Νανά Τσόγκα, Η απληστία του φωτός

Έργο της Angelica Privalihina

Έργο της Angelica Privalihina

Κλαδάκια από ‘ίσως’ και ‘αλλά’
φυσάει και αναδεύονται
μέσα στις λάσπες των καιρών και
στην καρδιά της Μεγάλης Ξηρασίας.
Ξυπνάνε, φορές, με το πέρασμα της σκουριάς
– τσιμέντο και σίδερο –
με μια ανεξήγητη ορμή να γίνουν ‘θέλω!’
στη διεκδίκηση της άλλης εκδοχής
όταν και οι ρίζες έχουν ποθήσει σφόδρα
μεταΚίνηση.
‘Ίσως’ να προτιμούσα μια λιακάδα
‘αλλά’ και με τις συννεφιές αντέχω.

Να φταίει ο λαβύρινθος;
Να φταίει η γραφειοκρατία;
Σηκώνεται απ’ τη θέση της αθόρυβα
– πάλι αναλήφθηκε στα νέφη –
μείναμε στην ομίχλη χωρίς Βούληση
κι απέναντι έχει ξεροσταλιάσει
να μας περιμένει η Πράξη
δοκιμασία περνάνε τα συνθήματα
στους τοίχους – τα μόνα που γνωρίζουνε
τις άδειες κεφαλές μας.

Ίσως να φταίνε οι γραμμές
του τρένου ή του πενταγράμμου
αλλά, πάλι, τόσο ανίδεοι κι αγράμματοι
μέσα σε τέτοια ύποπτη ευτυχία;

‘Ίσως’ να είναι ο Πινόκιο,
‘αλλά’ μπορεί και ο Συρανό.

Ισμήνη Λιόση, Ο οίκος των μυστηρίων

reposeuf

Τοιχογραφία III

Στο κάδρο του παράθυρου δυο γριές
Γυναίκες δίχως τη σκιά του άντρα
Γυναίκες που χτενίζονται
Κι η μια της άλλης το μικρό ασημέ­νιο καταρράκτη τραγουδάει
Η πρώτη κάθεται· η δεύτερη ορθή
Κι ο χρόνος έχει απλώσει ένα νυφικό
που πάλιωσε στα πρόσωπα τους
Ωστόσο η χτένα τις καλλωπίζει με
τα σαράντα χέρια της
Ενώ ο καθρέφτης πίσω τους — ένας
παλλαιϊκός αγαπημένος
Το πόσο είναι ακόμη αξιέραστες με
δέος αναφωνεί.


*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 19, σελ. 34.

Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος, Η μόνη βεβαιότητα

Σύνθεση: Demonrat Granai

Σύνθεση: Demonrat Granai

Όλα θα κριθούν στο ρίξιμο της μιας ζαριάς:
αν θα με αγαπάς και αύριο
ή θα με ξεχάσεις με το πρώτο χάραμα,
αν θα κρατάς το μπράτσο μου στην αγκαλιά σου
ή θα το έχεις πετάξει στα σκουπίδια.
Τρέμω μήπως και ξυπνήσω ένα πρωί με
το κεφάλι μου κομμένο σε φέτες
πάνω στο κομοδίνο,
μήπως είσαι ακόμα δίπλα μου
και δεν μπορώ να σε αγγίξω.
Και μετά από μερικά χρόνια, ποιος ξέρει;
Ίσως είμαστε ο ένας για τον άλλον γραμματόσημα
σε έναν φάκελο που χάθηκε στον δρόμο,
ίσως ο κόσμος αυτός να είναι ένα γιογιό
που θα ‘χει αλλάξει χέρια.
Ο χρόνος καταργεί εξ ορισμού
τις βεβαιότητες.
Μόνο έναν αφήνει σίγουρο,
να περιμένει κάτω απ’ το κρεβάτι.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι Φόβοι”  εκδ. Πολύτροπον. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://eikonomageia.blogspot.gr/2014/03/blog-post_28.html

Πωλ Βερλαίν, Το Οικείο Μου Όνειρο

Βλέπω συχνά ένα παράξενο
όνειρο και συγκινητικό
Για μια γυναίκα άγνωστη
που μ’ αγαπά και που την αγαπώ
Και κάθε φορά δεν είναι εντελώς αυτή
Ούτε και κάποια άλλη,
που μ’ αγαπά και με κατανοεί

Με κατανοεί και η καρδιά μου η διαφανής
Μόνον χάρη σ’ αυτήν αλί!
Παύει να με στενοχωρεί
Μόνο χάρη σ’ αυτήν,
και το νοτισμένο μου μέτωπο το ωχρό,

Μόνον αυτή κλαίει και το δροσίζει.
Είναι ξανθιά, κοκκινομάλα
ή μελαχρινή;-το αγνοώ
Τ’ όνομά της;
Θυμάμαι είναι γλυκό και ηχηρό
Όπως εκείνων που εξόρισε η ζωή
Το βλέμμα της ίδιο με βλέμμα αγαλμάτων
Κι όσο για τη μακρινή, ήρεμη, βαριά της φωνή
Αλλάζει ο τόνος της καθώς
αλλάζει κι η φωνή αγαπημένων
Πού’ χουν από καιρό αποδημήσει

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

Η+«θεολογία+των+γεγονότων»+αντιμέτωπη+με+τα+«γεγονότα+της+ιστορίας»

Όπου νά ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της    
βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη    
μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα    
συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της    
χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυό
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυό
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυό.                   

1947

*Από τα «Ποιήματα (1941-1974)», Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 28-29.

Κατερίνα Γώγου, Από το “Νόστος”

530923_411664625571446_1242330692_n

Εγώ, η Κατερίνα…
Κόρη του πατέρα μου Θάνατου – Ουρανού…
Και της γυναίκας του, μητέρας μου Ζωής – Γης…
Λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή, της αδελφής μου Σελήνης…
Και με άνομο ζωοποιό έρωτα για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο…
Χωρίς φόβο, γράφω αυτά…
Γιατί τον πατέρα μου Θάνατο, πιο πολύ από τη μητέρα μου ζωή
αγάπησα…
Και εκ φύσεως αιρετική, τη λογική αντέστρεψα…
Και με πίστη βαθιά πίστεψα, πως από τον πατέρα μου Θάνατο – Ουρανό αρχίζει η Ζωή…
Και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω…
Γι’ αυτό ο πατέρας μου, το πέρασμα με τους εφτά αγγέλους της μέρας και τους
εφτά αγγέλους της νύχτας μου έδειξε…
Πως από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω…
Και στον ουρανό ξανά κάνοντας κίνηση κυκλικά ανοδικά πάντα να μπαίνω… Εγώ, η Κατερίνα…
Χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά…
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα…
Χωρίς να μ’΄ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω…

Idea Vilarino, Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους…

222410-rain_theme_by_sielojramu1

Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους,
το βάρος της σιωπής, εκείνο το τόξο, εκείνη την εγκατάλειψη,
φλόγισέ μου τα χέρια,
δώσε νόημα στη ζωή μου
με το γλυκό το χάρισμα που σου ζητώ.

Δώσε μου το φως το λυπημένο, παθιασμένο και γερό
εκείνων των ουρανών των μακρινών, την αρμονία
εκείνων των κόσμων των σφαλισμένων,
δώσε μου το όριο το σιωπηρό,
το συγκρατημένο περίγραμμα εκείνων των φεγγαριών των σκιερών,
το εγγενές τραγούδι τους.

Εσύ, ο αφορισμένος, δίνεις τα πάντα,
εσύ, ο ισχυρός, ζητάς,
εσύ, ο σιωπηλός, δώσε μου το γλυκό το χάρισμα
από αυτό το μέλι το άμεσο και με νόημα κανένα.

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιό της στο http://elenastagkouraki.blogspot.com

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Τὸ κρασὶ τῶν Φαιάκων

pio-asynithistoi-proorismoi-09

Πές μου το πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.
Ποιὸς θὰ μποροῦσε ἀλήθεια νὰ κρατήσει τὸ τιμόνι σὲ τούτους
τοὺς καιρούς;
Χάλασε κι ἡ πυξίδα χαθῆκαν οἱ προορισμοὶ
τὰ κύματα σηκώθηκαν ὡς τὸ μυαλὸ σβήσανε οἱ αἰῶνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Ἂσ’ τοὺς ἀνέμους νὰ μᾶς πᾶνε ὅπου θέλουν
ἂσ’ τοὺς ἀνέμους καὶ τὸ τυφλὸ κρασὶ
τὸ ματωμένο φῶς πάνω στὰ χείλη σου, τὸ ψέμα κι ἡ ὀμορφιά σου
πές μου τὸ πάλι
πές μου τὸ πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.

Γρηγόρης Σακαλής, Επιστροφή

1103461065_5b35434bd6_b

Έτρεξα διψασμένος
στην πηγή σου
να πιω γάργαρο νερό
μα ήταν χορταριασμένη
και στεγνή
οστά την περιβάλανε
από αρχαίες εποχές
αγάπες πέθαναν εκεί
και αιώνιοι εραστές
ξεψύχησαν πρόωρα
τράβηξα στα βουνά
ούτε εκεί σε βρήκα
κι ήρθα πίσω στις πολιτείες
σε κάθε γωνιά σε έβλεπα
όμοια με ομοίους
είχες μεταλλικά μάτια
και δόντια κοφτερά
τρόμαξα
κι έτρεξα να κρυφτώ
σε παρελθόντα χρόνο
απατηλό κι αγαπημένο.

Leo Ferre, Η Μοναξιά

Είμαι από μία χώρα αλλιώτικη απ’ την δική σας
μία αλλιώτικη γειτονιά μία αλλιώτικη μοναξιά
ανακαλύπτω απόψε δρόμους που θα διαβώ
του δικού σας κόσμου πια δεν είμαι
μα προσμένω αποτελέσματα μεταλλάξεων
βιολογικά βολεμένος με την ιδέα που έχω
για την βιολογία κατουράω, χύνω και κλαίω
υπάρχει άραγε κάποια ανάγκη να φτιάξουμε τις ιδέες μας
λες και τάχα ήταν βιομηχανοποιημένα προϊόντα;
εγώ έτοιμος είμαι πάντως να σας προμηθεύσω τα καλούπια
μα…
η μοναξιά…
τα καλούπια αυτά είναι καινούργιου τύπου,
σας το λέω πως χύθηκαν αύριο το πρωί
κι αν δεν διαθέτετε απ’ απόψε την σχετική αίσθηση διάρκειας
δεν κάνει να σας την μεταδώσω
και είν’ ανώφελο να κοιτάζετε μπρος
γιατί το μπρος είναι τελικά πίσω και η νύχτα μέρα
και…
η μοναξιά…
είναι απόλυτη ανάγκη τ’ αυτόματα πλυντήρια στις γωνίες των δρόμων
να μείνουν ελεύθερα σαν τους σηματοδότες
οι μπάτσοι της λευκότητας να σας υποδείχνουν
το σε ποιο κουτί σας επιτρέπεται να πλύνετε
εκείνο που εκλαμβάνετε για συνείδησή σας
αλλά δεν είναι παρά ένας εθισμός του οργάνου του νευροφυτικού
που χρησιμεύει γα εγκέφαλός σας
και όμως…
η μοναξιά…
η απελπισία είναι η ύψιστη μορφή κριτικής
για την ώρα ας την πούμε συμβατικά «ευτυχία»
οι λέξεις που ξεστομίζετε δεν είναι πια «οι λέξεις»
μα κάποιο είδος αγωγού για ν’ αποκτήσουν καλή συνείδηση
οι αναλφάβητοι, μα…
η μοναξιά…
ο αστικός κώδικας αλλά γι’ αυτόν αργότερα ας τα πούμε
γιατί τώρα θα ’θελα να συστηματοποιήσω το ασυστηματοποίητο
θα ’θελα να μετρήσω τις Δαναΐδες δημοκρατίες σας
θα ’θελα να κλειστώ στο απόλυτο κενό και να γίνω
το ανείπωτο, το μη πραγματοποιήσιμο
το μη αγνό μέσα στην έλλειψη κάθε διαύγειας.
Η διαύγεια κρύβεται μες στα παντελόνια μου.

*Δημοσιεύθηκε στο 18ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη».