Άννα Νιαράκη, Οι φίλοι μου

1014479_10152096238507219_6036338374139268126_n

Οι φίλοι μου φυλή που αποδεκατίστηκε

σπάνια πουλιά που τα κυνήγησαν για τα φτερά τους

μαράζωσαν σε αστικά κλουβιά και την έκαναν μια νύχτα

με πανσέληνο

Οι φίλοι μου είχαν φτερά στην πλάτη

άγγελοι εκπεσόντες στη ζούγκλα

τους πήρε μια ζωή να βρουν το δρόμο πίσω

Οι φίλοι μου με περιμένουν, στέλνουν σημάδια με 

το Σείριο, να ξέρω να μη φοβάμαι

Νίκος Καρούζος, Περίπατος του Γιάννη

stalingrad-2

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο
που είν’ έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη-
μες στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του
κ’ η μοίρα είναι μαύρη ως τα αστέρια.
Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο
Χρόνια και χρόνια ραγιάδες
Γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια
Ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.
«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα
είν’ η καρδιά μου σήμερα»…

*Από τη συλλογή “Η έλαφος των άστρων” (1962)
**Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/05/13/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food III

sleep+walker
XI

Άνοιξη μουντή,
σα να μην έχει έλθει
κι εσύ πού είσαι;

XII

Δεν άναψες φως
στη σκοτεινή κάμαρη.
Μέσα σου ψάχνεις.

XΙΙΙ

Σουρούπωσε πια
κι εσύ του γκιώνη ακούς
το παράπονο.

XIV

Σε βρήκα, είπε,
Μη έχοντας προσέξει:
Διάβαζα στίχους.

XV

Σε χείλη γκρεμού
περπατώ. Πόσες φωνές
φτάνουν στ΄ αυτιά μου!

Μαρία Θεοφιλάκου, Η επαλήθευση του Κόσμου

ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ

Κρεσέντο μιας πλατιάς δημοκρατίας
είναι η φύση
Γιατί ποτέ δε ρώτησε το όνομα
και το ποιόν σου

Κι αν είσαι μόνος,
ο ωκεανός θα ενώνεται με τη στεριά
πέρα στη Mar del Plata κάθε βράδυ
ή θ’ αντηχεί ο αυγερινός τις μυρωδιές της Κίνας

Κι αν έχεις θλίψη,
μπορείς τη χούφτα σου ν’ απλώσεις στο φεγγάρι
στη χρυσαφιά παλάμη σου να λησμονήσεις
ανάμεσα σε αγριόχορτα και βάλτους ξαπλωμένος
τον τελευταίο σου χαμό

Κι αν έχεις χάσει,
υπάρχουν άστρα που τα μάτια σου αγνοούν
μα η καρδιά σου βλέπει
καθώς το πέρασμα των ανθοπώλεων αλαργεύει
πέρα στο Μεξικό, Νοέμβρη
Καθώς ο γύρω κόσμος σου είναι βαθύτερος
από την όποια σου περαστική θαμπάδα,
κοιτάς που ο χρόνος μοιάζει να σμίγει σε γιορτή
με ό,τι δεν αντιστέκεται

Κι αν είσαι μόνος,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες χρόνια μακριά,
που ξεπερνά το όποιο βίωμά σου,
τον όποιο πόνο κρύβεις,
κάτω από το σηκωμένο σου γιακά,
στην πρωινή δροσιά

Όταν βραδιάσει ο ουρανός
βραδαίνει η στράτα προς το αύριο
Γιατί δημοκρατεί η φύση
ώστε δεν είσαι δα εσύ ο πιο εκλεκτός
παρά μονάχος σε μια κώχη γής
τριγυρισμένος από θάματα που ανήκουν σε πολλούς
ζωσμένος από ζωή άλλων που τρέχει
ενώ εσύ αργείς το λαβωμένο σου δρασκελισμό
προς την καινούργια μέρα

Κι αν έχεις χάσει,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες δρόμους πιο μπροστά
Έτσι που κι αν πλαγιάσεις στο πεύκο δίπλα
και σηκωθείς στου πέλαγου το πρώτο κύμα,
την ευτυχία σου σκάβεις να βρεις
με λερωμένα μέλη στο άσπονδο χώμα

Σε πολιτείες που ‘ναι φρουροί ακοίμητοι
ή άλλες που ποτέ δεν θα ξυπνήσουν,
παραδομένες στο αιώνιο λίκνισμα της θάλασσας,
παντού θωρείς μικρός κι ολίγος
μπροστά στο στρόβιλο ετούτου του πλανήτη
μπρος στην πλημμύρα ανθρώπων που δικαιούνται

Κι αφού πονέσεις
για την λαμπρή την τύχη που δε βρήκες
θα λησμονήσεις πως είχες κάποτε αξιώσεις
Κι αν είσαι μόνος,
μην είν’ παράτερο,
μόνο επαλήθευση του Κόσμου

*Από την ποιητική συλλογή ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2010.

Τσέζαρε Παβέζε , Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου

Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει

μέχρι το βράδυ από το πρωί, ξάγρυπνος

αναίσθητος σαν παμπάλαια τύψη

ή παράλογη διαστροφή.

Τα μάτια σου θα είναι μια μάταιη λέξη

μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.

Έτσι τον βλέπεις κάθε πρωί, μόνη,

διπλωμένη στα δυο μπροστά

στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,

εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς

πως είσαι το τίποτα πως είσαι η ζωή

Για όλους έχει ένα βλέμμα ο θάνατος.

Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου.

Θα είναι σαν να σταματάς μια διαστροφή,

σαν να βλέπεις να αναδύεται απ’ τον καθρέφτη

ένα πρόσωπο νεκρό,

σαν να αφουγκράζεσαι ένα στόμα κλειστό.

Βουβοί θα βυθιστούμε στην άβυσσο.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

pavese+2

Νεκταρία Μαραγιάννη, Το ξύπνημα

cacao-photo1

Ποίηση
είναι να πεθαίνεις πάνω στο ποίημα,
να υπνοβατείς πάνω στους στίχους σου
νυσταγμένα όνειρα και ελπίδες
από έναν απαράμιλλο κόσμο Παραδείσου,
που με μιας απελευθερώθηκαν στο χαρτί
από τη βιαστική ένταση του κύματος,
από ένα χέρι που μιλά μόνο του,
από μια ψυχή
που βαπτίζει Λύτρωση
τον Πόνο που σπέρνουν
οι λέξεις που ουρλιάζουν
και η καρδιά που κλαυθμυρίζει.

Νέττα, 3/6/2011

Nanja Noterdaeme, Οικειότητα / Intimacy

Magemeli+στον+εβενο

Αυτή είναι η σκοτσέζικη φούστα
Αυτό το κόκκινο και το πράσινο καρό
Αυτά τα πόδια μου
Το κολάν και τα παπούτσια
με το ρελάκι.
Αυτά είναι τα χέρια μου
Βγαίνουν από το μάλλινο “angora”
Αυτή η στάση μου, όρθια με το βλέμμα στο φακό,
κι αυτό είναι όλο.
Κρατάω κόλλες χαρτιού.
Είμαι μικρή,
Ένα κορίτσι μέσ’ τα χέρια της
φύλλα γραμμένα με το χέρι.
Αυτό είναι όλο.
Και η μαμά. Λίγο απόμακρη.
Πίσω αριστερά.

Intimacy

This is the Scottish skirt
And the red and the green squares.
These are my legs
The woolen stockings
And the shoes
With the strap
These are my arms
They come out of the angora jumper.
This is my allure, straight and looking
right into the camera.
And this is all.
I am holding some paper sheets.
I am small,
A small girl holding
handwritten pages in its hands.
This is all.
And mum. A little further back.
On the left.

William Carlos Wiliams, Willow Poem / Το ποίημα της ιτιάς

willowleaf

It is a willow when summer is over,
a willow by the river
from which no leaf has fallen nor
bitten by the sun
turned orange or crimson.
The leaves cling and grow paler,
swing and grow paler
over the swirling waters of the river
as if loth to let go,
they are so cool, so drunk with
the swirl of the wind and of the river –
oblivious to winter,
the last to let go and fall
into the water and on the ground.

Το ποίημα της ιτιάς

Είναι μια ιτιά, όταν το καλοκαίρι έχει τελειώσει,
μια ιτιά δίπλα στο ποτάμι
απ’ όπου ούτε φύλλο δεν έχει πέσει ούτε
έχει χτυπηθεί απ’ τον ήλιο
έγινε πορτοκαλί ή βυσσινί.
Τα φύλλα κολούν μεταξύ τους και γίνονται πιο χλωμά,
αιωρούνται και γίνονται πιο χλωμά
πάνω από τα στροβιλίζοντα νερά του ποταμού
σαν να αφήνονται να κυλήσουν απρόθυμα,
είναι τόσο δροσερά, τόσο μεθυσμένα με
τη δίνη του ανέμου και του ποταμού –
ξεχασμένα στο χειμώνα,
το τελευταίο αφέθηκε και έπεσε
μέσα στο νερό και στο έδαφος.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Σύγχρονοι ποιητές δημοσιεύουν στο Βακχικόν

152883-joy_450

Μαρία Κεΐσογλου


, Καταιγίδες




Καταιγίδες
χαρακώνουν τα νερά της θάλασσας

και αλλάζουν το χρώμα της.
Τη μαστιγώνουν και την αλλάζουν.

Ας μπορούσε μια φορά

να μας δώσει μόνη της τη χαρά

των εκπληκτικών αλλαγών της

χωρίς να τις προκαλέσουν άνεμοι,

σύννεφα και καταιγίδες.

Ας μπορούσα κι΄εγώ να σ΄ απαρνηθώ

για τα μάτια του κόσμου..!




*Η Μαρία Κεΐσογλου ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




Στάθης Κομνηνός


, Δερματοφίλητη απορία



Του Γιάννη Τσουκαλά




Κάτι πιο Θάλασσα πλάθεται

Πιo Κύμα κάτι ροχθώντας γίνεται



(Ωτακουστής καημός
            
στα μαύρα σεντόνια του άφωνου 
                    
μαρτυρεί)

Κάτι που πριν τη χαραυγή                 

Στα αλμυρά χνώτα 

Και στα 

μελτέμια του 
                   
ως ανθέμιο
                                              
μάς έχει βυθίσει.



Να είναι 

Πιo Άλτης το χώμα 



Πιo Ουρανός υπόγειος 



Και άνθη πιo  





                              

Ο ρόλος μας παίζει κάτι άλλο 
                
Από κείνο που η δεινή υποκριτική μας εκτελεί




*Ο Στάθης Κομνηνός έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Τριάς εξαπατήσεων (Δόμος 2009). Ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




Βαρβάρα Κώνστα, 


Βρόχη




Απελπισμένα προσπαθώ

να αδράξω το φως,

να διαλύσω τις σκιές,

να στεγνώσω τα δάκρυα.



Πόνεσα, πονώ και θα πονέσω ξανά.

Τίποτα πιο προβλέψιμο,

τίποτα πιο αναμενόμενο.

Ζωής δεδομένο ο πόνος.



Χάρηκα, χαίρομαι και θα χαρώ ξανά.

Τίποτα πιο απροσδόκητο,

τίποτα πιο ανέλπιστο.

Ζωής έκβαση το απροσδόκητο.



Βροχή! Βροχή, τώρα θα κάνω το Σύννεφo!

Μου κρύβει τον Ήλιο!

Βροχή! Βροχή, τώρα θα κάνω τα πάντα!

Όλα μαράθηκαν!



Βροχή… νερό… μύρο!

Βροχή… νερό… φίλτρο ερωτικό!

Να εξαγνισθεί η καμένη γη!

Να βγάλει επιτέλους άνθη!

*


Η Βαρβάρα Κώνστα ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

**Από το Vakxikon.gr

Τζούλια Φορτούνη, capture

Έργο του Toronn

Έργο του Toronn

Διαφορετικές οι γωνίες λήψης
Σταθερό το πλάνο
Δυο μικροί ερωδιοί
Στη μέση των ματιών σου
Τόσα χρόνια αντιστέκονται

Ερωτεύονται τη συνέχεια
Το μόνο κάδρο της αιωνιότητας

The shooting angles are different
The plan is stable
Two small herons
In the middle of your eyes
So many years resisting

Fall in love with continuity
The only frame of eternity

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.gr/ Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης / Translation: Dimitris Troaditis.