούνες,
Από φόβο μήπως έρθουμε
Αθόρυβα μέσα σ’ έναν κόσμο φτερών και κραυγών.

Αν ήμασταν παιδιά, ίσως να σκαρφαλώναμε,
Θα πιάναμε τις κουρούνες να κοιμούνται, και δεν
θα σπάγαμε ούτε κλαράκι,
Και, μετά το μαλακό ανέβασμα,
Θα τινάζαμε τα κεφάλια μας πιο πάνω απ’ τα κλαριά
Για να θαυμάσουμε την τελειότητα των άστρων.

Πέρα απ’ τη σύγχυση, όπως συμβαίνει συνήθως,
Και τον θαυμασμό για όσα ο άνθρωπος γνωρίζει,
Πέρα απ’ το χάος θα ‘ρχόταν η μακαριότητα.

Αυτό, τότε, είναι ομορφιά, είπαμε,
Παιδιά που με θαυμασμό κοιτάζουν τ’ αστέρια,
Είναι ο σκοπός και το τέλος.

Χωρίς να είμαστε τίποτ’ άλλο παρά μόνο άνθρωποι,
περπατήσαμε μέσ’ απ’ τα δέντρα.

*Mετάφραση: Βίλκη Τσελεμέγκου-Αντωνιάδου

Osip Mandelstam, Silentium

463217531

Αυτή δεν έχει ακόμη γεννηθεί,
Αυτή, είναι η μουσική κι ο λόγος
Είναι ο ακατάλυτος δεσμός
Ολάκερης της πλάσης

Του στήθους ήρεμα αναπνέουν τα πελάγη
Και σαν η μέρα φωτίστηκε καλά
Κλαδιά μιας πασχαλιάς χλωμής
Μέσ’ το γαλάζιο βάζο είναι.

Τη δύναμη τα χείλη μου θα βρουν
Τον πρώτο δισταγμό να ξεπεράσουν
Νερό κρυστάλλινο να πιουν
Γιατί αυτό, αγνό γεννήθηκε στον κόσμο!

Ακίνητη στάσου Αφροδίτη
Στη μουσική επέστρεψε τον λόγο,
Των άλλων τις καρδιές να λυπηθείς
Με την αρχέγονη ζωή ενώσου!

*

Ισως να σου ‘μαι άχρηστος,
Νύχτα – από τα βάθη του ωκεανού
Σαν όστρακο δίχως μαργαριτάρι
Ξεβράστηκα στην ακτή σου.

Κάνεις τα κύματα αδιάφορα ν’ αφρίζουν
Κι αδιάλλακτα τραγουδάς –
Μα θ’ αγαπήσεις κάποτε και τότε θα εκτιμήσεις
Τ’ άχρηστο ψέμα αυτού του κογχυλιού.

Στην άμμο δίπλα της ξαπλώνεις
Φοράς τ’ άμφια τα δικά της,
Μαζί της δένεσαι για πάντα
Μεγάλη της αποθαλασσιάς καμπάνα

Και οι λεπτοί του κογχυλιού οι τοίχοι,
Σαν έρημο σπίτι πλημμυρίζουν
Απ’ τους ψιθύρους του αφρού,
Τ’ αγέρα, της βροχής και της ομίχλης…

*

Μισώ των ομοιόμορφων
Αστεριών το φως.
Παραλήρημα – παλιέ μου γνώριμε,
Σε χαιρετώ από το ύψος της πολεμίστρας.

Γύρω μου πέτρες μοναχά
Και της αράχνης το λημέρι.
Αδειος ουρανός το στήθος μου,
Που μια λεπτή βελόνα το χαράζει.

Θε’ να ‘ρθει κι η δική μου η σειρά
Τ’ άνοιγμα των φτερούγων δοκιμάζω.
Λοιπόν – σα βέλος ζωντανό
Η σκέψη δεν ξέρει πού να πάει

Ο χρόνος και ο δρόμος μου σα θα σωθούν
Θα επιστρέψω ξέρω:
Είτε εκεί όπου δεν μπόρεσα ν’ αγαπήσω
Είτε εκεί όπου φοβάμαι ν’ αγαπήσω

Τζούλια Φορτούνη, Καθρέφτης

specchio

ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου ανάμεσα στα θραύσματα
ν’ αγγίξω το αίμα στα ματωμένα παπούτσια
να πατήσω τη σκανδάλη της ανυπαρξίας
τον ιδρώτα στο μέτωπο, τη σκόνη από τα ερείπια
επιτέλους στα χείλη μου να φέρω

γιατί πάντα αυτός ο καθρέφτης
μ’ εμπόδιζε να δω όλη την αλήθεια
κι αυτό που ανάμεσα στις παραμορφώσεις
στίλβον και απρόσιτο χαμογελούσε
με ψευδεπίγραφη ασφάλεια
ήταν απλώς η αντανάκλασή μου

ήρθε η ώρα να σπάσω τούτον τον καθρέφτη
να βάλω το χέρι μου γενναία
ανάμεσα στα είδωλα
το παγιδευμένο φως να ελευθερώσω

και να γράψω

*Από την ποιητική συλλογή «Φυσικό αντίδοτο», εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2013, σελ. 15.
Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Νίκος Καρούζος, Πέντε ερωτικά αποσπάσματα

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα.
Κι εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά
ψηλά χαμένος.

*

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής-
ω χλοερά γόνατα- και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κι ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.

*

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
πότε την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος δειλιασμένο
δροσερός από τρόμο.

*

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα
δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία
δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.

*

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Νά οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

Emília Cerqueira, Freedom!!!

1450748_10201750661745456_625267730_n

Alto, muito alto,
um pássaro azul plana…
A sua beleza dói,
a sua solidão é infinita…
Alto, muito alto,
a liberdade anda à solta

High, very high,
a bluebird flat …
Its beauty hurts
his loneliness is endless …
High, very high,
freedom is on the loose

Ψηλά, πολύ ψηλά,
πετάει το γαλάζιο πουλί…
Πονάει η ομορφιά του
η μοναξιά του είναι ατελείωτη …
Ψηλά, πολύ ψηλά,
η ελευθερία είναι χαλαρή

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, λόγια της αβύσσου

1237095_380354845424745_40473161_n

ύποπτος
ο κόσμος,
αφηρημένος ίσκιος,
γυμνός,
δεν ξέρω,
ο καθρέπτης,
η αντανάκλαση,
πιτσιλισμένες ματιές
με τη στοργή του πεθαμένου:
και με κοιτούν
μοναχικοί άνθρωποι,
στιγμιότυπα
χωρίς εσένα,

ανάγκη
είχαν οι αδυναμίες μου,
τη ματιά σου
και η βενζίνη
στα νυχτερινά γυμνά γεύματα
τα όνειρα έκαιγε,
ξοδεμένες σκέψεις
σε κανάλια ήχου,
σε ψιθύρους ανοησίας,
εγώ και συ,
εγωισμοί,
σε στόματα υπερμεγέθη,
να μιλούν,
σιωπές
παρατεταμένες
σε κρυστάλλινους
πλανήτες

το αίμα,
το νόμισμα της οδύνης:
τα δάκρυα
του άνδρα
σε φράσεις ατέλειωτες
και το άλγος μου,
χορογραφία,
με τα εύθραυστα στήθη σου
στα μάτια μου,
αγγίσματα
κρεμασμένα
στους στείρους τοίχους
της αδιαφορίας,
τα φιξάκια της ανόθευτης
αναμονής
μου

ένα κομμάτι
χαρτί λοιπόν,
αρχιτεκτονική αγάπης,
το προάστειο
του μυαλού μου,
η μεταφυσική της αβύσσου
και γράφω
για σένα

AlexMil 5-12-2013