Τρία έψιλον (Ευσταθία Π.), Ποιήματα

όταν νυχτώνει στο λιμάνι ξέρω
πώς ακριβώς σκάει το χρώμα στο κύμα
κι αν κοιτάς στο βάθος ευθεία πάντα βρίσκεις τις νύχτες μισό το φεγγάρι

αν

έβγαζες απ’ την τσέπη σου ένα καλαμάκι και ρουφούσες τη θάλασσα, θα μου έπαιρνε περίπου
δέκα λεπτά να περάσω απέναντι

αν

δεν μπλέκονταν στα πόδια μου δόντια και μπουκάλια αναψυκτικών
αν
δεν κολυμπούσαμε στα ίδια νερά με δεκάδες ανθρωπιστικές αποστολές
από την δύση στην ανατολή και από την ανατολή στη δύση είναι
μια ανάσα δρόμος

θα το ήξερες αν είχες πάει στη μυτιλήνη

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς
τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης
πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*


θ’ ανοίξω μια τρύπα στον τοίχο ή στη μέση της θάλασσας,
σαν πηγάδι ψηλό να αλυχτάω την αγάπη μου,
ν’ αντιδρούνε οι πέτρες σαν τους πάγους να λιώνουνε,
να με πνίξουν αρκούδα στη μέση απ’ το δάσος του στέρνου σου

και μετά, θα διαβάσω ένα-ένα τα γράμματα που όλο λες πως θα έρθεις

μου γελάς στα μαλλιά, μου διαβάζεις τους στίχους μου, κι όταν λες πως φοβάσαι φωνάζω

οι καιροί επιτάσσουν σιωπή και στα πόδια γεμίσαμε κρίματα, μα
εγώ σαν κι εσένα δεν ξεπλένω τα χέρια μου σαν γυρνάω στο σπίτι,
το γυμνό φαγητό τ’ ακουμπώ με τα δάχτυλα και ας έχει ένα χρόνο
που πηγαίνω και έρχομαι μες στο ίδιο το δέρμα που φορώ
στη δουλειά και τα δόντια μου τρίζουν στον ύπνο

κι όλο κάτι μέσα μου καίγεται: όπως ανοίγω και κλείνω στο νησί
ή στην πόλη τα φρικτά μας παράθυρα, δε φοβάμαι

παύω πια να ξηλώνω, αφού γάμος δε γίνεται και δεν έχω μνηστήρες να τρυπήσω με τόξο

γι’ άλλη μια μου φορά δε σιωπώ, με τους τρίτους τη ζωή μου μοιράζομαι

κι είσαι εσύ η τρύπα στον τοίχο, στην καρδιά μου, στο πάτωμα,
στη μέση του δάσους, στο κέντρο της θάλασσας, στο δεξί μου το στήθος,
στο αριστερό σου αυτί, στο πλευρό

κι όλο τρύπες ανοίγουμε μα δεν μπαίνει θεός

*

[απάντηση]

Στον δρόμο απ’ την πατρίδα, όχι
Όχι δε συγχωρώ κανέναν όταν μου μιλάει στον δρόμο
Κι όπως επιστρέφω απ’ τη δουλειά πάντα κλαίω
Για τις φίλες μου, τα μηχανοκίνητα ψάρια,
που σαν λουλούδια με χαϊδεύουν απ’ την απέναντι όχθη
Κι όχι
Όχι δεν έχω πατρίδα
Έχω κάτι σημαίες μεσαίου μεγέθους
που τυλίγουν το δημοτικό σχολείο
σώματα αλυσίδες σε κάγκελα
Ωραιόκαστρο, Μυτιλήνη, του Λονδίνου Προάστια
Μπροστά στην εθνική υπερηφάνεια συστέλλομαι
Γίνομαι τόσο μικρή που χωράω στον χάρτη
Το χέρι του Θεού είμαι εγώ
Διαβρώνω ταυτότητες
Ξηλώνω σύνορα
Γίνεται το θέλημά μου
Αθήνα, Γάνδη, του Λονδίνου Προάστια
Από και προς τις φίλες μου
Στον δρόμο για αυτές διαρκώς μεγαλώνω
Κι ας ξέρω καλά πως ποτέ δε θα μου το συγχωρήσουν

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία

Εντέλα Ταμπάκου, Είμαι μια φιάλη μελανιού

είμαι μια φιάλη μελανιού γραφής
μικρή
Πεπλατυσμένη
με πάτο φαρδύ και στόμα στενό
γεμάτη μαύρο μελάνι
λίγο παχύρρευστο
και με τη μυρωδιά παλιών καιρών
εν αναμονή της ελπίδας
είμαι φτερό
που βίαια το μάδησε
γαλήνιο πουλί
και ακονίστηκε ένα βράδυ
μ’ ένα ξυράφι
προς τις φλέβες σπλαχνικό

*

Φλουράνς Ίλια, Dalbania

Σε διαφορετικούς καιρούς
δεν είμαστε οι ίδιοι αναγνώστες
δεν είμαστε οι ίδιοι
που ήμασταν πριν από 24 μεταφορές

Πώς θα ήταν οι ζωές μας αν δεν υπήρχε
το γλυκό πουλί του παράδοξου;

Εκεί όλα τα ρήματα φωλιάζουν
για όσους αγαπούν τη φωλιά
follement

Σαν σε νησί
η ανθρώπινη παρουσία
μοιάζει με θαύμα
Ανάμεσα στα θηρία και τις ακτές
στιγμή βιολοντσέλου
χιόνι απάτητο
φύλλο λευκό

“Όλοι νοικάρηδες είμαστε
σ’ αυτή τη τη γη, Πηνελόπη μου,
μ’ ένα κιλό μέλλον
στη σακούλα με τα τρόφιμα”

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται σε αφιέρωμα του περιοδικού “Τεφλόν” για τη σύγχρονη αλβανική ποίηση, στο τεύχος 32, Χειμώνας – άνοιξη 2025.

Dylan Thomas, Έχω ποθήσει να ξεφύγω

Έχω ποθήσει να ξεφύγω από το φίδι
της ψεύτικης ηµέρας
κι απ’ των αρχαίων τρόµων τον κατασπαραγµό,
γερνώντας πλέον φοβερά, καθώς η µέρα πέφτει
από τον λόφο σε απροσµέτρητο βυθό·
έχω ποθήσει να ξεφύγω
απ’ των χαιρετισµών
το πήγαινε-έλα. Ο αέρας
γέµισε πνεύµατα, πνευµάτων ήχους το χαρτί,
βροντάει κι αστράφτει κουδούνια και προσκλήσεις.
Έχω ποθήσει να ξεφύγω, όµως φοβάµαι·
λίγη ζωή περισωσµένη αν ξεπηδούσε
απ’ του παλιού µου φόβου αποκαΐδι,
ανάερα σκάζοντας και µ’ άφηνε τυφλό;
Από της νύχτας τον αρχαίο πανικό,
ένα καπέλο που έβγαλα,
τα χείλια µου σµιχτά στ’ ακουστικό,
δε θα µε τσάκιζε αµέσως του θανάτου το φτερό;
∆εν φοβάµαι µην πεθάνω απ’ αυτά,
µισά συµβάσεις, ψέµατα τ’ άλλα µισά.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Αλέξης Τραϊανός, Θανάτοψις

Ώρες των ματιών κοιτάζοντας μέσα στο ψύχος
Ένα θάνατο τον ανθρώπινο θάνατο

Να πεθαίνουμε είδαμε πώς γίνεται να πεθαίνουμε
Σ’ ένα ρηχό πρόσωπο πιο χαμηλά κι απ’ τα χόρτα
Ήταν η ανάγκη
Ανάμεσα σ’ εκείνους που πέθαναν το δικό τους θάνατο
Κι εκείνους που πέθαναν έναν ξένο θάνατο
Ήταν η ανάγκη
Γι’ αυτό το ταξίδι το κομμάτιασμα
Να βρεις τη ζωή και το θάνατο το δικό σου
Εσύ που πνιγμένος ήσουν έρχεσαι και κάθεσαι
Σ’ αυτό το κάθισμα το πέτρινο το γλειμμένο απ’ το αλάτι
Σώμα βαρύ βουλιαγμένο ανάμεσα στα πρώτα όστρακα
Στα πρώτα θαλασσινά κοχύλια
Και το πρόσωπό σου κενό μουσικής ποντισμένης στο χάος
Εκείνο που μας δέχεται μόνο γυμνούς
Και τα λόγια σου στάζοντας σαν το λιωμένο κερί
Βαθιά μες στις μασχάλες πίκρα πενία και ντροπή
Βαθιά μέσα σε μια σχισμή αρμών εξαρθρωμένων
Ανοίγοντας μες στο ακύμαντο γαλάζιο χέρια ακύμαντα
Έπειτα ήρθε τ’ απομεσήμερο όλο φως και κούραση
Ακίνητο μ’ ένα πουλί που βάθαινε στον ουρανό
Ραγίζοντας προς το σούρουπο τ’ ακύμαντα χέρια σου
Και το σβησμένο σου πρόσωπο
Και τα σημάδια των ποδιών σου
Κάτω από ’ναν ήχο ωρών εσπερινών
Πώς γίνεται
Κι όμως πεθάναμε για να γεννηθεί ο θεός μας
Πέφτοντας μέσα στη νύχτα απ’ το πιο μυτερό μεσημέρι
Άστρα σαν τα νησιά μια νύχτα φυγής
Σ’ αυτό το ψύχος το σκοτάδι τη σιωπή
Στο πουθενά τούτο
Κάνει κρύο μες στο σκοτάδι σε τούτα τα κλίματα
Κι η ατέλειωτη άμμος ασπρίζει σα χιόνι
θα κρυώνεις τ’ ακύμαντα χέρια σου
Το σβησμένο σου πρόσωπο
Θα πεθαίνεις τόσες φορές σ’ έναν άλλον
Κι αυτός άλλες τόσες φορές μέσα σε σένα
Και δε θα ’χεις το θάνατο μέσα σου
Και δε θα ’χεις φωνή μήτε κι άνεμο
Για τ’ ακύμαντα χέρια σου
Να καρφώσεις το αίμα που τρέχει

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973).

Γιάννης Ευσταθιάδης, Ποιήματα

Σχεδιάζω έτσι
αυτό το ποίημα
ώστε οι επισκέπτες
να μπαινοβγαίνουν ελεύθερα

κάθε στίχος με δική του
έξοδο
και κάθε νόημα ολοκληρώνεται
χωρίς να περνά
απ΄ τον προθάλαμο

προκατασκευασμένες παρομοιώσεις
και συμβολισμοί
τυποποιημένες λέξεις
όλα προσαρμοσμένα
σ’ ένα σύγχρονο τρόπο ζωής

έτσι που οι αναγνώστες
να μπορούν να φύγουν
τούτη τη στιγμή
απαρατήρητοι
χωρίς να ενοχλήσουν
τις προθέσεις
του συγγραφέα

*

Τόσα χρόνια ζώντας
στη φυλακή
της ελευθερίας μου

*

Και σείς
ρήματα χρόνου παρατατικού
τι εννοούσατε;

*

Ονειρεύομαι έναν κόσμο
κατ’ εικόνα και ομοίωση
αυτού του ποιήματος
όπου όλα επιτρέπονται

*

Στίχοι όχι για μελοποίηση
Ούτε για απαγγελία
ούτε καν για χαμηλόφωνη ανάγνωση
μόνο για εσωτερική αποστήθιση
σαν μια επιτομή την σύγχρονης αμηχανίας
Σαν μονό τον πρωινή γυμναστική
Κι άσκηση μοναξιάς

*Από τη συλλογή “Ενικού αριθμού”, Αθήνα 1985. Συλλογή εκτός εμπορίου.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Άσκηση καθ’ υπόθεσιν ρομαντισμού

Artwork: Sue Welfare

Σαν τη βουή μέσα στο δάσος
σκίζεται στα ξερόκλαδα
που είν’ έτοιμα να πέσουν
παρασέρνει φύλλα
κιτρινωπά που μόλις πήραν να ξεραθούν
χώμα και χαλίκια κοφτερά
 
βγαίνει στο ξέφωτο
όταν αρχίζει η βροχή
τσαλαβουτά με δύναμη στα ποτάμια
και τις στέρνες, σκοτώνοντας
τους νεογέννητους γυρίνους
 
φτάνει ψηλά στους λόφους
στα φτερά της πετροπέρδικας
και της κίσσας -πώς τα θερίζει!
και αυτά χτυπούν λίγο πάνω απ’ τη γη
σαν τύμπανα πένθιμων εμβατηρίων
 
ξεχύνεται στη θάλασσα
σαν κλέφτες πολλοί μαζί
μα ακέραιοι και δυνατοί
που παραμερίζουν αστόχαστα ευχές
ψάχνουν στο πέλαγος
να βρουν κατάρτια και πανιά
 
Σαν τη βουή η ψυχή μου
πληγωμένη περηφάνια
τρέχει μακριά από τη σάρκινη ζωή της
όταν με αγνοείς
με τόσο θόρυβο που σπαρταρώ
κάθε που σε συναντώ

Γιώργος Κοζίας, Στον Καύκασο το φως

Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης

Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Oι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί

Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Που πας ψυχή μου με τέτοια ανθρωπότητα;

Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών

Στον Καύκασο του τρελό-Χάιλντερλιν το Φως.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Βαγγέλης Κάσσος, Δύο ποιήματα

ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

είναι μια έρημος
που τώρα περνώ
το κορμί μου
όταν πεινώ όταν διψώ
όπως το μάννα βρέχει την ψυχή μου
θάνατος δεν υπάρχει
μόνον ο χωρισμός απ΄ τη μητέρα
μετά όλα είναι ίδια
στην ψυχή ενωμένα
όπως το χώμα
τι λοιπόν βλέπω τι δακρύζω
τα μάτια μου έχει πνίξει το χώμα
οι άνθρωποι τα σπίτια τα δέντρα
συνεχίζουν το χώμα
εξέχουν δειλά τα βουνά
καθώς το χώμα απορώντας
σηκώνει τους ώμους
είναι όλα απλά
ο ήλιος μόνο περισσεύει

*

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ

έχει πέσει παντού
ένα χιόνι γαλάζιο
αγαπημένο μου λέω
και σκύβοντας
αγκαλιάζω σαν βρέφος το χιόνι
πού είμαι συνέχεια ρωτώ
πού άραγε έχω ξυπνήσει;
το κρύο μόνο με ακούει
και απαντά με το κορμί μου
τι συμβαίνει;
τι άραγε μου συμβαίνει;
κάθε στιγμή
σαν να έχω βγει από όνειρο
μα δεν ξυπνώ
αγρυπνώ προς τα μέσα

*Από τη συλλογή “Μουσική για την υποδοχή της ψυχής”, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2024.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα για τα Τέμπη

ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ

Η μάνα είχε βγει στην αυλή με το λάστιχο.
Κοιτούσε στο τσιμέντο τα ρυάκια του νερού και δεν έβλεπε.
Χελιδόνια πετούσαν χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της.
Δεν τα’ βλεπε.
Είχε μάτια για το τσιμέντο μοναχά.
Για τις βρώμικες πλάκες του πεζοδρομίου.
Κι έριχνε το νερό με μανία να ξεπλύνει το κρίμα.
Τις νύχτες
Ερχόταν το κορίτσι της
Μαμά μου
Άσε το πια το λάστιχο
Μια ζωή σκυμμένη στα νερά
Μαμά μου
Δες τα χελιδόνια
Είναι πολλά
Και πετούν χαμηλά
Κι εσύ μαμά μου είσαι μοιρασμένη στα δυο
Και δεν βρίσκεις τον τρόπο να το πεις
Το κρίμα σου
Σε άνθρωπο
Που με γέννησες στη χώρα του ήλιου και της θάλασσας
Που αχρείοι κυβερνούν
Για να πεθάνω
Στο τραίνο τους
Ξημερώματα Τρίτης
Στα δεκαεννιά μου

*

ΚΛΑΟΥΝΤΙΑ
Την κόρη μου την είπα Κλαούντια.
Μα τον τελευταίο χρόνο τη φώναζα γιατρίνα
Ξέρετε
Η κόρη μου έφυγε από τη Λάρισα
Και πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές.
Γιατρίνα τη φώναζα με καμάρι
Κι αυτή θύμωνε
Και μου’ λεγε
Μαμά ακόμη στη σχολή είμαι
Περίμενε να τελειώσω
Κι έπαιρνε το τραίνο να πάει στη σχολή της
Κι εγώ τη σταύρωνα κρυφά
Να την προσέχει η Παναγιά
Κρυφά
Γιατί η γιατρίνα μου
Δεν πίστευε σ’ αυτά.
Τώρα περνώ από τον δρόμο που φτιάξαν, λέει, προς τιμήν της .
Της άλλαξαν το όνομα.
Την είπαν Αλεξάνδρα.
Φαίνεται για το κράτος που τη σκότωσε
Ακόμη και μετά θάνατον
Το Κλαούντια
Δεν ήταν αρκετά ελληνικό
Για να μπει στην ταμπέλα του δρόμου.

*

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΓΩ

Είμαι η Ιφιγένεια
Η γεννημένη από τη δύναμη
Ματωμένη με αποθέσαν απ’ τα σκέλια της μάνας μου
Στο στήθος της
Με κοίταξε με μισάνοιχτα μάτια
Και πόνεσε
Γιατί το βρήκε σημάδι κακού
Σκουπίστε το παιδί μου
Τα αίματα ειναι σημάδι
Φώναζε
Μα οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες
Τη βρήκαν υπερβολική
Δεν πίστευαν στα σημάδια
Και κύλησε καιρός
Και ήρθε η μέρα
Που η Ιφιγένεια εγώ
Από τη δύναμη γεννημένη
Έγινα ένα όνομα μονάχα
Να σέρνεται στα χείλη των αναιδών
Είμαι η Ιφιγένεια
Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας

Κλυταιμνήστρα τη φώναζαν τότε
Που με θυσίασαν
Για να φύγουν τα πλοία των φονιάδων
Για την Τροία

Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας
Σαν καταριόταν τον πατέρα μου
Το παγωμένο στήθος της κανείς δεν ένιωσε
Και τώρα
Με φέραν πάλι ματωμένη στο γυμνό της στήθος
Οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες
Κι αγνόησαν τα ουρλιαχτά της
Μη
Είναι σημάδι κακού
Το αίμα σκουπίστε

ο.ς. φωτίου, το θάμπος το γυάλος το φέγγος

Artwork: Olga Karapanagioti

το θάμπος το γυάλος το φέγγος
Η-]ΑΝά[ ] -]~ λα~[b]bee |
με]τάέπετε,– Η~ Λα~μπρή |οι βροντές οι άστρα]πές -]’’το
μπαμ’’-το μπουρίνι |ο βαρκάρης η βάρκα – η θύελλα-η[ ]~
~λά~μπα |
-] η θύελ~λα~τω[ ]ν θύελλω[ ]ν η[ ]αυθ’ [χ]ε[Π]πί [ ]βο[Λ]λί |
ενικός αριθμός – της θυέλλης – εκ περι ΤΡΩ[Π]πί ς -|αντι κα
Τ ΡΩ πτ]Ή ζΩν -]γαλά ζ ι Ον| Ω[ ] α καμα]ΤΗς ΤΗς ΤΟΥ
ΤΟΥ[ ] ΦΩ ς]ΤΌς |–Ω[ ]Ή ’λ ι Ος |
Η[Ν]νί χτα ,Η Α |- ΤΟ[ ]Ω –φεγγ’ Άρη[ι]ς- Ω δρΏ[ ]’μ Ος |
ΤΟ[ ]-ά φεγγ’ Ος |-γελείοπράμμα-ΟΙ ΦΑ νο ΣΤΑ]Τες στη[ ]ν ‘’ευ’’θεία|
Ο[ ]
‘Σύ ρει Ος |
-]ΟΙ φτέρνες ΤΟΥ[ ] ΩρίΩ[ ]ν Ος |
του κλέφτη το πουλάρι | τα σκιάχτρα δια φράγμα]τα |ΤΗ[ ]ς κα~λα~[Μ]
μί ά[ ]ς το θρό ι σμα |Η κλαίουσσα ιτιάαα | Η ΙΤ ιά Η[ ]κλέους ah- α θόρ
ΥβΟς –σταμάγου~λα~2δάκρ
Υ[γ]ια ΤΟΥ[ ]αν αίμους|-στον ε Ώ να-|
η αυλαία |η-[Π]πί χ τ’ρα αυλή-Η[ ]αυλαία |
το μαγγανοπήγαδο |
του ναι ρούς του[Π]πί γ άδειού[ ]ς –του[Π]πί γ άδειού[ ]ς του ναι ρούς Ω
[ ]πάΤΟς |
το φίλτρο- η[ ]αυγή |-η καθ’ιζησις-το κατακάθι |Το α λο[‘ ]Ον ΤΟΥ Ον
Ω[ ]Ο
μόχθΟς]ΤΩ[ ]ν]
-όντΩς-[ ]ν|Ω[ ]ΓΗ Τ’’ευ’’]ΤΉς ]ΤΩ[ ]ν |
η ποτίστρα |-]το πότισμα ΤΟ[ ]άρΩ Τ ΡΩ[ ]ν |
”η βροχή-του α’ργά]ΤΗ|-]Η ΑΝά -] μπου μπου~λα ~λα~λα~λα~α α α |
τα δύχτια ”το κανάλι τα ψάρια ο δυναμίτης ”τα ψάρια[ ]”χωρεί |
-]η σοδειά
το -]ξεπάστρεμα ο
-]γόνος ”η απληστία η-ας[Φ]φί[Ξ]ξί α-ah α [Ξ]ξί α”και σκάει-άς
προ κρέας στο θολό]τω[ν] της τσιπούρας το μάτι | ”φρέσκο αίμα |
Ή 0[Μ]μί δε[ ]ν |-]ΤΟ κα μά ‘κει καρα ‘δω ‘κεί |κόκκινΟ α χ ΡΏ
μα ά χ ΡΩ μα |
”κόκκινΟςκάμπΟς – κάμά]κΏμα[,][ ]κόκκινΟς θα να ]Τ Ός Ah Δίά
φανός|
μ]άβρΌ[ ]ς
που~λΆ~ρη [ ]ς γοργΌς- -ξε σα[ ]μά ΡΩ]ΤΟ[ ]ς-
-]1α[ ] μπουκάλα whisky να ‘κει λΎ συ ΤΟ |
‘κει[ ]1α[ ]ποτήρι-]1α[ ]] δάκρΥ[γ]ιο-]μεςΣΤΟ[ ]πο
]ΤΟ ΤΑ[ ]Emma]ΤΑ |
‘1α[ ]κοκτέιλ στις ράγες ΤΟ[ ] ‘’bar ΤΟΥ[0][Μ]μί δενΌς’’|
-‘κει[ ]1α[ ] ‘’στερητικό’’απ]τα[ ]soft drinks ”στο βαγό[Ν] νί 2 – Η 6’ΑΕΊ λ’
Ω[ ]’σεις |’πΩς το ούζο στο στρείδι |του στρειδιού ΤΟ[ ]τι γ ΑΝ Ή ‘ζμα
-]H6’ατ[Μ]μί[Σ]σί[ ]ς ._
-[ ]———————————————–+[λ]λο[‘]Ή ‘κεί Εις τεΡία|

================28 Φλεβ’ ΆΡΗ 2023 Δία Παν]ΤΌς