Βαγγέλης Γέττος, Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος

10428421_10203046914876781_4731412277198395170_n

Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος
όλα θα σβήσουν κάποια στιγμή
Μέσα στη μεταξένια ουδετερότητα ενός ματιού

Διαφορά δεν θα υπάρχει,
όλα θα έχουν τελειώσει άλλωστε
πριν η πρώτη έκρηξη
ταράξει τα εντόσθια της γης

Κι ο άνδρας θα ξαναγίνει

Θα τρέξει να κρυφτεί,
όπως παλιά
όπως από πάντα.

Μικρός μέσα σε μεγάλα
άγνωστος μέσα σε γνωστές καταστροφές

Χαμένος στους μύθους των πολυκατοικιών
αιμόφυρτος σε λεωφόρο με ατέλειωτους κόμβους

Με δυο χαρούμενες φωνές μέσα στο σπίτι του
να του γονατίζουν την αχλή καρδιά

Το λουτρό σήμερα θα γίνει με χλωμή καθαριότητα

Ίσως τελικά να μην μπορεί να υπάρξει
τίποτ’ άλλο
παρά
ένα μικρό κι αθώο τέλος.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013, σελ. 22.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πρώτο ποίημα

10846128_10203064545197528_1508342953258831692_n

Το πρώτο ποίημα στην ιστορία της ιστορίας
γράφτηκε από τον Εωσφόρο
την πρώτη του νύχτα στην Κόλαση.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να ετοιμάσει τους πειρασμούς˙
τραγούδια θ’ αντηχούσαν μέσα από την έρημο
στον Μεσσία, και σε κάθε υιό και κόρη.

Κοίταξε τους σταλακτίτες της σπηλιάς.
Ίσως η απόφαση να είχε αλλάξει.
Ίσως ο νέος του ρόλος να μην ίσχυε.
Ίσως τελικά οι πειρασμοί, τα τραγούδια
να μην ανήκαν εδώ. Να μην ανήκαν ούτε εκεί.

Οι σταλακτίτες δεν απάντησαν.

Ο Εωσφόρος επέτρεψε στον εαυτό του
να κλάψει
μία τελευταία φορά.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να βαπτιστεί.
Μα πριν το χρώμα τον λούσει
και πριν η λέξη “ποίημα” γεννηθεί
ο Εωσφόρος ήθελε να γράψει.

Ένα ποίημα. Οι σταλακτίτες ας περίμεναν.
Οι σταλακτίτες περίμεναν.
Μέχρι να γραφτεί το ποίημα.

Δεν είχε δύναμη. Δεν έγραψε πολλά.
Ίσως γι’ αυτό να είναι το πιο αληθινό
το πιο βλάσφημο
ποίημα που γράφτηκε ποτέ.

Και ο Εωσφόρος
εκείνη την πρώτη νύχτα
έγραψε μονάχα μία λέξη:

Μόνος.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Miroslav Holub (1923-1998), Η Ψυχή

Katrin Welz Stein

Katrin Welz Stein

Στην οδό Queen
βράδυ Παρασκευής
– τα φώτα ανθοφορούν, αλλά
ήδη με μια βαριά μυρωδιά ροδιού
με Διασκέδαση Ενηλίκων –
ένα κίτρινο μπαλόνι
χοροπηδούσε γύρω
ανάμεσα σε αγέλες αυτοκινήτων,
κρατώντας μαζί την ηλιάτινη ψυχή,
δυο ζωές αφημένες
στη μουσική των τραγουδιστών τεθωρακισμένων,
χοροπηδώντας, γεμάτο με την κίτρινη
μπαλονένια τρομάρα του
μπροστά σε τροχούς
πίσω από τροχούς,
ανίκανο για σωτηρία
ανίκανο για καταστροφή,
μια ζωή αφημένη,
μισή ζωή αφημένη,
μ’ ένα μοριακό ίχνος ήλιου,

χρησιμοποιώντας την τελευταία του δύναμη
το κορδόνι του να ψάχνει
για κάποια παιδικά χέρια
το πρωί της Κυριακής.

*Από το Interferon, or On Theatre, trans. by Danan Habova and David Young. Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 839 (παροτρύνσεις), Νο 840 (κομματιασμένοι ψίθυροι)

Έργο του Erlend Mork.

Έργο του Erlend Mork.

.
Νο 839 (παροτρύνσεις)



τη σάρκα

σου 

βλασφήμησες κατά την εκταφή, 

σε χάιδευε ακόμη,

το άγιο χέρι με τη γροθιά της τιμωρίας: 

.

πιασμένοι 

εφιάλτες 

στη μύτη του μαχαιριού, 

.

θα σου δώσω τον πόλεμο για να σκουπίσεις το μαλακό σου
φόβο, 

έτσι, για να δεις 

την τεμπελιά των αγγέλων 

στην πίστη σου
κι αν θέλεις,

τους γυάλινους επιδέσμους που θυμίζουν τη θάλασσα των
αποχαιρετισμών 

σου,

.
είναι τρέλα,

κι όμως ξεβιδώνω στρατιωτικά οχήματα,

σαμποτάζ

στους επιδέξιους, 

που μετρούν με καλοσύνη ωμή τις φέτες που έταξαν:

αλλά κατέφαγαν

με θαύματα, 

.

γι’ αυτό, 

κρύψου στο σπέρμα των απογευματινών

νεκρών, 

γράψε

και μια σφαίρα

στα γράμματα των βραδινών: 

.

ξέρεις, 
στους επιδειξίες 
των φιλιών, 

.


***

Νο 840 (κομματισμένοι ψίθυροι)
.

τρέμω

.

και συ, 

το αίμα να φοβάσαι στον ιδρώτα της φωτιάς,

στο λαιμό του μπουκαλιού 

το ρίγος, 

να στάζει 

κόκκινες φωνές, 

ερεθισμός του ανέμου που σπάει τους ονειρικούς φοίνικες

. 

και να 

καίγεται το στόμα

στις λέξεις που θρηνούν,

.

εσένα μέσα σε μένα,

.

ναι,
ο μινώταυρος,
στις ρώγες της γλώσσας,

να ελευθερώνει όπλα του φεγγαριού, 

ένας 

και μετά πολλοί: 

ο θάνατος 

.

και μετά κανείς, 

η σιωπή μόνο στο ποδοπατημένο θάρρος της αυγής
.


alexmil ©


*Από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Γιάννης Τόλιας, Χαϊκού

Έργο του Igor Morski

Έργο του Igor Morski

Πικραμυγδαλιά
ξυλόγλυπτο με άνθη
πριν έρθουν φύλλα.

***

Στυγνός προδότης
όλων των δαχτύλων μου
στέκει ο δείκτης.

***

Άμυαλο ρόδο
κρύψου πίσω στον φράκτη
θα σε ματώσουν.

***

Μια μανόλια
ανθίζει στο σκοτάδι
φώς με άρωμα.

***

Παλιά κορνίζα
Πόσους θανάτους έχεις
φιλοξενήσει;

Ζακ Πρεβέρ, Κινούμενη άμμος

209625-12_sea_hh_snow_wided

Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Αργύρης Μαρνέρος, Αδέσποτα σκυλιά

10915282_797656806974525_530322044644506513_n

Ξέρετε τί τιμή τα κάνουνε

Όταν τα ζώα αυτά

Τα ονομάζουμε αδέσποτα

Είναι χωρίς κυρίους

Χωρίς αφεντικά το νιώθετε

Αυτό δεν είναι πια τιμή

Αυτό είναι προνόμιο

Γι’ αυτό και κάθε εξουσία

Τους ρίχνει φόλα με ευχαρίστηση.

Στη φωτογραφία, από δημοσίευμα της εφημερίδας “Τα Νέα” στις 12 Μάρτη 1988, ο Αργύρης Μαρνέρος πουλάει βιβλία του στα Προπύλαια.

Νικόλας Νιαμονητός, Ο ποιητής

20140227-another-world-51-of-98

Η αναζήτηση του εαυτού μας
χρειάζεται κεριά που θα λάμπουν
σαν μαχαίρια με ακονισμένη μύτη.

Στο χάος που έχει γεννήσει
η τάξη της ζωής μας
τρέχα να σωθείς.

Μέσα από δάση σκέψης πέτα
μέχρι να μην ξαναβρείς κτίρια.

Να ζεις άταχτα, να μην υποτάσσεσαι σε τίποτα
να θυμίζεις πού και πού στον εαυτό σου ποιος είναι ο ποιητής:

“Ο ποιητής είναι ένας αλήτης
που μεθάει στην ιδέα μιας νέας εμπειρίας

Που φαντάζεται πέρα από τη ζωή
διότι τη νιώθει φυλακή

Που τριγυρνά σε ξένους δρόμους
με συντροφιά μποέμ αντιήρωες παρμένους από φαντασίες
ονειρικών σκέψεων

Που πίνει στην υγειά των αστέγων,
που έμαθε στην ταλάντωση της αγάπης και τους μίσους
με όπλα τις λέξεις, την τρέλα, την ομορφιά,
τον θάνατο”.

Αυτός είναι ο ποιητής που περιμένουμε
να χτυπήσει το κουδούνι των σύννεφων
και να ριζώσει στο πνιγμένο απο άνθη μυαλό μας

Αυτός είναι που θα πιούμε μαζί του
και θα υμνήσουμε άφοβα την αλμυρή γεύση
του τι εστί να είσαι άνθρωπος

*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, Εκδόσεις “Εκάτη”, 2014, σελ. 23-24.

Κική Δημουλά, Επείγον

glossika_2

Μου ζήτησε ταυτότητα για τό γνήσιον της μορφής.

Νεαρόν τό έτος της έκδόσεως
μέ σφραγίδα της αστυνομίας, νόμιμα
καμάρωνε τής γεφυρούλας μύτης τό σηκωμένο φρύδι.

Μας κοίταξε καχύποπτα ό υπάλληλος
φορώντας αμέσως χειροπέδες
στις μεγάλες διαφορές μήν του ξεφύγουν.
“Υστερα μάς άδειασε βίαια καί τίς δυο
στο εκκοκκιστήριο τής συγκρίσεως
γέμισε ό τόπος άποφλοίωση.
Μια κοίταζε στα γρήγορα εμένα
καί μια εκείνη επίμονα σά νά τη ρωτούσε
αν μέ γνώριζε. Μά ή φωτογραφία γιά νά λάβει
τό ύπατο χρίσμα τής άμετάβλητης
δίνει όρκο βαρύ νά μή γνωρίζει μήτε τά πρίν
μήτε τά έπειτά της.

Γέμισε ό τόπος άποφλοίωση.

Σκυμμένος στο καθήκον ό άνακριτής
πήρε άργά άργά νά ξεβιδώνει
μιά μιά τίς εσοχές τής άμυδρότητας
μήν ήταν έκεΐ μέσα κρυμμένη ή όμοιότης.
Τρέμοντας εγώ μήπως χαθούνε τά βιδάκια
ύψωσα φωνή άγανακτήσεως
συντομεύετε κύριέ μου συντομεύετε
όσο άργείτε τόσο χειροτερεύει
τό δύσβατο έ’ργο της άναγνώρισης.
Μή ξεχνάτε οτι μετά τό μεσονύκτιο
πέφτει διπλή ταρίφα ό χρόνος στο ρολόγι
διπλά και τρίδιπλα κυλάνε τά χιλιόμετρα
στο πρόσωπο.

Επιτέλους, πρώτη φορά σας είδατε νεότητα
νά μην ομοιάζει διόλου μέ τήν άπώλειά της;

*Από τη συλλογή “Ενός λεπτού μαζί”, εκδόσεις Ίκαρος 2010 σελ. 26-27.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Φυσάει

237286-Some_Wounds_May_Never_Heal_by_HobbleSkirt

Φυσάει
φυσάει απόψε
φυσάει στα μοναχικά δωμάτια όπου μια λάμπα φεγγίζει
για κάποιους που μόνιμα λείπουν
φυσάει σε σήραγγες
σε νταμάρια
σε βαθιά πηγάδια σηκώνεται κονιορτός
φυσάει στον πάτο του φωταγωγού
σε πατημασιές συνομοτών
και σωρούς αιμάτων
φυσάει σε τριγμούς και ποδοβολητά
σε τραντάγματα φοβερά
χωρίς φωνή
χωρίς αντίλαλο
φυσάει στην Αμοργό
ξεσηκώνοντας τους βρεγμένους καημούς της αποβάθρας
φυσάει στο Σύνταγμα
κι ο Μιχάλης Κατσαρός αγωνίζεται να κρατηθεί
με το παλτό του πλησίστιο
και τη χαίτη να λευκαίνει στον άνεμο
φυσάει
και σηκώνει ψηλά τους μάρτυρες και τους εκτελεσμένους
φυσάει στις χαμένες κορυφογραμμές
στους κυρτούς ώμους
τους φορτωμένους μια στάχτη που δεν είναι δική τους
φυσάει παρασέρνοντας ανεπίδοτα γράμματα
στο Βάι
στα Τέμπη
στο μακρινό Δουβλίνο
φυσάει στα ίχνη της παλιάς θρησκείας
σ’ εκείνα τα ίχνη που σε κάνουν να λυγίζεις τα γόνατα
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί στο οστά
φυσάει σε αντένες αγχόνες και σημαίες ξυράφια
στα ερημόσκυλα
καθώς προσπαθούν να κρυφτούν γλείφοντας τις πληγές τους
φυσάει στους εραστές του σεληνόφωτος
τους πάντα ανερχόμενους
τους έτοιμους να καταποντιστούν
στους κροτάφους φυσάει ένα παράξενο σφύριγμα
φυσάει στους ενθουσιαστικούς παιάνες
μ’ όλες τις αιματοχυσίες που δε βγάζουν πουθενά
φυσάει σε στήθια κομμάτια
σε χέρια κομμάτια
φυσάει στο ομοίωμα του άλλου
και του άλλου
και του άλλου εαυτού σου
φυσάει ανάμεσα στο σχεδόν τίποτα και στο τίποτα
φυσάει στο σύνορο
δαιμονισμένα φυσάει
φυσάει
φυσάει
φυσάει