Αργύρης Χιόνης, αποσπάσματα

1.

ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ μεγάλων αποστάσεων μέσα σ’ ένα πηγάδι.

2.

ΚΑΠΟΤΕ, ΕΝΑΣ ΣΦΥΡΟΒΟΛΟΣ, που δεν πρόλαβε τη σφύρα από το χέρι του ν’ αφήσει, εξακοντίστηκε μαζί της στο διάστημα. Τις ξάστερες θερινές νύχτες, μπορεί κανείς να διακρίνει τον αστερισμό αυτό να περιστρέφεται ακόμα στο κενό, παρασυρμένος από μιαν αέναη, άνευ προηγουμένου, δύναμη φυγόκεντρο.

Πρέπει, βεβαίως, να ειπωθεί ότι επρόκειτο περί εξαίρετου σφυροβόλου.

3.

ΜΟΝΟ Η ΣΙΩΠΗ, η απόλυτη σιωπή προσφέρεται για τη χαμηλόφωνη συνομιλία των πραγμάτων που, κάτω από άλλες, ηχηρές συνθήκες, ούτ’ ένα νεύμα δεν μπορούν να ανταλλάξουν, γιατ’ είν’ ευαίσθητα τα πράγματα στον ήχο και δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους εν μέσω οιουδήποτε θορύβου.

Σφαλνά τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μάτια, εξώνει από το χώρο ήχο και φως. Ακίνητος, σε μια γωνιά, και σιωπηλός, γίνεται κοινωνός των μυστικών τους, γίνεται κι αυτός πράγμα δικό τους. Καλόγερος με λίγα ρούχα κρεμασμένα πάνω του.

4.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να εντοπίσει τα ίχνη του πουλιού στον ουρανό, τα ίχνη του ψαριού μες στο νερό; Αυτός ωστόσο τα γυρεύει κι επιμένει πως μπορεί να τα εντοπίσει. Πιστεύει επίσης πως μπορεί να ανιχνεύσει το Θεό επάνω στην ψυχή του. Αφήνει, λέει, αποτυπώματα βαθιά, όπως αυτά του κυνηγού πάνω στο χιόνι, βαθιά αλλά πρόσκαιρα, καθότι, όπως το χιόνι, έτσι κι ψυχή γρήγορα λιώνει.

5.

ΗΛΙΟΓΔΑΡΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΡΟΠΛΗΚΤΟΣ, στην αγκαλιά μιας φύσης τόσο υπέρμετρα φιλόξενης που δεν τον ξεχωρίζει από τα δέντρα της, νιώθει τις ρίζες του να εισχωρούν, σιγά σιγά, μέσα στη γη κι ακούει τα φύλλα της καρδιάς του να θροΐζουν ένα ποίημα ανεπαίσθητο.

Πελαγία Φιτοπούλου, Ένα ποίημα

10171713_295114520655190_6857975289123602604_n

Δεν πίνω νερό

το φυλάω για σένα

στον λαιμό σαν το ματόκλαδο που ράγισε

το στοίχημα και η ρωγμή ρούφηξε τον κλέφτη

Δεν πίνω νερό

το έχω δέσει στο ψαροκόκαλο

αντιστέκεται

απέκτησα τικ 

δεν πίνω

το κρατάω για σένα

ω, μνήμη

Με τραβάνε

Ανοίγουν την διαθήκη μου

Ε, μην πουν πως στα ψέμματα ξέμεινα παιδί

και δεν είχα ούτε μια ρίζα να ποτίσω.

Είχα.

Άξενος

στην πλάτη του ξενοφώντα

φύτρωσα την ιαχή

θάλαττα θάλαττα

Και εσύ την σκέπασες

ω, σκρόφα

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τη σελίδα της Πελαγίας Φιτοπούλου στο facebook.

Ειρηναίος Μαράκης, Ένας φτωχός και μόνος… ψηφοφόρος*



Όλοι μου οι φίλοι πολιτευτήκανε
γίνανε υποψήφιοι και χαθήκανε

πιάσανε πόστα τηλεοπτικά

κάνουν ομιλίες, δίνουν και λεφτά



κι όλα τα κορίτσια που ‘χα γκόμενες

τώρα κάνουν σχέση με τους βουλευτές

πίνουνε ουϊσκάκι, ζητάνε διορισμό

κι αφήνουνε εμένα να πάω να πνιγώ



τώρα σαν τους βλέπω δεν τους χαιρετώ

ούτε και γουστάρω εγώ να διοριστώ

κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια δειλινά

παίρνω τ’ άλογό μου και φεύγω στα βουνά.



Πάμε Ντόλη!



Ειρηναίος Μαράκης, Χανιά Κρήτης

*Διασκευή του τραγουδιού του Λουκιανού Κηλαηδόνη ¨Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ” από τον ομώνυμο δίσκο του 1978.

20017

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

pict_20051017pht01521

Αφιερωμένα στην Ασημίνα Ξηρογιάννη για το ποίημά της “Πυροβολήστε τα όνειρα”

ΠΛΗΓΩΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

Απόψε, επισκέφτηκα ξανά
τα πληγωμένα μου όνειρα.
Έπλυνα με νερό
κι έδεσα τις πληγές τους.
Καμιά φορά
θέλουν φροντίδα και τα όνειρα.
Ποιος ξέρει;
Αν τα επισκέπτομαι συχνά
ίσως και γειάνουν.

ΠΥΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ

Τράβηξε το πιστόλι του
κι άρχισε να πυροβολεί.
Σκότωσε αρκετούς.
Μα, όταν πυροβόλησε το όνειρο,
η σφαίρα εξοστρακίστηκε
και μπήκε στην καρδιά του.

*Το ποίημα της Ασημίνας Ξηρογιάννη έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2013/11/11/%CE%B1%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%BD%CE%B1-%CE%BE%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%8C%CE%BD/

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ψαλίδι

Photo:Asia Jedlinska

Photo:Asia Jedlinska

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά 
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά 
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται 
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια. 

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

*Από τη συλλογή “Κλινικά απών”, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014.

Ισμήνη Λιόση, Οι μυστικές μας ώρες

1613850_1502165786669694_4965675283480042294_n

Οι μυστικές μας ώρες
Μέσα στις άλλες ώρες
Όταν φοράμε αστραφτερά χαμόγελα
Δόντια μακριά
Ή δάκρυα μαύρα ζωγραφισμένα
Κι οι αστυνόμοι της ψυχής
Εξαπολύουν πίσω μας εκπαιδευμένους σκύ­λους
Οι μυστικές μας ώρες είναι ένα μυστικό
Οι μυστικές μας ώρες
Όταν από τα πριν ένα αγγελούδι
Χαρίζει στα μαλλιά σου ένα βαθύ ποτάμι
Κι εγώ καλώ ανάσκελα τ’ αστέρια
Ένα προς ένα έμβρυα να κομματιάσουν την κοιλιά μου
Μα όχι όχι όχι
Οι μυστικές μας ώρες είναι ένα μυστικό!

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 19, σελ. 34.

Ελληνικά χαϊκού

168317-d4e497638427d693

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ («Αλφαβητάρι», Αθήνα 1969)

Που ‘ναι το τέλος;
Εν αρχή ην ό Λόγος
εμείς στη μέση.

Εδώ σου γράφω
τα δε σου θέλει φέρει
ο ταχυδρόμος.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΡ. ΝΟΜΠΕΛΗΣ «Πέντε Χάϊ-Κάϊ», Νουμάς 32 (1994)4)

Περιβόλι μου
μια ζωή σε ποτίζω
με το δάκρυ μου.

Φτωχό κεράκι
ποιόν καημό να είχες
κι έλυωσες έτσι!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ («Ποιήματα», Αθήνα 1988, τ, 2)

Το φως αφήνει
κάποτε μια δική του
πάνω μας στάχτη.

Απ’ τα κορμιά μας
παίρνουνε τα ρούχα τους
τ’ άπονα χρόνια.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ («Τριαντατρία Χαϊκού», Στιγμή 1990)

Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.

Το ένα σου μάτι
στο ποίημα και τ’ άλλο
να σε δικάζει.

Ron Riddell, An Empty House in Titirangi / Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

2-edna

for my parents

Empty rooms admit the light –
at the windows leaves abide
curious, alert, intent.

The people have passed on
leaving faint, whispered echoes
in the gently swaying air.

The people have passed on
but not the ferns, flowers:
magnolia, bougainvillea, manuka.

The people have passed on
but not the shrubbery, trees:
kauri, rimu, golden elm.

From the driveway entrance
through the canopy of leaves
the western sun peeps in

his lustrous fingers drawing back
the curtains, populating
the house once more.

——

Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

Για τους γονείς μου

Κενά δωμάτια δέχονται το φως –
στα παράθυρα αφήνοντάς σε να εμμένεις
σε αδιακρισία, σε εγρήγορση, σε υπερένταση.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αφήνοντας λιπόθυμους, ψιθυριστούς ήχους
στον απαλά λικνιζόμενο αγέρα.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι φτέρες, τα λουλούδια,
οι μανόλιες, οι μπουκαμβίλιες, τα manuka**.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι θάμνοι, τα δέντρα
τα Kauri***, τα Rimu****, οι χρυσές φτελιές.

Από την είσοδο στην πλευρά του δρόμου
μέσα από τη θόλο των φυλλωμάτων
προβάλει ο δυτικός ήλιος

τα στιλπνά του δάχτυλα τραβούν πίσω
τις κουρτίνες, κατοικώντας
το σπίτι για μια ακόμη φορά.

*Titirangi. Προάστειο στην περιοχή Waitakere της πόλης Auckland της Νέας Ζηλανδίας.
**Manuka. Φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες που ευδοκιμεί στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, από τα λουλούδια του οποίου παράγεται μέλι.
***Kauri. Ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας που φτάνει μέχρι και 50 μέτρα ύψος και ζει πάνω από 2.000 χρόνια.
****Rimu. Ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας από το οποίο παράγεται αρκετά ανθεκτική ξυλεία.

#Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

##Ο Ron Riddell είναι σύγχρονος Νεοζηλανδός ποιητής.

Δημήτρης Τσαλουμάς, Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά

Petr Herel, Traversare (1993)

Petr Herel, Traversare (1993)

Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά
είπα να γυρίσουμε σπίτι μη και μας βρει η περίπολος
κι η συμφορά. Εκείνος σαν να γέλασε,
κάτι σαν μαρμαρωμένος λυγμός στην παγωνιά
του μισοφέγγαρου. “Σιγά, μή βιάζεσαι αδελφέ,
ξεχνάς πως έχω χρόνια ν’ ανεβώ αυτές τις σκάλες.
Κι έπειτα, δεν είναι αυτός ο δρόμος που θυμάμαι.
Πού είναι εκείνες οι αυλές, οι βαμμένοι τενεκέδες
με τα γεράνια, τα μπαλκόνια με τις μοσκοκαρφιές;
Και για ποια περίπολο μιλάς; Ξέρεις πως χρόνια τώρα
με σέρνουν κρύα ρέματα και βολοδέρνω
μέσα στου νου σου τις ερημιές.” Κι ήτανε τότες
που ξαφνικός αγέρας σίφουνας έσπρωξε το φεγγάρι
πέρα απ’ τον ουρανό, αφήνοντας το καντήλι να τσιρίζει
στο μισοσκόταδο, μπροστά στο εικονοστάσι.

Γεωργία Τρούλη, Ο επίδεσμος έρωτας

Έργο του Roger Mertin (1983)

Έργο του Roger Mertin (1983)

Όταν σου έλεγα κάποτε πως η πολλή μόρφωση
Λειτουργεί παραμορφωτικά στο βλέμμα
Έκανες εφησυχασμούς
Στο νύχι που κόβει τον παράμεσο
Κι έλεγες
Τώρα που καίω δέρμα-δέρμα την πλαστική
Αναπόδραστη ανάμνηση
γιατί θες να μάθεις
Για τον επίδεσμο έρωτα
Για τον επίφοβο αφανισμό μου
Κάνε αναδεύσεις
Και μην ξεχνάς
Να ξεμυτίζει η μύτη σου
Στο πάνω άκρο της σελίδας
Λέγεται ανύψωση πνεύματος;
Λέγεται κατακραυγη;
Αυτό είναι μόρφωμα
Επικηδειο μοίρασμα
Αγαπητή μικρή
και λίγοι
Σώθηκαν
από το σάρκωμα
Της γνώσης
Της μορφής
Και του έρωτα
Το υδροκέφαλο μωρό κοιμάται
Ανάμεσα
Στα πόδια μας
Το παίζουμε άνετοι
Προσποιούμαστε
δέσμευση