Άννα Νιαράκη, από “Το Μερίδιο των Αγγέλων”

1513739_10152107149382219_7815752516140021203_n

Στην άκρη του νήματος

ένα καινούργιο κουβάρι

ανέμιζαν οι απώλειες,

στο τέρμα του χρόνου

οι αποσωσμένες βροχές.

Στο δεύτερο δανεικό μου πρόσωπο

το σφραγισμένο χαμόγελο ενός άλλου

που στάθηκε κάποτε στον ίδιο καθρέφτη.

Ό,τι μ’ εξύψωσε

οι ήττες μου.

Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο.

Όλα τα ναι

που πειθήνια άπλωσαν

το λαιμό τους

στη λαιμητόμο των όχι.


*”Το Μερίδιο των Αγγέλων”, Παρίσι 2012.

**Η εικόνα της ανάρτησης χρησιμοποιήθηκε από την ποιήτρια στη σείδα της στο facebook.

Νικόλας Άσιμος, Μην καρτεράτε άλλο πια

Μην καρτεράτε άλλο πια, σπάστε της πείνας τα δεσμά
Να βγάλουμε απΆ τη πέτσα μας και το λουρί απ’ το σβέρκο μας
Ως πότε θα πεινάμε και θα τους προσκυνάμε;

Κι όσοι μας λεν, σιγά-σιγά, των μπουρζουάδων η ουρά
Γοργά κι αυτοί βολεύονται, με τους αστούς μπερδεύονται
Μας γιόμισαν πομόνια τα μπλε τους πανταλόνια.

Τόσα χρονάκια φοβερά δεν τους αλλάξαν τα μυαλά
Μας τραγουδάνε κι άσματα για της βουλής τα πλάσματα
Να φύγει ο Αβέρωφ και να ΅ρθει ο Αγγέλωφ.

Εργάτες σκλάβοι και παιδιά, νάτην, ξυπνά κι η αγροτιά
Της γης οι προλετάριοι μαζί μας ξεσηκώνονται
Μονάχοι μας ραγιάδες, ωσάν κι εμάς χιλιάδες.

Μην καρτεράτε άλλο πια, σπάστε της πείνας τα δεσμά
Να βγάλουμε απ’ την πέτσα μας και το λουρί απ’ το σβέρκο μας
Το δίκιο είναι δικό μας.

Αυτό αλήθεια, ήταν το πρώτο μας ξύπνημα
Αυτή η πρώτη σπίθα που καίει τις καρδιές
Αυτά τα πρώτα μας τραγούδια που μας ενώνουν στον αγώνα.
Αυτοί οι πρώτοι μας νεκροί
Κι αυτοί που χάραξαν το δρόμο από παλιά.
Για όλα αυτά η νίκη είναι δικιά μας.

Όλο και πιο πολύ φουντώνουν οι γραμμές μας
Γινόμαστε ποτάμια, ωκεανοί που σφίζουνε από ζωή κι ελπίδα
Αυτά τα πρώτα μας χαμόγελα μιας γης ευτυχισμένης
Αυτά τα πρώτα σκιρτήματα της λευτεριάς

Για μας, για τις γενιές που θα ΅ρθουνε πιο ζωντανές
Και πιο σπινθηροβόλες μεγαλωμένες στον αγώνα μας.

Για το σοσιαλισμό.
Για την κατάργηση της εκμεταλλεύτριας τάξης των μπουρζουάδων
Για το ξεπάστρεμα του ερυθρού γραφειοκράτη
Και των μηχανισμών της κρατικής επιβολής.

Καρδιά μου, μη βαρυγκωμάς.
Ακόμα κι αν χαθούμε, τα παιδιά μας θα καταργήσουν τις τάξεις
Και θα συνεχίσουν τον αγώνα μας
Θα καταργήσουνε τα σύνορα, πολέμους και πατρίδες
Ώσπου να μη φυτρώνουνε ποτέ στη γης αγκάθια
Και δηλητηριώδη φίδια και ρωγμές, που να πίνουνε το αίμα των θνητών
Και που κι αυτά, ουχί από θεόν αλλά από θνητόν σπορά τραφήκαν.

Για την πλέρια ευτυχία της ανθρώπινης ανάγκης
Όπου δεν θα είναι δυνατόν ο ένας να εκμεταλλεύεται τον άλλο
Όπου δεν θα είναι δυνατόν ο ένας ν’ αποφασίζει κι άλλοι να εκτελούν.

Για την πλέρια ευτυχία της ανθρώπινης ανάγκης
Όπου είναι τ’ όνειρο η ζωή.
Θέλεις το λες κομμουνισμό, δεν θέλεις, αναρχία.
Όλοι μαζί, όλοι μαζί μας στον αγώνα
Το δικό μας, το δικό σας, τον κοινό μας τον αγώνα.
Όλοι μαζί για να γευτούμε κάθε στιγμή της έκρηξης.

Μην καρτεράμε άλλο πια…

Νίκος Καρούζος, Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα

Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Bernard O’Dowd (1866-1953), May Day

190px-Bernard_ODowd,_1904

Come Jack, our place is with the ruck
On the open road today,
Not with the tepid “footpath sneak”
Or with the wise who stop away.

A straggling, tame procession, perhaps,
A butt for burgess scorn;
Its flags are ragged sentiments,
And its music’s still unborn.

Though none respectable are here,
And trim officials ban,
Our duty, Jack, is not with them,
But here with hope and Man.

Πελαγία Φιτοπούλου, Κατ’ οίκον

1016955_288317964668179_4191844713528328047_n

ναι,ναι σφουγγάρισα ναι
έπλυνα, ναι
οι νυχιές στον τοίχο
είναι η γδαρμένη απ’την νοσταλγία
αφηρημάδα σου
Το ξέρω ότι είσαι νεκρός
Μα, φαίνεται ακόμα λερώνεις
κι αυτό πικρό
τα ποντίκια το φτύνουν
Σκεπάσου τουλάχιστον
τώρα ταίζω και ανθρώπους

Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους*

artworks-000013053959-epgdkq-original

Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους που ’χουν συναίσθηση πως είμαστε σε πόλεμο· 
έναν πόλεμο ενάντια στη ζωή, ενάντια στο πνεύμα. 
 Ποθώ να ζω ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν κοιτάνε χάμω 
ή δε θα σε καρφώσουνε κατάματα μόλις μιλήσεις γι’ αγώνα ή εξέγερση 
γιατί μέσα τους ξέρουν πως έχουνε παραδοθεί 
 κι επειδή –ίσως, ίσως μονάχα– δε μίσησαν ποτέ το σύστημα στ’ αλήθεια. 

Ανάμεσα σ’ ανθρώπους που δεν έχουνε αγοραστεί,
που δεν μπουκώσανε όσα χάπια τούς προσφέρθηκαν απλόχερα 
γιατί προτίμησαν να παλεύουν μ’ ένα αίσθημα παθολογικοποιημένης ανησυχίας 
παρά να ζούνε σε νεκρή ζώνη·
ανθρώπους που δεν καμώνονται πως πολεμάνε 
ενώ γίνεται πρόδηλο πως ό,τι κάνουν είναι να μετατρέπουν το πεδίο μάχης σ’ έναν κήπο.
Θέλω να ’μαι σ’ έναν τόπο όπου ο πόλεμος περνιέται.

*Aνώνυμου ισπανόφωνου ποιητή

**Πηγή: http://contrainfo.espiv.net

Ματέι Βίζνιεκ, Εθνικότητά μου είναι το χρώμα του ανέμου

595621_detay

“Μετανάστες”
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα
το όνομα που μας δίναν: “Μετανάστες”
“Μετανάστες”, θα πει,
κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους.

Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε
μιαν άλλη γη.
Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα
μπήκαμε να μείνουμε για πάντα εκεί,
αν γινόταν.

Εμείς φύγαμε στα κρυφά.
Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε,
σπίτι δεν θα ναι, μα εξορία.

Έτσι, απομένουμε εδωπέρα,
ασύχαστοι, όσο μπορούμε
πιό κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας
του γυρισμού τη μέρα,
καραδοκώντας
το παραμικρό σημάδι αλλαγής
στην άλλη όχθη

πνίγοντας μ’ ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο,
χωρίς τίποτα να ξεχνάμε,
τίποτα ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συγχωράμε
τίποτα από όσα έγιναν.
Τίποτα
δε συγχωράμε!

Α, δε μας ξεγελάει
τούτη η τριγύρω σιωπή!
Ακούμε ίσαμε δώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν
απ’ τα στρατόπεδά τους.

Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε
των εγκλημάτων τους απόηχος,
που κατάφερε τα σύνορα
να δρασκελίσει.

Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος
με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή
που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ.

Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα…..

Οι ποιητές για την Εργατική Πρωτομαγιά

images-1


Άρης Αλεξάνδρου, Πρωτομαγιά

Στα τζάμια σου μπουμπουκιάζει η χτεσινή βροχή
τώρα που η παραλία ανάβει τα φανάρια της.
Ένα καΐκι στάθηκε καταμεσής στο πέλαγο. Γαλήνη.
Περίμενε δω με το βλέμμα στις σταγόνες
(δυο ανθισμένες γαλάζιες σταγόνες τα μάτια σου).
Περίμενε. Θα ξημερώσει.
Θέλω να σε ξέρω στο παράθυρο
αγναντεύοντας κατά τον τόπο της χαραυγής
νοσταλγώντας το περσινό καλοκαίρι.
(Τα νερά ν” ανασαίνουν ζεστασιά
το γυμνό σώμα της ημέρας πλαγιάζει μες στα στάχυα
κι ανάμεσα απ” τα δάχτυλα κρυφοκοιτάει μια παπαρούνα.)
Θέλω να σου χαρίσω ένα τόσο δα ουράνιο τόξο
τώρα στα γενέθλια της δεκαοχτάχρονης αυγής,
ένα λουλουδένιο δαχτυλίδι
μια υπόσχεση ελπίδας.

images

Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας, Λιτανεία στην Πρωτομαγιά

Ιδού ο μισθός των εργατών,
ο αποστερημένος,
κράζει.
Και η βουή της προσευχής
περνά τα σύννεφα
της ακηδίας μας.

*

Πρωτομαγιά στο Σικάγο,
πάνε χρόνια,
αίμα.
Με ευχές στους βράχους
Καταϊδρωμένοι
γονατιστοί Του.

*

Παρελάσεις απέμειναν
οι πορείες μας,
πονώ.
Αλλά πολλοί ματωμένοι
στις μάχες
μας ικετεύουν.
*
Λιτανείες με προσευχές
οι αγώνες μας,
χαμός.
Δίκτυα συλλογικοτήτων
απανταχού
δεν αναμένουν;

—

Γιάννης Βαρβέρης, Πρωτομαγιά

Νωθρά δικαιώματα
κόκκινα ωράρια δροσερά
και λάγνα συνδικάτα.
Τ” αφεντικά τις απεργίες αμείβουνε
με υπερωρίες
εμείς κεφάτα τις δουλεύουμε
αυτές γεννούν ωάρια νέα
νέα κεφάτα ωράρια εκχωρούμε
μαζί και τους νόμιμους τόκους τους
με υπεραξίες
δωροδοκώντας το έλεος ζούμε.

—

Τάσος Λειβαδίτης, Μοιρολόι για ένα νεκρό

Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών
αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη
σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –
ροδιά, δος του το αίμα σου
δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,
μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό
αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά
το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα
το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη
ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,
ύστερα κάναν να κοιτάξουν και σκοτώσανε το δειλινό
αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών
α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών
κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια
με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,
τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,
οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά
μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν
τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,
αχ, το πρωί ήταν άνοιξη
το βράδυ μαύρη συννεφιά
το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά
το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά
το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά
σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά
κι από την κοντινή την εκκλησιά
γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,
α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.

—

Γιάννης Ποταμιάνος, Η Πρωτομαγιά

Βγήκες αιμοστάλακτη
στην όψη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας αυταπάρνηση
στο φως του Μάη
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Να μυρίζει ο ιδρώτας σου
έρωτα
και η δουλειά σου ελπίδα Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
σαν στάχυ
τα κόκκινα τριαντάφυλλα
έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
της λεβεντιάς το νάμα
Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
βλέπεις μόνο καλοκαίρι
Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου μας οδηγούν

—

Α.Κ., Πρωτομαγιά

Στους δρόμους με τις πλαστικές σημαίες
ενδοσκόπηση.
Τ’ αγάλματα της πόλης
σαν να ξεχύνονται στις διαδηλώσεις.
Πιάνεται η καρδιά μου κάθε Πρωτομαγιά
Μεγάλη Παρασκευή
αποκαθήλωση…
Ως η ζωή εν τάφω…
Τόσος καημός
Τόσες ήττες
Τόσο αίμα…
Μα το κόκκινο πέταλο της παπαρούνας
σαν κάνω πουκάμισο
θα είμαι του κόσμου της καταφρόνιας
όχι το σύμβολο μιας χαμένης άνοιξης
μα ένα τραγούδι σαν μυρωδιά του κάρβουνου
να βάψω όλα τα όνειρα…
Κι έτσι αγνός μέσα στα κουρέλια μιας ύπαρξης
να αναδυθώ σαν πρωινή δροσιά
σαν το άρωμα γαρίφαλου…
Πάλι προστάζω όραμα…

image0013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα για την Πρωτομαγιά

images-3

ΣΤΕΦΑΝΙ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Χρειάστηκαν πολλά χρώματα και φέτος:
Πήραν κόκκινο απ’ τα τροχαία δυστυχήματα,
μπλε από τη μολυσμένη θάλασσα,
μαύρο απ’ τα καμένα δάση,
λευκό απ’ τα ναρκωτικά,
γκρίζο απ’ τα καυσαέρια,
κίτρινο απ’ τα σκουπίδια.
Έκαναν και ανακύκλωση.
(Το στεφάνι έπρεπε να ‘ναι στρογγυλό).
Έτσι τηρήθηκε το έθιμο και φέτος.

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Τι σύμπτωση…
και φέτος το στεφάνι
ήταν ακάνθινο.