Κατερίνα Φλωρά, Έναστρον

Συννεφιές σκιές λικνίζονται στον καλοκαιρινό ουρανό
Τυχαίο, όμορφο στοιχείο στην πλάση και στη ζωή μας
που διαλύεται στη νέφη για να αναπλαστεί και πάλι
από κόκκους ομίχλης άπιαστης, ονείρου άγγιγμα

Συννεφιές σκιές, γνώριμη φιγούρα μειδιά
ή προβάλλει τα γαμψά της νύχια
στης μνήμης το άβατο
αφήνοντας κόκκους
που ακολουθούν τα ίχνη της χαμένης μας επιθυμίας

Σπύρος Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Ο ΓΟΡΓΟΝΟΣ
Όσο τον έπιανα
τόσο ξεγλίστραγε απ΄τα δίχτυα μου

Τα πάντα είχα δοκιμάσει:
με το καλό ξενέρωνε
στο φτύσιμο δεν αντιδρούσε
στα ζόρικα το έβαζε στη γοργονο-ουρά του
και με άφηνε να τον κοιτώ ανήμπορος
με πόδια μπηγμένα βαθιά μες στην άμμο

Γιατί με ένα-δυο μαθήματα κολύμβησης σε νερό πισίνας εικοσπεντάρας γλυκό
Και πνευμόνια από Marlboro κόκκινο σκληρό
πως να ανταγωνιστώ κοτζάμ ψαρούκλα!

Ο έρωτάς μας ήταν χαμένος από φύση
αλλοειδής για να κρατήσει
 
Ποιος ξέρει;
μπορεί ένα κάποιο άλλο καλοκαίρι
να ανταμώσουμε ξανά στα Λιμανάκια
*

Ο ΘΕΙΟΣ ΨΕΚΑΣ

λέει ότι οι πρόσφυγες μένουν επίτηδες ελλάδα
για να μας την σπάσουν λέει
κι εγώ του απαντώ πως δεν είναι έτσι και ότι η παραμονή τους
οφείλεται στον κανονισμό του δουβλίνου
Πώς δεν είναι έτσι λέει
είναι δάκτυλος των τούρκωνέχουνάιφονόλοιτουςασθένειες…
Εγώ όμως σταματάω τη συζήτηση
μαζεύω πιάτα με τη θεία
και παίζω με το καινούργιο τους dobermann
Μετά όταν μόνος θα φωνάζει για ελοχίμ κι ανώμαλους
πάλι δε θα μπορέσω κάτι να πω
γιατί δεν έχω δει υπερφυσικά πλάσματα ιδίοις όμμασι
και υποσχέθηκα στη μάνα μου να μην πολυμιλώ για μένα στα
τραπέζια τα οικογενειακά

*Από τη συλλογή “Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Νίκος Φρατζέτης, Δύο ποιήματα

Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Ήρθε ἡ ὥρα τῆς συγκομιδής.
Σπέρναμε ἀξημέρωτα τοὺς σπόρους ˙
μᾶς πῆρε χρόνους πολλούς.
Φύτρωσαν οἱ σπόροι μας,
γινῆκαν οἱ καρποί μας.
Τώρα μὲ χαρὰ καὶ τρόμο θερίζουμε
πορνεία, πεῖνα, ἀνεργία, ἀνέχεια
βαδίζοντας μηχανικὰ μὲ ψηλὰ τὸ κεφάλι,
δίχως ίχνος τύψης,
γιὰ νὰ καλλιεργήσουμε το μεγαλύτερο τῶν ἀγαθῶν:
τὴν ἀπελπισία.

*

Ο ΠΕΡΙΠΤΕΡΑΣ 

«Εἶναι τὸ φευγιὰ ποὺ μὲ κρατάει».
Αὐτὴ τὴν ἀπάντηση μοῦ ἔδωσε ὅταν τὸν ρώτησα πῶς ἀντέχει
κλεισμένος μέσα στὸ περίπτερο δώδεκα ώρες τὴν ἡμέρα.
Πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε καὶ ἐκεῖνος Δευτέρα μὲ Σάβ-
βατο ἐκεῖ, στὰ τρία τετραγωνικὰ ποὺ τὸν ὄρισαν σὲ τούτη τὴ γῆ.
Στο μικρό του βασίλειο.
Ένα Σάββατο πῆγα στὸ περίπτερο νὰ ἀγοράσω τσιγάρα καὶ
καραμέλες γιὰ τὸν λαιμό.
Πιάσαμε τὴν κουβέντα.
«Τις Κυριακὲς πῶς τὶς περνᾶς;»
«Προετοιμάζομαι γιὰ τὸ φευγιόν, μοῦ ἀποκρίθηκε.
Γελάσαμε καὶ τὸν καληνύχτισα.
Χθὲς ἐπέστρεψα στὴν παλιά μου γειτονιά. Έξι χρόνια μετά.
Καθημερινή. Τὸ περίπτερο κλειστό.
Ρώτησα έναν γείτονα νὰ μάθω.
«Πάει ἕνας χρόνος κοντὰ τώρα. Μιὰ Δευτέρα δὲν ἄνοιξε. Αὐτὸ
ήταν.
«Ἔτσι ἁπλά;»
«Ἔτσι ἁπλά».Ἄργησε τὸ φευγιό του, μὰ τὰ κατάφερε.

*Από τη συλλογή «Η χαρτοπετσέτα», Εκδόσεις Κίχλη, 2020.

Θεόδωρος Μπασιάκος, δεν είναι αλήθεια…

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητος βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί κι’ απ’ τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις «καλημέρες» / βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία / βαστάνε απ’ τις τροχιές των πεφτάστερων / βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη / βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας / βαστάνε απ’ τα δαχτυλίδια του καπνού / απ’ τα φοιτητικά δωμάτια / βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα / βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών / βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει κάποιο κοριτσάκι / βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη / βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή / βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες / απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών / απ’ τα τσίρκα των ψύλλων / βαστάνε απ’ το χαμόγελο / βαστάνε απ’ το γέλιο / βαστάνε απ’ τα κουδουνάκια της πρωϊνής σκουπιδιάρας κι’ απ’ τα πρώτα πρωϊνά πουλάκια / βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι / βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε απ’ τις πλάκες κείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο Θεό / άλλοι πάλι στον Κινγκ-Κονγκ…
(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα, σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)

Βερονίκη Δαλακούρα, Βασιλικό παγώνι

Να τι συνέβη μέρες πριν: κατέβαινα τα φοβερά σκαλιά τρικλίζοντας,
το βάρος του κορμιού μου είχε διπλασιαστεί.
Οι συμπολίτες μου, αδιάφοροι στο δράμα που παιζόταν μπροστά
στα μάτια τους, κάτω από τον ήλιο που έκανε το δίλημμα πιο
τραγικό ακόμη, με οδήγησαν στη θάλασσα.
Μπες στο νερό βασιλικό παγώνι, χαίρου την αναχώρηση των
γερανών, ακουγόταν από παντού. Κι εγώ πλατσουρίζοντας,
σύμβολο άθλιου είδους που ο χρόνος εξοντώνει, κολύμπησα ως την ακτή.
Την αδημονία απόλαυσα όσων επευφημούσαν. Το τρίχωμά μου τίναξα
και βγάζοντας μια τρομερή υλακή πέτυχα να με ακούσουν τα καθάρματα
από την άλλη όχθη. να με ακούσουν τα καθάρματα από την άλλη όχθη.

*Από τη συλλογή “Άγρια αγγελική φωτιά”, Εκδόσεις Άγρα, 1997.

Ελένη Βακαλό, από το “Η έννοια των τυφλών” 

………………………………………………
Γιατί πριν να βουλιάξει αυτή η τελευταία μας νύχτα
Η άπειρη
Τη λαβή των μεγάλων συγκρίσεων
Όταν πάνω μου φώναζαν τα ωραία πουλιά
Τα ερείπια σκεπάζοντας
Και τα ψάρια νεκρά παρασύροντας
Με το σώμα τους τα πουλιά
Σαν ακέραιο σχήμα οδηγούμενο
Τρωκτικά και ψάρια μαζί
Έγχρωμα ακόμη στην πλευρών τους τα πλάγια
Οδηγούσαν ήταν όπως κατάλαβα μόνο αργότερα πουλιά τρομερά
Απ΄ τα μάτια μου αρχίζοντας να ραμφίζουν
Τους κρωγμούς των πουλιών ποιοι θυμούνται
Θα μάθουν τι εσήμαιναν τα πουλιά

*Απόσπασμα από το ποίημα “Τις πρώτες ώρες που περνάνε στο ποίημα οι τυφλοί”

………………………………………………..
Ήταν το σκότος κι ο βουβός ο μεγάλος ο θρόμβος του ανέμου που όταν στέκεται περιμένοντας είναι ο ίδιος πυκνός βασιλιάς

Κι είχα να πάω στην πρεσβεία των ασύδοτων τότε εγώ εκεί όπου διαβλέπεις δεν αισθάνεσαι πριν νάρθει ο καιρός

Κατεβαίνει στα γόνατα του καθήμενου, του εκτός κεραυνών κι υπεράνω βροχών, καταφεύγει στον γνώριμο του λευκού και του μαύρου, το άγριο πουλί

Κατέφυγα στα απρόσιτα όπως λαός εν διωγμό

*Απόσπασμα από το ποίημα “Πρέπει οι τυφλοί να λένε συχνά στα παιδιά παραμύθια”

**Από το “Η έννοια των τυφλών” (1962).

***Τα ποιήματα πάρθηκαν από το συλλογικό τόμο με ποιήματα της Ελένης Βακαλό με τον τίτλο “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995.

Κυριάκος Φραγκούλης, Σεληνιασμός

Το φεγγάρι είναι ένα φέρετρο κλειστό
Μια ματαιοδοξία
Το φεγγάρι των ποιητών
Το φεγγάρι των σκύλων
Το φεγγάρι των ωοθηκών
Το φεγγάρι των αστροναυτών
Φεγγάρι αφανέρωτο
Μαχαιρωμένο
Κόκκινο
Άρρωστο
Κίτρινο
Λειψό
Φεγγάρι ημερήσιο στεφάνι
Φεγγάρι αγχόνη
Φεγγάρι αράχνη
Φεγγάρι νόμισμα
Φεγγάρι σημαία
Εικοσιοχτώ εικοστά όγδοα φεγγαριού
Καρφωμένα στα ημερολόγια
Και στους τοίχους της μνήμης.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3, Αθήνα, 1964, σελ. 54.

Βύρων Λεοντάρης, Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι νεκροί

Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι νεκροί
μήτε ασφοδίλια μήτε αναπαμένα κόκαλα
ένα σαφάρι ψυχών είναι ο χρόνος

Καλύτερα λοιπόν με τις Σειρήνες
βορά της ίδιας του της αίσθησης
χορδή και ήχος μαζί
μαρτύριο και μαρτυρία
παρά δεμένος τώρα στο κατάρτι
με τους κουφούς συντρόφους γύρω σου
να παραπλέεις τη μοίρα σου
παρέξ ελάαν…
πολύτροπος θεομπαίχτης
με χίλια δυο τεχνάσματα της ψυχής γυρεύοντας να συμβιβάσεις
πάθος και γλιτωμό
αρρώστια και επιβίωση
έγκλημα και επιβίωση
έγκλημα και δικαίωση

Στο Τύμπιγκεν σκοτείνιαζα σκοτείνιαζα
36 χρόνια λαβωμένος
όχι απ’ τα βέλη του Απόλλωνα μα απ’ τη σιωπή του φίλου
που εγώ εξακολουθούσα να του γράφω κι όταν πέθανε
(«Προς τον Σύμβουλον του μεγάλου Δουκός Φρειδερίκον φον Σίλλερ
που τώρα κατοικεί στα Ηλύσια…»)
Γυρίζοντας απ’ το Χαράρ να παντρευτώ μια κόρη της Σαρλβίλ
στη Μασσαλία με πετσόκοψαν νυστέρια και πριόνια
Στην Πίζα με ρημάξαν προβολείς φτυσιές και κουρνιαχτός
Δεν είναι γραφτό μας να πεθάνουμε από ποίηση
μα απ’ τα κοινά και ταπεινά μας πάθη
Με βρώμισες, ζωή, με βρώμισες…

Τελειώνει ο κόσμος μας τελειώνει ξεψυχούν οι δαίμονες μας
θρήνοι του Κύκλωπα στα σπλάχνα μας
λιμός των Λαιστρυγόνων στων ματιών τους σκουπιδότοπους
η απατημένη Κίρκη πόρνη στα λιμάνια
και της σφαγμένης Μέδουσας το αίμα στα ποτήρια μας
και τα φτερά του Αλόγου να ξεσκίζουνε τον ουρανό
ενώ οι οπλές του βούλιαξαν στη λάσπη του μυαλού μας
Καλύτερα λοιπόν
Στο πρακτορείο «Βιργίλιος» τσακώθηκα
επέστρεψα εισιτήριο και συνάλλαγμα
— Δώστε τον οβολό μου πίσω
θα φύγω για την Πρέβεζα. Όχι κρουαζιέρες πια στην Κόλαση
όχι αλλαγμένο νόμισμα
όχι ποιητής — ένας ανίατα άρρωστος που προσποιείται το ανίατα άρρωστο…

Καλύτερα λοιπόν με τις Σειρήνες
ένας ατόφιος θάνατος
παρά δεμένος τώρα στο κατάρτι
μέσα σ’ ένα βαρέλι αλκοόλ
και να θαλασσοδέρνεται μερόνυχτα η «Φλόριντα» ξυλάρμενη
μ’ ένα μάταιο Μισολόγγι στοιχειωμένο στα ξάρτια της
να μπαίνει κάποτε στον Τάμεση όπως λεπρός μες σε μητρόπολη
και τ’ άλογα καλπάζοντας να φεύγουν για το Νότιγχαμ
τ’ άλογα που δε φτάνουνε ποτέ στο Νότιγχαμ

γιατί κανείς μας δε γυρνάει ποτέ ώς τις ρίζες του

Λίγο πιο δώθε πάντα
σε κάποιο Χάκναλ Τόρκαντ όλοι θα θαφτούμε

Βύρων Λεοντάρης. 1976. Μόνον διά της λύπης. Αθήνα: Έρασμος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Βύρων Λεοντάρης. 1983. Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949–1976). Αθήνα: Ύψιλον.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Τρία ποιήματα

Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης. Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης. Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

*

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ, μου είσθε συμπαθής.

*

Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου
ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες
τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος
μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος
μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος
τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος
μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς
αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό
σʼ ένα τρεμούλιασμα ή σʼ ένα δάκρυ πάντα νʼ αστοχήσει
Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται
ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα
συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις
Ούτʼ ένα στίχο πια ερωτικό, στʼ ορκίζομαι

Νικόλαος Κάλας, Τρία ποιήματα

Ηρώον

Όποιος για λίγο, για πολύ, πονεί δηλητήρια
κρέμασε το κουτάλι του παπά.
Έχει τον Μιθριδάτη για Ήρωα!
Χτύπα ξύλο! Όποιος μεταλαβαίνει γιατρεύει
σωτηρία δίχως φάρμακο έρπεται στην Ιστορία
και στα καταγώγια της, θίασος και ηρωίνη,
Στη συναγωγή εκκλησιάζονται αγάπης χορτασμένοι θεατές

*

Οι Εφέσιοι

Στη στάση Δαμασκού έναντι βεσπασιανού
έπεσε από τη μοτοσυκλέτα του ο Παύλος
τώρα γελούν οι Επικούριοι και
τη θεά της Θήρας κάναν πορταίτισσα
Στον Κεντρικόν Οίκον ανεργίας
εκτός στάσεως, άνευ επικουρίας

*

Περιποίηση

Από Πινδάρου εις κύρωνα
της τροχιάς τα τυχερά
ρυθμίζονται από την τροχιά των άστρων
Θρίαμβος διαμελισμός διδύμων.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”.