Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Τέσσερα ποιήματα

ξανά Ησαΐα, Αφαιρετική προσωπογραφία

ΑΓΝΩΣΤΗ

Πήρα το μάθημα του αίματος.
Όπως και της λογικής.
Μια παραισθητική μορφή
Καλύπτω την έκφρασή μου.
Πότε στέκομαι στην πόρτα.
Στην θέα του απογεύματος.
Πότε περνώ από τις καθημερινές ώρες.
Ήσυχη τακτοποιώ.
Ποτέ δεν αναγνωρίζομαι.
Ποια λύση θα με παρουσίαζε στο φώς;
Άγνωστη σαν σκιά
Διαρκώς καλύπτω
Την ίδια απόσταση
Από την ζωή μου.

*

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Φόβος;
Σύλληψη χρώματος στη βροχή
Σαν μέρος ενός ουράνιου τόξου;
Πέφτει η ζωή
Από διαίσθηση τέχνης
Σε ασύλληπτη βροχή
Αίσθηση αστραπής
Πριν από κάποιο έτοιμο θνητό χρόνο.

*

ΚΟΥΡΟΣ

Στην Ελένη Λαδιά

Το σώμα σου σταθερό στο φως
Κι εγώ θύμα της φοράς των κυμάτων
Ήταν ένας καιρός αποχρώσεων
Αρχαϊκός σαν κούρος
Έστεκες στο βάθος των αναπολήσεων
Ή των αλλεπάλληλων απομακρυσμένων επιφανειών.
Ήσουν ακέραιος στη χαμένη μου παράδοση
Πολλών αιώνων νεκρών.
Ενώ εγώ τεμαχισμένη
Είχα πέσει στην άκρη
Εκείνης της θεόρατης σιωπής
Που συχνά επανέρχεται
Με τη μορφή της βοής των κυμάτων.

*

ΓΚΡΙΖΟ

Ήμουν στο φως.
Με τα χρυσά γυαλιά στον ήλιο.
Το χαμόγελο μου στην αίσθηση του φωτός
Όταν είδα το γκρίζο πρόσωπο του μίσους.
Ήταν το πιο ακαθόριστο σημείο στο χώρο.
Σε ποιο δρόμο;
Δραπέτης ενός γκρίζου ονείρου κι εγώ
Επέστρεφα αργά
Στο δικό μου αναλλοίωτο χρόνο.
Δεν έχει αντιθέσεις εδώ.
Διαθέσεις φωτός.
Και κόσμο.

*Από τη συλλογή “Μορφή”, Έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980 – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1981.

Χρυσούλα Παπακυριάκου, Τρία ποιήματα

Χαιρετισμοί

Ρίχνω γράμματα και τραγούδια
στο βάραθρο που μας χωρίζει,
για να γεμίσει,
να γίνουμε πάλι ένα.
Ρίχνω στιχάκια και ποιήματα,
να ξεχειλίσει κι ο παράδεισος χαιρετισμούς.

Χάδια αποθέτει απαλά
στο δέρμα το αεράκι.
Σα φιλιά σταλμένα απ’ τον παράδεισο
με τα πουλιά.
Μιλούν ελληνικά.
Για να μη μας τρομάξουν
τα λόγια είναι τιτιβίσματα.

*

Παιδί

Δεν αγαπά καμία δράση.
Του αρέσει να βλέπει, να παρατηρεί,
να γνωρίζει και να νοιώθει.
Αυτό τού είναι αρκετό για να ζει.
Είναι ολόκληρη η ζωή.

Οι μεγάλοι όμως άλλα νοιώθουνε
κι αλλιώτικα είναι τα λόγια τους.
Συσκοτίζουν, θολώνουν και παραπλανούν.
Αντί για εξηγήσεις γεννάνε απορίες.
Του φαίνονται λοιπόν παράταιρα τα λόγια
κι αναντίστοιχα.
Ακόμα το ίδιο προσπαθώ.
Αυτά να συνταιριάσω.

*

Εξετάσεις

Τις έχω πάρει από φόβο.
Όποιος προσδιορισμός κι αν τις συνοδεύει.
Ιατρικές, πανεπιστημιακές,
προπάντων εισαγωγικές, πανελλήνιες και πανελλαδικές.
Προφορικές… Κυρίως αυτές.
Τις τρέμω όλες
σαν να πρόκειται για αναπαράσταση
εκείνης της τελευταίας και οριστικής αυτοεξέτασης.

*Από τη συλλογή “Των γραμμάτων”, εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2017

Θεοδώρα Βαγιώτη, Φιλοσοφίες της ύπαρξης

Oswaldo Guayasamín (1919–1999), Black Tears I

Ειρημένο κάτω απ’ τον αποθαμό των άστρων·
τίποτε δεν καταλαβαίνεις από φιλοσοφίες της ύπαρξης
μον’ έχεις κάτι χέρια
που βαστούν γερά
και ένα χαμογέλιο που παραδέχεται χωρίς έγνοια
αφέσου μου λεν
και ματώνω ανάμεικτα
με ποταμό, που θα πει
υπάρχω από πηλό σαν πρότυπο
πάνω στον πάγκο εργασίας
και ας μην έγινα ποτέ
το μεγάλο, το κανονικό·

το έργο τέχνης

Γρηγόρης Σακαλής, Πριγκίπισσα του Βερμίου

Είναι ώρα πολλή
που σε κοιτάζω
και σε θαυμάζω
τα σγουρά μαλλιά
το πορτοκαλί σκουφάκι
μια ομορφιά πρωτόγνωρη
καθώς κρατάς
ένα ποτήρι λευκό κρασί
που πνίγομαι μέσα του
και με καταπίνεις
κι ύστερα στρίβεις
ένα τσιγάρο
και με καπνίζεις
αγάπη που δεν ξέρω
ούτε τ΄όνομα σου
που δεν μπορώ
να κάνω κάτι
να σε προσεγγίσω
μέσα στον μικρόκοσμο
που ζούμε
καταριέμαι τη μοίρα μου
κι ελπίζω μέσα μου
ελπίζω.

Νάνος Βαλαωρίτης, Η Μπαλάντα του Ξενιτεμένου

Φωτογραφία: ένα έτσι

Βαρέθηκα τις φωνές των Ελλήνων
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983

Αλέξανδρος Χρονίδης, Καταγγελία θανάτου

Φωτογραφία: Antonio Palmerini

Αγαπημένοι μου άνθρωποι,
Λέτε πως δε μιλώ πολύ τον τελευταίο καιρό

Εγώ σας απαντώ
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε για λεφτά;
Μπορεί να περάσει μια μέρα που να μη μιλήσουμε
για δυστυχήματα, για διαφθορά, για πολιτική,

Μπορεί να περάσει έστω μια μέρα που,
που να μη μιλήσουμε για πόλεμο, για θάνατο;

Ω ναι, τον θάνατο όλοι στο στόμα έχουμε, κι ας μιλάμε για μόδα,
για αυτοκίνητα, για παιδικά παιχνίδια και για κάθε λογής αξεσουάρ.

Ο θάνατος καραδοκεί στις παύσεις μας,
Στις καύσεις μας,

Στα πετρόκτιστα σπίτια που έμειναν μισοτελειωμένα,

Στις βελούδινες κορδέλες που ξεχωρίζουν την είσοδο από την έξοδο
στις πολυτελείς δεξιώσεις.

Η βενζίνη μεθυστικά μυρίζει θάνατο.
Ο παππούς στον δρόμο κράτα ένα μπαστούνι μήπως τον φοβερίσει.
Το μωρό που κλαίει γοερά, κλαίει γιατί ακούει συνέχεια θάνατο.
Οι τυμπανοκρουσίες στις εθνικές παρελάσεις βογκούν θὰ να τος –
θά να τος !

Οι ειδήσεις μιλάνε για θάνατο άμεσα
Κι ύστερα στα αθλητικά και στον καιρό, πάλι για θάνατο μιλούν
42 βαθμούς θάνατο θα κάνει σήμερα, κι ας τρέχουμε όλοι στις παραλίες
Τα βουνά θα ασπρίζουν με 30 πόντους θάνατο
6 μποφόρ θάνατο θα φυσάει όλη μέρα
κι η θάλασσα θα είναι λίγο ταραγμένη
με τόσο θάνατο γύρω της να την περικλείει ασφυκτικά!

Λέτε πως δεν μιλάω πολύ τελευταία.

Ίσως υπερβάλλω.

Ίσως είναι που έχασα και τη μάνα μου
Και χόρτασα
Χόρτασα θάνατο.

Μα η αγελάδα που ξυπνά βίαια το πρωί
Που καλωδιώνεται για να προσφέρει γάλα στους καφέδες σας,
Βούτυρο στα ψωμιά σας
Το γουρούνι που φορτώνεται πρωί πρωί στο συνωστισμένο
από τους ομοίους του φορτηγό
Η υπηρέτρια που έμαθε σχετικά εύκολα να σας ανάβει τα κάρβουνα
Ο πρόσφυγας στη βάρκα που αρμενίζει προς τη χώρα των προσφύγων
που δεν τον θέλουν
Κι η τελευταία λέξη της προσευχής του κάθε εργάτη
πριν πάει για ύπνο

Συνηγορούν υπέρ εμού
Συνηγορούν για τη σιωπή μου
Μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο

Του θανάτου.

*Από εδώ: https://perithorio.com/2025/03/07/αλέξανδρος-χρονίδης-καταγγελία-θανά/

Μάρκος Μέσκος, Η λάβα

Εφτάπηχα τείχη
σίδερο, γρανίτης σκληρός το πιο αδιαπέραστο μέταλλο
μια πόρτα όχι όρθιος νεκρός αλλ’ ατσαλένια δόντια
μέτρα πολλά μπηγμένα στα πλευρά της κατοικίας.

Τρία μερόνυχτα να ζήσουμε και ας μην αναπνέει εδώ
μήτε τριζόνι, να κρατήσουμε όταν τρελαθεί ο πανικός
και κλείσει τους δρόμους, τρία μερόνυχτα απ’ έξω η λάβα
γύρω και πάνω μας φωτιά.

Ο Έρωτάς μας θα ’ναι το τελευταίο πράγμα εδώ.

*Από τη συλλογή “Μαυροβούνι” (1963).

**Από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2025/03/07/markos-meskos-i-lava-μάρκος-μέσκος-η-λάβα/ και εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2025/03/07/μάρκος-μέσκος-η-λάβα/

Κατερίνα Φλωρά, Πνιγηρή συγκυρία

Συμπίεση όταν όλα κωφεύουν
όλες οι φωνές σωπαίνουν ή φάλτσα πετάγονται
σαν βέλη του αέρα την ησυχία σκίζοντας με αγένεια και βία

Συμπίεση όταν δεν καταλαβαίνεις
όταν κανείς δεν κατανοεί την ανάγκη
που εξόφθαλμα το σώμα της προτάσσει

Αν τύχεις σε θολού ανθρώπου την ματιά
που τη ψυχή σου με στοργή δεν περικλείει
μεμιάς τράβα μια γραμμή σε χρώμα πορφυρό σαν κραυγή
να τρομάξουν τα πουλιά μακριά να πεταρίσουν

Αφροδίτη Κατσαδούρη, «Κάντε κανένα παιδί»

Käthe Kollwitz, Mothers (1918)

Να του πουλάμε καραμέλα‐τσαμπουκά και ξύλο στις διαδηλώσεις
να το σκοτώνουμε στα τρένα
να το μπαζώνουμε με πίσσα για να μην ξανά γκρινιάξει
να το φωνάζουμε στο δρόμο «πούστη»
να το βιάζουμε επειδή «άνδρες είμαστε και έχουμε ορέξεις»
να του κουνάμε
και να του τρώμε
το μεγάλο δάχτυλο
άμα τολμήσει
να γεννηθεί γυναίκα που έχει άποψη
αυτοδιάθεση και άνευ σπερματοζωαρίων γνώμη
να το εξουθενώνουμε με δωδεκάωρα
γκρεμούς από λογαριασμούς
ενοίκια άφταστα και ψυχοφάρμακα μαράτα
αν καταφέρει απ’ όλα αυτά και επιζήσει
Κάντε ΚΑΝΕΝΑ παιδί.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Θέλω να μιλήσω…

Θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Για αυτά που σχίζουν το στήθος και βγαίνουν σαν σμήνος από πολύχρωμα πουλιά.
Ο,τι γεννήθηκε μέσα μου ήρθε από νωρίς σε ρήξη με τον κόσμο.
Στο μεταξύ, μεγάλωσα μέσα σε αυτό το χάσμα, μην ανήκοντας εντελώς πουθενά.
Μίσησα αρκετά μέχρι να καταλάβω πως αγαπώ περισσότερο.
Άκουσα πολλά που δεν έλεγαν τίποτα και είδα μερικά να εννοούν τόσα.
Για αυτό, θέλω να μιλήσω για πράγματα που δεν έχουν ακόμη ειπωθεί.
Μόνο γυρίζουν στα σωθικά και το φθείρουν αν δεν εκφραστούν.
Κάποιοι τα άκουσαν ευλαβικά σαν προσευχή.
Άλλοι σαν παράπονο με αγγαρεία.
Οι περισσότεροι όμως ήταν ήδη κουφοί απ’ την αδιαφορία.
Έτσι έπλεξα και εγώ τους στίχους μου, στο κενό του ουρανού
με το χρώμα εκείνων των πολύχρωμων πουλιών.