Γιώργος Γκανέλης, Δίλημμα

Φώτο: Valli Poole

Φώτο: Valli Poole

Να φύγω, δε θα το ‘λεγα
να μείνω – αλλά πού;
Οι απουσίες τεντώνουν τα νεύρα
φλέβες ρουφάνε τον ύπνο
κι η ανάμνηση ένα τασάκι στάχτη.
Η επανάσταση σε απεργία διαρκείας
ψέματα πολλά, χρώματα λίγα
χιλιόμετρα η εγκατάλειψη.

Σήμερα ξύπνησα νωρίς
φόρεσα ένα γυάλινο κεφάλι χωρίς σκέψεις
και πλύθηκα με νερό καθαρό.
Ύστερα έπιασα τον ήλιο απ’ το σβέρκο
παρήγγειλα ωραίες ανάσες
περπάτησα σε άσπρα χώματα.
Κατά το απόγευμα άρχισα να κρυώνω.
Τα μάτια μου δεν είχαν ορατότητα
τα αυτιά μου άκουγαν μόνο κλάματα
τα χέρια μου άγγιζαν την επανάληψη.
Με βρήκε το βράδυ στην πολυθρόνα
να σχεδιάζω την αυριανή μέρα:
να φύγω, μάλλον δύσκολο
να μείνω – στο ίδιο μέρος;

Η γη είναι ο τόπος σου κι εσύ ο ομφαλός της.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”.

Με ύφος Ινδιάνου: Αξιοπρεπές πένθος

659l


Του Γιάννη Στρούμπα

Στα σύνορα του χρόνου, προϊστορίας κι ιστορίας, πρωτογονισμού και πολιτισμού, κατανόησης και παρανόησης, εκεί που συναντιούνται οι επικράτειες της ζωής και του θανάτου, ακόμη και τα σύγχρονα όμορα κράτη, στήνει το σκηνικό και τοποθετεί τους ήρωές του ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου στην τρίτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Με ύφος Ινδιάνου». Κεντρικά πρόσωπα του ποιητικού μύθου είναι ο Σεβάτ κι η Ρεϊχάν, δύο πρόσφυγες που κλείνουν τον κύκλο της ζωής τους πριν καν ολοκληρώσουν την τρίτη δεκαετία της και που θα μπορούσαν να αποτελούν προσωπεία του ποιητή – ιδίως ο Σεβάτ, καθώς μάλιστα εμφανίζεται γεννημένος το 1983, το ίδιο δηλαδή έτος με τον Συφιλτζόγλου. Άλλωστε ο πρώτος στίχος της συλλογής «Εγώ – Σεβάτ» συναινεί στη συγκεκριμένη ταύτιση.

Η πινακοθήκη των αναγκεμένων προσφύγων, των λαθραίων μεταναστών και του δράματός τους, την οποία συνθέτει ο Συφιλτζόγλου, αξιοποιεί εξαρχής το εύρημα της παράθεσης μίας υποτιθέμενης σειράς πινάκων στην Εθνική Πινακοθήκη. Στο ομότιτλο ποίημα («Εθνική Πινακοθήκη»), εναρκτήριο της συλλογής, οι απτές μορφές των προσφύγων και τα τοπία του περιβάλλοντός τους μετασχηματίζονται σε αφηρημένες έννοιες ή χώρους, που περιγράφουν την απόφαση των ηρώων για μετοικεσία και τη μεταναστευτική τους πορεία, σε μια προϊούσα, κλιμακούμενη διαδικασία, μέχρι το άδοξο τέλος τους, συνέπεια της οδυνηρής τους περιπέτειας. Η αποτελεσματικότητα της ποιητικής λειτουργίας δεν κρίνεται τόσο στην –ούτως ή άλλως δραστική ποιητικά– εξεικόνιση των αφηρημένων εννοιών, όσο στα υλικά της αναπαράστασης, που αποδίδουν το δράμα όχι μόνο σαν τεχνικές ζωγραφικής αποτύπωσης, μα και σαν καταγραφή εσωτερικών, ψυχικών διεργασιών: «Απόφαση. Εγκαυστική σε ξύλο», γιατί η απόφαση της μετανάστευσης δεν ζωγραφίζεται μόνο με λιωμένο κερί πάνω στο ξύλο αλλά καίει και την ψυχή· «Δάκρυα. Κάρβουνο και υδρόχρωμα σε χαρτί», γιατί η μαύρη ψυχή δεν αποδίδεται μόνο στο χαρτί από το κάρβουνο του ζωγράφου, αλλά μαυρίζει επίσης από τον πόνο και την ταλαιπωρία· ή «Όχθη. Μονωτικό πανί, λαδόχρωμα, πηλός», γιατί μια από τις πιο τελειοποιημένες μορφές «στεγανοποίησης» αναπτύσσεται στις όχθες ποταμών-συνόρων μεταξύ κρατών. Πρόκειται για το «οπλισμένο σκυρόδεμα», που δεν είναι μονάχα το οικοδομικό υλικό κάποιας υπερυψωμένης σκοπιάς σε συνοριακό στρατιωτικό φυλάκιο, παρά και οι οπλισμένοι φύλακες των συνόρων, που υπηρετούν τη θητεία τους στο φυλάκιο αυτό.
Continue reading →

Nanja Noterdaeme, Εργοτάξιο

Σώματα+Νικολάου

Μια γυναίκα βγάζει βόλτα
την ηλεκτρική
σκούπα στο εργοτάξιο της ζωής.
Η αταξία ουρλιάζει,
Το χάος χειροκροτεί

Κολλάς ένα όνομα στην διπλανή θέση
του θρανίου σας.
Το διπλανό παιδί λείπει,
Εγκατέλειψε, γιατί;
την ίδια του τη ζωή;

Μια γυναίκα δεν ξέρει, δεν θέλει,
Χαϊδεύει το σώμα της, μάταια,
Η θλίψη σχεδιάζει μαίανδρους
στις ράγες της απορίας.

Η κραυγή των νέων,
τα παιδιά δεν ξεσπάνε για το τίποτα,
και η βαρυθυμία ακονίζει
τα μαχαίρια της.

Το ραδιόφωνο παραμιλάει
για τις συνωμοσίες κάποιων
τραπεζιτών.
Δεν σας αντέχω πια.
Θα γράψουμε τα δικά μας νέα
στην άμμο ναι, στην άμμο, το ξέρω,
με χώμα της ζωής.

Χαϊδεύει το λαιμό της, τα μαλλιά,
Ο γκαραζιέρης σηκώνει το κεφάλι του
από το καπό:
«Όχι δεν είναι έτοιμο, θα το πάρετε
αύριο».
Το αυτομιμίκο μου, αύριο;

Λεφτά, μαμά…
«Και άλλα λεφτά; μόλις σου έδωσα»,
Ναι αλλά αυτά τα θέλω για
ένα παντελόνι.
Εορτάζει το στερνοπούλι,
και το ξεχάσαμε;

Μια μάνα βγάζει βόλτα
την ηλεκτρική σκούπα
στο εργοτάξιο της ζωής.
Η αταξία ουρλιάζει,
Το χάος χειροκροτεί.

Βάσσος Γεώργας, μεγάλη πέμπτη κοινής μοίρας το ανάγνωσμα

10325583_10204052221001689_146752084842230160_n

[μεγάλη πέμπτη κοινής μοίρας το ανάγνωσμα] όταν άκουγα τη φράση
να λάβουμε και να φάμε απ΄το σώμα του
στο μυαλό μου ερχόταν ο νονός μου ο λάκης
γεροντοπαλίκαρο κυνηγημένος από τη χούντα
που έφυγε μετανάστης το εξήντα δύο στο βέλγιο
και τον φανταζόμουν να περιφέρεται ανάμεσά μας
φορώντας μόνο ένα σεντόνι πάνω απ΄το γυμνό του σώμα
να τον ακολουθεί λυπημένη όλη η οικογένεια
στη σύλληψη στη σταύρωση
και στο θάνατο
για να λέμε την αλήθεια κανένας δεν έδινε δεκάρα
που οι μέρες του μεγάλωναν μακριά στη ξενιτειά
σε ύψος και διάρκεια σαν να κουβαλούσε ένα σταυρό
ούτε καν εγώ ο ίδιος
γιατί ενώ μου έστελνε μια τεράστια άσπρη λαμπάδα
κάθε πάσχα με την ευχή να είμαι υπάκουο παιδάκι
να μαθαίνω γράμματα και του χρόνου
να δώσει ο θεός να ανταμώσουμε επιτέλους
όπως ο καθένας μας υποκύπτει στη μοίρα του
ούτε εγώ έβαλα μυαλό ούτε εκείνος επέστρεψε ποτέ
έως ότου η μητέρα μου μια μέρα
μου είπε πως θα ξανασυναντηθούμε κάποτε
πίσω από το χρώμα του σούρουπου
στον μαβί ουρανό την εποχή που φωτίζεται
από φωτοβολίδες και βεγγαλικά
σε μια φαντασμαγορική ανάσταση
ουαί εις τον άνθρωπο εκείνο
δια του οποίου ο γιος του κάθε ανθρώπου
ανελέητα παραδίδεται στη έρημη μοναξιά του
γιατί ρε νονέ
ο κόσμος μας να είναι τόσο άσπλαχνος
που ενώ ευωδιάζει σαν τριαντάφυλλο
με πληγώνει διαρκώς ακόμα μέχρι σήμερα
που μεγάλωσα και με κάνει να υποφέρω
σαν να με κάρφωναν
χιλιάδες μαχαίρια;

Λουκάς Σ. Λιάκος, Τσιχλόφουσκα

Artwork: Droga Życia

Artwork: Droga Życia

Αξιοπρεπείς άνθρωποι που φτύνουν δηλητήριο
μπορώ να γίνω πολύ σαρκαστικός,
κάθαρμα,
η νέα ζωή.
Νέα ζωή,
αφήνω το ποτό μου διψασμένος
στη δυσαρέσκεια της παρουσίας μου
υγρό γκρι
αναπνέω.

Κάθε ιδιοτροπία

σα πιθανή βροχή

κάθεται

ψηλά, πάνω από το τοπίο μας

το ουράνιο τόξο

σε κάθε στροφή που κάνω το βλέπω

νιώθω να πέφτω

όταν αυτός ο κόσμος ρίχνει όλα του τα βάρη

προς τον αγαπημένο μου άνεμο

και κάνει τα πόδια μου

ζεστά κι ασφαλή

χορεύω,

στις σπασμένες αντανακλάσεις

στις σπηλιές,

σ’ αυτό που αποκαλούμε λεπίδα.

“Με αγκαλιάζεις αντί να με συντρίψεις

σε έχω δηλητηριάσει τόσες φορές

με κοιτάζεις με τόση αγάπη

εμένα, έναν βρώμικο καθρέπτη.”

*Από το http://www.bibliotheque.gr/archives/28848

Στέλλα Δούμου, Φεδερίκο

doumou

Σιδερένιες οι μέλισσες
που πλαγιάσαν στο αίμα βουίζοντας θάνατο.
Κορμί σιωπηλό τις αγκάλιασε.
Το άγνωστο χώμα βύζαξε
άπληστα
τον Τσιγγάνο-Νεκρό
κι από τότε
μέλι ξερνάει και σίδερο.
Μόνον η νύχτα το ξέρει.

Φαγωμένη σελίδα
η Γρανάδα
στη σιωπή την απώτατη κάηκε
και στραβώσαν οι ρίζες του κόσμου.
μα το είπες:
“στη στάχτη ωριμάζει ο καρπός του ντουέντε”.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες”, εκδόσεις “Φαρφουλάς”, Αθήνα 2013, σελ. 50.

Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

basiakos

Με τα χέρια στις τσέπες

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες
α λα σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια, στο δρόμο.
Οι βόλτες είναι η ποιητική μου συλλογή
(Κυκλοφορεί)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφήνω πίσω μου
κι αργά ή γρήγορα θα χαθούν
μελωδίες απλές που σφυρίζω ανέμελα πηγαίνοντας…

***

Ούτε να το σκέφτεστε

Ούτε με σφαίρες
Ούτε με το μαχαίρι στο λαιμό
Ούτε με σίδερα στα χέρια
Ούτε στην εξορία, στην απομόνωση
στο λάκκο με τα σκατά
Ούτε καν για χάρη των τσουπιών μου

Το κρασί μου εγώ δεν το νερώνω.

*Τα πήραμε από το περιοδικό “Φαρφουλάς”, τεύχος 17, Μάιος 2014, σελ. 63.

Diane Di Prima, San Francisco Note

B4lZxMiCQAEFrHi

Νομίζω ότι θα μείνω σ’ αυτό
το σεισμικό ρήγμα κοντά σ’ αυτό
το ακόμα ενεργό ηφαίστειο σ’ αυτό
το πάνοπλο φρούριο αντικρύζοντας
έναν ετοιμοθάνατο ωκεανό και
καλύπτεται από βρωμιά
ενώ οι
δρόμοι καίγονται και
τα βράχια πετούν και αέριο πιπεριού
μας πετάει απ’ έξω
μιας
εκεί βρίσκονται οι φίλοι μου

μπάσταρδοι, όχι ότι
ξέρετε τι σημαίνει αυτό,
δεν θα πάει μπάτσος σε αυτό, δεν θα πρέπει
να φοβάμαστε πια, όλοι
γνωρίζουμε τα ίδια τραγούδια, μανιτάρια, πεταλούδες
εμείς όλοι
έχουμε τα ίδια μωρά, σκάψτα
τα δάση είναι μεγάλα.
(1970)

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Alejandra Pizarnik, Τρία ποιήματα

Artwork: T.K. Kim

Artwork: T.K. Kim

Ο φόβος

Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.
Εσύ γνωρίζεις το φόβο;
Γνωρίζω το φόβο, όταν λέω το όνομά μου.
Είναι ο φόβος,
ο φόβος με το μαύρο καπέλο
που κρύβει ποντικούς στο αίμα μου
ή ο φόβος με τα νεκρικά του χείλη
που πίνει τους πόθους μου.
Ναι. Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.

*

Αποκαλύψεις

Τη νύχτα στο πλευρό σου
οι λέξεις είναι κλειδιά, είναι καρφιά.
Η θέληση να πεθάνεις βασιλεύει.

Ας είναι το κορμί σου πάντοτε
πρόσφορο έδαφος για αποκαλύψεις.

*

Σιωπές

Ο θάνατος πάντοτε προ των πυλών.
Αφουγκράζομαι το λέγειν του.
Μονάχα ακούω.

*Από τη συλλογή «Κόρη του ανέμου» (μετάφραση Στάθης Ιντζές). Από το http://www.poein.gr

Daniil Kharms, Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του

Τάτλιν Βλαντιμίρ, "Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο " Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh" του Daniil Kharms" (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Τάτλιν Βλαντιμίρ, “Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο ” Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh” του Daniil Kharms” (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Με το σάκο του στον ώμο,

Να τος, βγαίνει, απ’ το σπίτι, 

Μέρα νύχτα

Νύχτα μέρα

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει.

Μόνο ίσια αγναντεύει 

Ποτέ πίσω δεν κοιτάζει. 

Δεν κοιμάται 

Κι ούτε πίνει
Και μπουκιά δεν κατεβάζει.

Να τος μπαίνει σ’ ένα δάσος 

όταν έπεσε το βράδυ,

Κι από τότε 

Κι από τότε

Τον κατάπιε το σκοτάδι.

Κι άμα κάποτε στο δρόμο 

Τύχει να ανταμωθείτε, 

Τότε τρέξτε,
Τότε τρέξτε,
Το χαμπέρι να μας πείτε.

1937 Μάρτιος – Στο παιδικό περιοδικό “Chizh” (Τσιζ) δημοσιεύεται το ποίημα του Χαρμς “Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του. Τραγουδάκι”. Το θέμα του, η ξαφνική εξαφάνιση ενός ανθρώπου, εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κριτική και απαγορεύεται η δημοσίευση των κειμένων του σχεδόν για ένα χρόνο. Είναι υπό παρακολούθηση, με το έργο του στα παιδικά περιοδικά, που ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, στο “ψυγείο” μέχρι νεωτέρας… Όπως και πριν, εξακολουθεί να ζει με τη γυναίκα του, σε έσχατη ένδεια, σε συνθήκες κυριολεκτικά λιμοκτονίας. Εξ ου και ο Χαρμς αποκαλέστηκε “ποιητής της πείνας”, όχι μόνον για την αγάπη του στον Χάμσουν, αλλά γιατί βίωσε την πείνα στη ζωή του πραγματικά… Αυτή – η ασιτία – ήταν και η επίσημη εκδοχή του θανάτου του, το 1942, στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστί του Λένινγκραντ.

Το επίμαχο ποίημα του, έτσι κι αλλιώς “αμετάφραστου” στο ποιητικό τουλάχιστον έργο του, Χαρμς, σε ελεύθερη απόδοση του Δημήτρη Νικηφόρου.