Άννα Αχμάτοβα, Στον ξύπνιο

Cologne Progressives:Franz w Seiwert 'Demonstration (1925)

Και τον χρόνο έδιωξα, και τον χώρο έδιωξα.
Κι όλα τα είδα μέσα απ’ τη νύχτα τη λευκή–
Και τον νάρκισσο στο κρυστάλλινο βάζο στο τραπέζι σου,
Και του τσιγάρου τον γαλαζωπό καπνό.
Κι εκείνος ο καθρέφτης όπου, σαν το καθάριο το νερό,
Θα μπορούσες να καθρεφτιστείς. Και τον χρόνο έδιωξα και τον χώρο έδιωξα.
Μόνο που εσύ να με βοηθήσεις δεν μπορείς.

*Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης).

** Παρμένο από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/04/28/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BE%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%B9%CE%BF-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CF%87%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%BF%CE%B2%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B4/

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Το τελευταίο φως

eclipse-83

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό. Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα

*Παρμένο από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/04/29/%CF%84%CE%BF-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B7-%CF%81%CE%BF/

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δυο καρδιές ηλεκτρισμένες σ’ ένα τραίνο…

1509849_316300481852363_8807175054181453026_n

Στις 24 Απριλίου ήταν η επέτειος του θανάτου του ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ (1902-1970).

Το πρωί, μέσα στο τραίνο, όπως τη θέση μου

–την ίδια πάντα- παίρνω απέναντί σας,

τ’ ωραίο, λιτό κεφάλι μού προσφέρετε

σα φρούτο σε κρυστάλλινη φρουτιέρα…

Μπροστά σας ένα απλό παιδάκι γίνομαι

που, ορθό σε μια προθήκη φωτισμένη,

νιώθει η καρδιά του απόκρυφα να δένεται

μ’ ένα λαμπρό, γαλάζιο παιχνιδάκι…

Χρόνια με το ίδιο τραίνο ταξιδεύουμε,

λικνίζοντας τ’ απίθανα όνειρά μας:

στο ερωτικό, τ’ αμφίβολο ταξίδι μας,

ω, ας μένουμε κι οι δυο μας πάντα ξένοι!

*Το ποίημα πάρθηκε από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού στη διεύθυνση 
www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=375&author_id=80 και η εικόνα της ανάρτησης από τη διευθυνση http://www.museumsyndicate.com/item.php?item=9758
*Εμείς το ποίημα και την εικόνα τα πήραμε από τη σελίδα της φίλης Σωτηρίας Αλωνιστιώτη στο facebook.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food

1979565_1487074411521260_230376856_n


I

Είπε να μείνει.
Κι έμεινε. ΄Ολοι, όμως,
πού είναι, λένε.

ΙΙ

Διάβασα πολύ.
Όμως ποτέ δεν αρκεί.
Χρόνε σε μισώ.

ΙΙΙ

Νύχτες να γλεντώ,
της νύχτας τους κινδύνους
αποφεύγοντας.

ΙV

Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
και λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

Βύρων Λεοντάρης, Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν

1496658_650244348378716_3407672816358204720_n

Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν
γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας.
Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη.
Ανάσα και χειρονομιά καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα
κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα
και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού
και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο
βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά
πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων
όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά
μιλάει μόνο με σχήματα
μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς
στις φαντασμαγορίες του τίποτε.

Έτσι κι εμείς αδειάσαμε
και μας ψέκασαν με αναισθητικό
έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο
– αυτό δα είναι κι αν είναι αποξένωση… –
κι η ποίηση έγινε κραυγή έξω απ’ τον πόνο.
Σμιλεύουμε σμιλεύουμε πληγές
σκαρώνοντας μνημεία και μπιμπελό
Αλλά το τρομερό καραδοκεί.

Ό, τι δεν είναι τέχνη μέσ’ στην τέχνη
αυτό
το ανθρώπινο
αυτό
κι εμάς κι αυτήν θα μας ξεκάνει.

*Από τη συλλογή “Εν γη αλμυρά” 1996.

Γιώργος Γιαννόπουλος, C´est extra c´est extra

surrealist-artist01

Une robe de cuir comme un fuseau
Qu´aurait du chien sans l´faire exprès
Et dedans comme un matelot
Une fille qui tangue un air anglais
C´est extra
Un Moody Blues qui chante la nuit
Comme un satin de blanc marié
Et dans le port de cette nuit
Une fille qui tangue et vient mouiller

C’ est extra c’ est extra
C´est extra c´est extra

Des cheveux qui tombent comme le soir
Et d´la musique en bas des reins
Ce jazz qui d´jazze dans le noir
Et ce mal qui nous fait du bien
C´est extra
Ces mains qui jouent de l´arc-en-ciel
Sur la guitare de la vie
Et puis ces cris qui montent au ciel
Comme une cigarette qui brille

Ces bas qui tiennent hauts perchés
Comme les cordes d´un violon
Et cette chair que vient troubler
L´archet qui coule ma chanson
C´est extra
Et sous le voile à peine clos
Cette touffe de noir jésus
Qui ruisselle dans son berceau
Comme un nageur qu´on n´attend plus

C´est extra c´est extra
C´est extra c´est extra

Une robe de cuir comme un oubli
Qu´aurait du chien sans l´faire exprès
Et dedans comme un matin gris
Une fille qui tangue et qui se tait
C´est extra
Les Moody Blues qui s´en balancent
Cet ampli qui n´veut plus rien dire
Et dans la musique du silence
Une fille qui tangue et vient mourir

John Berryman, Ονειρικό τραγούδι 90

_aannoiai

Για έκδοση μετά θάνατον αρ. 13

Στα βάθη της νύχτας ονειρεύτηκε αρετές υψηλότερες,
αποδεσμεύσεις, και πρόσωπα αγαπημένα,
σαν κι αυτά που τώρα τραγουδά πριν το ξημέρωμα.
Εύκολο δεν ήταν, μαθημένος σʼ αυτά τα πράγματα,
να εγκαταλείψει τον παλαιό κόσμο, αλλά προσπάθησε•
αιωνία η μνήμη, ρίξε ένα καλό κλάμα.
Συχωρεμένος να ʽναι ο Ράνταλλ, που οι αυτοβασανισμοί σου
ούτε μιας στιγμής τα καλά δεν θα του φέρουν πίσω, συχωρεμένος να ʽναι:
τώρα πια είναι μακαρίτης.
Ο πανικός έσβησε και καθώς ο πανικός έσβηνε
έσβησε και ο παλιός μου φίλος. Τραβάω για τη δύση
κι εγώ, κι εγώ, με κάποιον τρόπο.
Στις αίθουσες του τέλους θα ανταμώσουμε ξανά
θα του πω Ράνταλλ, θα μου πει Ερωτιάρη
και όλα θα είναι σαν και πρώτα
σαν τότε που αναζητούσαμε, ανάμεσα στα αγαπημένα πρόσωπα,
θέση περίοπτη και δεν μας ήταν αρκετό θέλαμε κάτι παραπάνω.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς

**Από το http://www.poiein.gr/archives/8877/index.html

Αργύρης Μαρνέρος, από την “Αίθουσα Αναμονής”

Natalia Srgeevna Goncharova, Composition with Trees  (1920)

Natalia Srgeevna Goncharova, Composition with Trees (1920)

ΣΥΝΤΑΓΗ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Μέσα στη βάρβαρη απλοποίηση των παραμυθιών
Oι μεν πιστοί κοιμούνται ευτυχισμένοι
Oι δε ποιμένες γλεντούνε τρισευτυχισμένοι.

ΖΩΟΦΙΛΟΣ

Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος
Αγαπητέ μου έλα μέσα
Στην κουζίνα να σου δείξω
Πόσο τρυφερά πόσο απαλά
Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

ΠΟΣΟΣΤΑ

Θέλουμε ποσοστά
Απ’ το γάλα μας
Φώναζαν τα πρόβατα
Θα είμαι πιο γενναιόδωρος
Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας
Θα σας δώσω ποσοστά
Απο το κρέας σας.

ΑΝΕΡΑΣΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Πλαστικό μου λουλούδι ανέραστο
Ό,τι μυρίζει ανθρώπινο μυαλό
Δεν είναι πάντα θησαυρός για τις αισθήσεις.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ακίνητοι

images

Θαλπωρή μες τη βροντή
κι ύστερα καταρροή.
τα πεζοδρόμια κυνηγούν το δρόμο της βροχής,
ένας γέρος κάτω από μια μωβ ομπρέλα,
ένα παιδί φωτογραφίζει το χαμόγελό του
πασχίζοντας να το ζωγραφίσει στα σμιλεμένα προσωπεία των περαστικών

το τρένο σφυρίζει
και τα δύο άκρα τουρτουρίζουν στις ψυχές των πολύπαθων ζωντανών
τους παλμούς της ζωής
προτού παγώσει

μα εκείνοι ακίνητοι, σε μια στείρα πορεία
ερημικού περιεχομένου

Νέττα

“Ζωή τάχα”, Η αλφαβήτα μου

sampcbb7179c2a991d3c

Η άνοιξή μου γεννήθηκε μεσήλικη

Ξέπλεξε τα ολοκόκκινα μαλιά της
έδιωξε τις μέλισσες από τα βλέφαρά της
Ζήτησε έναν καφέ βαρύ γλυκό
Έκανε τράκα ένα τσιγάρο και το άναψε
Χαιρέτησε τον ήλιο
Κι έπιασε να με μάθει την αλφαβήτα της
Τις καινούργιες απαιτήσεις:

Άδραγμα, δεν αρπάζεις, δεν κατοχυρώνεις, δεν χαϊδολογάς,
ακουμπάς το χέρι σου στα σώματα απαλά σα να προσπαθείς να
μετρήσεις τον πυρετό των παθών τους

Βραδύτητα, με το χρόνο να αιωρείται στα υγρά και τις ευωδίες χωρίς τις αγχωτικές ρήτρες των προβλεπόμενων συναντήσεων

Γύμνωμα, χωρίς τα πρόσωπα της καθεμέρας, τα κουρέλια των συμβάσεων και τα επιτηδευμένα εσώρουχα από neon

Ένταση, έκταση, έκσταση, χωρίς τη διεκδίκηση καμίας συναισθηματικής περιουσίας

Ζωντάνια, χωρίς νοσταλγίες, χωρίς τετελεσμένους μέλλοντες, χωρίς δεσμά
της ανεπίστρεπτης φθοράς

Ήθος, όχι ψεύτικο θραύσμα της αστικής ηθικής αλλά πολύτιμος λίθος της διακριτικής ειλικρίνειας και της αφοπλιστικής απλότητας

Θωριά, διαυγής, ελεύθερη, συγκρατημένη, διαφανής, ευανάγνωστη,
κελευστική των οριζόντων, επιταχυντική των εξοικειώσεων

Καύλα, όχι ως χυδαία σεξιστική βωμολοχία αλλά ως ακριβολογική αυταξία της κραυγαλέας σωματικής άνοιξης που δεν χωράει στις γλωσσικές
αναστατώσεις

Λείος, χωρίς εσοχές, χωρίς αναχώματα, χωρίς βάλτους, χωρίς την αγριάδα συστολών κι αναστολών

Μάλας, πολύς, απλόχερος, μεγαλόθυμος, με την ομηρική καταγωγή των
οριακών συναισθημάτων

Νέος, με την πλευρά που αναπτύσσεται διαρκώς χωρίς να ωριμάζει ποτέ

Όλος, γνωρίζοντας πάντα ότι θα είσαι μοναδικός αλλά όχι ο μόνος
και να το μαθαίνεις και στους άλλους για τον εαυτό τους στη σχέση τους
μαζί σου και με τους άλλους

Πλέων, ατελεύτητα γλιστρώντας στους ωκεανούς της φθοράς και της αφθαρσίας,
έκθετος, αναζητώντας απάνεμους συμμάχους να με κερνάνε μέλι και
δύναμη

Ρηγματωμένος, για να φωλιάζουν οι κυνηγημένοι στις σπηλιές μου

Σταρένιος, για να τρώνε την κόρα μου μανάδες, την ψύχα μου μικρά παιδιά,
το καναβούρι μου άγρια πουλιά και το γλυκάνησο μεθυσμένες ηλιαχτίδες

Τρωτός, γνωρίζοντας ότι θα με λεηλατήσουν, θα με λυντσάρουν, θα με πληγώσουν,
θα με προδώσουν, θα με ξεσκίσουν, θα με φτύσουν

Χαμογελώντας…

*Από το Επαναστατικό Ποιηταριάτο. Εμείς το πήραμε από το http://zoitaxa.net/?p=1851