Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Τρία ποιήματα

Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης. Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης. Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

*

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ, μου είσθε συμπαθής.

*

Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου
ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες
τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος
μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος
μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος
τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος
μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς
αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό
σʼ ένα τρεμούλιασμα ή σʼ ένα δάκρυ πάντα νʼ αστοχήσει
Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε
ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται
ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα
συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις
Ούτʼ ένα στίχο πια ερωτικό, στʼ ορκίζομαι

Leave a comment