Αλέξης Αντωνόπουλος, Η θυμωμένη γυναίκα

283640_489367807756355_805734276_n%CE%9F

Μια γυναίκα σπρώχνει ένα μικρό παιδί.
Πριν το παιδί προλάβει να καταλάβει,
η γυναίκα το αγκαλιάζει·
ίσως τώρα οι σφαίρες να μη φτάσουν το κορμί του.

Όμως τα κορμιά τους είναι σαν τις καρδιές τους
και οι σφαίρες και τα χέρια πίσω από τις σφαίρες
δεν ακούνε την ποίηση
και ενώ η γυναίκα κοιτάζει το παιδί
και το παιδί κοιτάζει τη γυναίκα

ενώ όλα τελειώνουν
η γυναίκα είναι θυμωμένη.

Νομίζει ότι απέτυχε,
αλλά δεν απέτυχε.

Το παιδί πεθαίνει σε μια αγκαλιά.

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του συγγραφέα επισκεφθεότε την ιστοσελίδα του στο http://www.alexantonopoulos.com

Τέσσερις ποιητες δημοσιεύουν στο www.vakxikon.gr

10320406_1456033141302261_4961859238346940443_n

Ντέμης Κωνσταντινίδης, 


One click away




Πόσο κάνουν μια καριέρα

Και δυο εύηχα πτυχία;

Πόσο κάνει η επιτυχία;



Πόσο κάνουν οι  αναγνώστες

Του καινούργιου σου βιβλίου;

Πόσο η ευγνωμοσύνη

Του φιλόπτωχου ταμείου;



Πόσο κάνει η βενζίνη

Της ferrari που οδηγείς;

Πόσο η αγορασμένη πόρνη

Και εκπάγλου καλλονής;




*Ο Ντέμης Κωνσταντινίδης έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Διαθέσεις (University Studio Press 2009), Ιχθύων λόγος (University Studio Press 2011), Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες (University Studio Press 2013). Ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.




Λουκάς Λιάκος


, Ένιωσα




Ένιωσα μια παγωμένη νύχτα

το αποτύπωμά σου

μια υπόσχεση

πάνω σε βαριά χείλη

άκουσα τη προφορά σου

διάφανη σα νεογέννητο
ύ
ύπαρξη

μέσα σε μπουκάλι

είχα πάψει πια

να σε εξοντώνω

είχα πάψει

Ένιωσα.




*Ο Λουκάς Λιάκος έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα (Ενδυμίων 2011). Ζει κι εργάζεται στη Λειβαδιά.




Χρήστος Ντικμπασάνης, 


Ελευθέρωσα τον εαυτό μου

Τον εαυτό μου είχα ρίξει σε μαύρη τρύπα

Χρόνια κεριά έσβηνε

Η ζωή κυλούσε σα ρολόι

κι αυτός έμαθε ν’ αγαπά και να χάνεται

Με την υγρασία των ματιών του

να ξυπνά το σκοτάδι

διώχνοντας των μεταλλαγμένων

μορφών τα βήματα

Έμαθε να νιώθει την ανακούφιση

μέσα στην κοσμική νύχτα του πόνου

Έμαθε να ζει λεύτερος




*Ο Χρήστος Ντικμπασάνης έχει εκδώσει τα βιβλία (ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, μελέτες): Ο Υπομνήμων (ποίηση 1984), Απόδραση στην πολιτεία του ανθρώπου (δοκίμιο, Σφακιανάκης 1986), Θρύψαλα από πράσινο γαλαξία (ποίηση, Πύρινος κόσμος 1991), Συναυλία στην άκρη της νύχτας (ποίηση, Μπίμπης 1994), Οφιολατρεία (μελέτη, Αρχέτυπο 2002), Ηθοκυβερνητική (δοκίμιο, Ερωδιός 2003), Απόκρυφος Αδάμ (δοκίμιο, Ερωδιός 2005), Τέρατα και δράκοι (μελέτη, Άγνωστο 2011), Η αποστροφή και το προσκύνημα (ποίηση, Συμπαντικές Διαδρομές 2011), Ζώα – θεοί, ζώα ιερά (μελέτη, Ερωδιός 2012).




Λαμπριάνα Οικονόμου


, Από το φινιστρίνι




Φαίνονται τα λευκά κατάρτια των ιστιοφόρων

ο φάρος που ανάβει.

Πράσινος



Οι υπερήλικες επιβάτες ενθουσιώδεις

«καλή διαμονή», «καλές γιορτές», «να γυρίσετε γρήγορα».

Οι λοιποί απολαμβάνουμε το λιγοστό φως 

κρύβοντας τα νυστέρια μας, στον πάτο της βαλίτσας.

*


Η Λαμπριάνα Οικονόμου ζει κι εργάζεται στη Χίο.

*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr

Κατερίνα Γώγου, Εγώ, η Κατερίνα…

Εγώ, η Κατερίνα…
Κόρη του πατέρα μου Θάνατου – Ουρανού…
Και της γυναίκας του, μητέρας μου Ζωής – Γης…
Λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή, της αδελφής μου Σελήνης…
Και με άνομο ζωοποιό έρωτα για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο…
Χωρίς φόβο, γράφω αυτά…
Γιατί τον πατέρα μου Θάνατο, πιο πολύ από τη μητέρα μου ζωή
αγάπησα…
Και εκ φύσεως αιρετική, τη λογική αντέστρεψα…
Και με πίστη βαθιά πίστεψα, πως από τον πατέρα μου Θάνατο – Ουρανό αρχίζει
η Ζωή…
Και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω…
Γι’ αυτό ο πατέρας μου, το πέρασμα με τους
εφτά αγγέλους της μέρας και τους εφτά αγγέλους της νύχτας μου έδειξε…
Πως από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω…
Και στον ουρανό ξανά κάνοντας κίνηση κυκλικά ανοδικά πάντα να μπαίνω…
Εγώ, η Κατερίνα…
Χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά…
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα…
Χωρίς να μ’΄ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω…

*Από τη συλλογή “Νόστος”.

10256986_331126253709383_748798970154088517_n

Άννα Νιαράκη, Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη

10334290_673402969363236_7896521137061930482_n

Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη

Η θλίψη σπάει με θόρυβο, θρυμματίζεται

σαν τζάμι 

Κάθε νύχτα που ξημέρωσε 

νίκη

επί θανάτου, ένα ξενύχτισμα για τα νεκρά

όνειρα 

της ενηλικίωσης

Κάθε νύχτα έρωτα 

νίκη

για την άχαρη τελετουργία της μέρας

Καλύτερα μισός, από νεκρός

καλύτερα ο πόνος από το τίποτα

Η χαρά δεν είναι επίφαση, 

είναι μια άπιαστη θλίψη
 
Οι νεκροί δεν υποφέρουν

Ηταν νεκρός, κι οι νεκροί δεν υποφέρουν

ανοίγουν μόνο τα βράδια τις βρύσες

και πλυμμηρίζουν το υπόγειο δάκρυα
 
Περίμενε σκυφτός το τραμ

Οπως κάθε μέρα, κάθε πρωί

από τότε που θυμόταν τον εαυτό του

Κάθε μέρα στη στάση, φορώντας το καπέλο του

κρατώντας την ομπρέλα

χειμώνα-καλοκαίρι

με ήλιο με βροχή με αέρα

Περίμενε το τραμ

Όπως άλλοι περιμένουν τον θάνατο.
 
Τα ραδιόφωνα

Τα ραδιόφωνα στη διαπασών

κι η μάνα μου να σιδερώνει στο μπαλκόνι

Υποβρύχιο και τα τζιτζίκια να σκάνε

Ιδρωμένες σκέψεις, ανοιχτοί δρόμοι

ξεχειλωμένα κοντομάνικα μπλουζάκια

Και το μπλουζ του χαμού που σφυρίζει αμέριμνα

πάνω από τα κεφάλια μας.

Θα κάνουμε έρωτα, θα μαλώσουμε, θα χαθούμε

θα ξαναβρεθούμε, θα ζήσουμε



Θα χαθούμε


*Αποσπάσματα από την ανέκδοτη ποιητική ενότητα “Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη”
Αναδημοσίευση από το http://www.poema.gr/poem.php?id=535&pid

Κώστας Καραχάλιος, Μη με αγγίζεις

10314566_308159216006288_1275061077934429678_n

Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε, αγαπημένη
αν ένας μικρός ποιητής γεννήθηκε
κάτω από του Σεράγεβο τον αστερισμό,
αν τον νανούρισεν έν’ ατέλειωτο μοιρολόι
για το μεγάλο του αδερφό
που ταξίδεψε με τρυπημένη καρδιά
ανάμεσα στις καλαμιές του Σαγκάριου.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε
αν κοπήκανε τα φτερά
που αψήλωναν τα παιδικά μου όνειρα,
αν τα ψηλά βουνά της πατρίδας
τέντωσαν την καρδιά μου ως που να σπάσει.
Μη με αγγίζεις τρυφερό μου όνειρο
Θα πληγώσω τα δάχτυλά σου.

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους Φίλους

10305965_682570925112226_1234976525264280902_n

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση. Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή. Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δ. Καλομοίρης

Σπύρος Μαρούλης, Ποιήματα

10371505_696576640398726_7622827124705945090_n

H ζωή είναι υπερβολικά βιαστική,
τα χρόνια αναμονής ανελέητα…

(Ο τσικνιάς εμφανίστηκε από δυτικά
πέρασε μέσα απ’ το πορφυρό κόκκινο χρώμα
του παράθυρου,
κρυφά με φίλησε στο πρόσωπο,
και χάθηκε)

Δεν μετανιώνω
που στις τελευταίες πράξεις
της παράστασης,
συγχέω τη ζωή χωρίς λύπη,
με τον ορίζοντα
της μη επιστροφής.

——–

Το σάλι που σου έστειλα….
να το φοράς.

Έχει υγρασία…

Βάλτο πάνω σου σωστά…

Το αγόρασα για σένα
αυτό το σάλι.

Να το φοράς…

Χρησιμοποίησέ το, για να ζεστάνεις το σώμα σου

με το αχνό του άρωμα να μυρίζουν τα μαλλιά σου

και το σώμα σου να πάρει τη γεύση του γάλακτος.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό
υπάρχουν περιστέρια που πετούν

υπάρχει και η αγαπημένη σου φιγούρα
πάνω από τo διακεκομμένο σύννεφο

Αυτό το σάλι είναι
το δικό μας μικρό σπίτι

Ζούμε μέσα σε αυτό

Ζω μέσα σε αυτό…

——–

Μερικές φορές,
είμαι τόσο ήρεμος
με την αποδοχή
του πόνου που κουβαλώ
που ξεχνώ αν είναι
ή δεν είναι
δικός μου…

Nanja Noterdaeme, Change (10 small Spring poems)

Great-Autumn-Forest-Road


I

I don’t do things
I don’t copy the poems
I watch the butterflies
The butterflies pass
The man comes by
Gives me water
The weather goes by
Gives me flowers
The sun also walks by
With the time in its pocket
And gives me a light.

II

I watch a friend pass
She’s young and
walks like an old lady
Small steps
each step a rest
Da capo a little she bends
in black
A dressed
In black bent old
friend passes
bent and black in lent.

III

I wear my glasses
that everywhere I forget
I cannot read the pages well
The pages in a rush
run to the other side of the street
where you are not,
Any more
But the pages want to greet you,
Laugh about it all
It’s such a mess.

IV

Put together the pieces
The pieces and more
pieces of shriveled
designs, crooked papers,
Paper words
Lit a fire with the
deeds of evanescence
that still fuel
ashes of burned desires,
smoke of unborn ghosts.

V

There’s a tiny baby
A mini meteorite in my
coffee cup,
laying and waiting
to be born.
Could it be the corpse
of a Syrian child
wrapped in a white sheet
Could it be that
forever we mourn
what is yet unborn
and that the death
of the already dead
stops giving us any pain?
Could it be that
wrapped in white babies do not outlive
a butterfly, could it ?

VI

Down with the bike
to the rails
Swinging into a curve
Old kid, age fifteen,
long sleeves float from
your flabby jumper
winter after summer
withered basket shoes
searching for a kick
a twist of meaning
on the railway tracks
spring popping up.

VII

The drunken wasp flew turning on its own
drowned into the water,
scratching a spoon.
A voice gave an order
and some saw a little man bloom:
“The heavy part is mine!
I want the role of the executer”!
He dressed in black,
put a belt to his waist
The arrogant play started
A one man’s show joined by
drunken wasps in a one wasp’s show.
They put a gun into their belt,
and power is the drunken thing they felt,
and we the buzzing sound.

VIII

And than it stopped
A few drops left
Leftovers of
Grief some rain

Someone was listening
On the roof
It started again

Hesitating solitude
Not knowing what to do
With a powerful horizon
Too vast all of a sudden
Too fast.
Rain, no rain
Rains raining all over again

At loss with history
Tears converted into centuries

IX

Winter bones
crawl in a wooden soul
March fuels the bonfire
of late awakening and again
the rain carries it all away
A wave of light licks
The feet of dawn

X

You do not learn this
It is
You learn that it is.
Just like that
All over again
The blossom
The southern wind
The flower carpet
Purple my lovely Lila
Easter and in no time
scent subdued to
a split eyed summer hat.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πάθημα του ηλίθιου ποιητή

38_0029Ballet

α’

Δεν πρέπει να κοιτάξεις ποτέ
έναν ποιητή στα μάτια
αν δεν θες να γράψει ποίημα για τα μάτια σου.

β’

Δεν πρέπει να γράψεις ποτέ
ποίημα για τα μάτια μιας γυναίκας
αν εκείνη τρέμει την ίδια της την ομορφιά.

Ηλίθιε. Ηλίθιε ποιητή.
Το ήξερες. Οι θεές στο είχαν πει.

Τώρα βλέπεις τα μάτια της
μόνο μέσα από τις λέξεις που έγραψες τότε.

Το χρώμα τους, γαμώτο.
Θα μπορούσες τουλάχιστον να είχες γράψει
κι έναν στίχο για το χρώμα.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου επισκεφθείτε τη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com/