Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΙΙ

Artwork: Pejac

Artwork: Pejac

Πεσμένα φύλλα.
Θύμησες καλοκαιριού.
Θολά τα μάτια.

—

Μπήκε χειμώνας,
μα καιρό τώρα νιώθω
τόση παγωνιά.

—

Γκρίζο πρωινό,
μα τουλάχιστον εσύ
χαμογέλα μου.

—

Τέλος στη σχέση.
– Παρένθεση, που κλείνει.
– Μένεις απ’ έξω.

—

Πονώ σου λέω
κι εσύ απλά μου δίνεις
το παυσίπονο.

Νίκος Σφαμένος, Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες Λέξεις

10958051_438811846274156_2751306146656307811_n

Ι
είμαι εδώ
στη πραγματικότητα πάντα ήμουν εδώ
στη τσέπη του σακακιού μου
σε μια άκρη του λιμανιού
στους λερωμένους τοίχους
στα γράμματα που δεν έφτασαν
ήμουν εδώ
ανέπνεα
σε σκουριασμένα μέλη
παρέα με ρυτιδιασμένες σκιές
ω ναι είμαι εδώ
πάντα ήμουν εδώ
μιλώντας με γριές διαβάτισσες
τις βροχερές νύχτες
ψιθυρίζοντας παλιές μελωδίες
στάζοντας θλίψη
φτύνοντας όνειρα
είμαι εδώ
εδώ
να με κοιτάξεις: ποτέ δεν έφυγα

II
τώρα περπατάς θριαμβευτικά
στους βρώμικους δρόμους
τα μαλλιά σου ανεμίζουν
στη κόκκινη τσάντα το κραγιόν σου
λίγα φτηνά περιοδικά
και δυο τρεις φωτογραφίες
χαμογελάς ευχαριστημένη
η θεά της πόλης
λίγο πριν βρέξει
λίγο πριν νυχτώσει
τα αγόρια θα αυτοκτονούν
και οι γέροι θα ξενυχτάνε
κοίτα όλα κύλησαν σα ψέμα
Continue reading →

Νίκος Νομικός, Δύο ποιήματα

11015094_1081172131899696_4239171323692788261_n

Μια όψη ηωσίνης

Κάποτε είχα τον ήλιο, Φως οφθαλμών
Τον Υπερίωνα, Πρωταθλητή στης νιότης
Τ΄ άφοβα νερά
Κι επιπροσθέτως
Τον Ποσειδώνα, βαπτιστή και ναυτικό
στις βαθιές ανάσες, του Αιγαίου.
Έκτοτε,
Στολές αλλάξανε τα όνειρα
Κι άρχισαν τη θητεία τους
Σε φωτεινά χειρόγραφα
Μιας άλλης ευλογίας.

Madina Khalifa, Abu Dhabi, 2009

***

Απογραφή μιας ερινύας

Δεν μπόρεσα ποτέ μου
Να δω θεού πρόσωπο
Στις πελώριες εκτάσεις
Του μοναχικού σου ορίζοντα
Όπως μου έλεγες, κατάλευκε διδάσκαλε
Μόνο οι όμοιοι ανάδεκτοι πλησιάζουν
Το συμπόσιο, του εωθινού σου μεγαλείου
Μ’ ένα βαθύ διακριτικό, στο στήθος κολλημένο
Και ο καθείς με το κουράγιο του
Στην μακρινή, την εξορία των ποιητών.
Μα τώρα, σ’ αυτή την πτέρυγα
Της μεγάλης ακτημοσύνης, που κανείς
Δεν μιλάει για την χαμένη περιουσία
Της οξύγονης ζωής του
Είδα τη μορφή της, αναμαλλιασμένη
Στον αστερισμό της συλλογής μου.
Ήθελα να πω δυο λόγια μόνο
Για του ακέραιού σου λόγου την ουσία
Μα ο ψηλόμαυρος εκείνος εξωβγάλτης
Που πάντα κρύβει τη σκιά του
Πίσω απ’ την πλάτη του φιλάδελφού μου
Ιππότη, που όλο κλέβει τη δική μου αναπνοή.

Abu Dhabi, 2012

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Επείγον

10994637_10205159093609860_243147510459252721_n

Σου γράφω
Γιατί ελπίζω ακόμα.
Στέκομαι στην ακρότατη νησίδα
Μ’ ένα πείσμα τρελού
Που σκαλίζει την ψυχή με τα νύχια
Ακούγοντας καθαρά τα σπασμένα ηχεία
τον μέσα λυγμό να γκρεμίζει τους τοίχους
τους ποιητές καθώς φεύγουν τα μεσάνυχτα
ψιθυρίζοντας στην κόψη της σελήνης.
Σου γράφω
Γιατί ελπίζω ακόμα
Ακούγοντας τον ήχο του βλεφάρου καθώς μισανοίγει
Το τρίξιμο της σιωπής που της σιωπής δεν είναι
Τις φωνές όλων εκείνων
Που λαχταρώντας το φως
Και τα ταξίδια στους ουρανούς
Ζουν και πεθαίνουν με τη χολή και το ξύδι
Ναι ελπίζω ακόμα
Ακούγοντας τον ανεπαίσθητο χαιρετισμό
Ενώ ο αέρας λυσσομανά
Και ψάχνεις άδειες παλάμες να κουρνιάσεις
Το φιλί ακούγοντας να περνά γλιστρώντας στο αίμα
Το θρόισμα που ξεσηκώνει
Ξεσηκώνει
Τα πεταμένα κόκαλα της μνήμης…!!!!

Actress, poet and activist Judith Malina died at 88. Εις μνήμην!

Δύο ποιήματα για τις γυναίκες
Two poems about women

Judith Malina Revolution and Counterrevolution Poetry Project Marathan 2010

Προηγούμενες δημοσιεύσεις στο Κόσκινο
Previous publishing of Judith Malina’s poems in our blog:
https://tokoskino.wordpress.com/2013/09/17/judith-malina-δύο-ποιήματα/

https://tokoskino.wordpress.com/2014/05/05/judith-malina-two-poems-δύο-ποιήματα/

Ιάσων Δεπούντης, Ποτέ πριν…

10441520_450866351729590_8823801902405704927_n

Ποτέ πρίν δεν ακούστηκαν οι θείες καμπάνες να χτυπούν

γι’ αυτούς που λείπουν.

Ποτέ πριν δεν άναψαν οι γιορτινές λαμπάδες της Λαμπρής,

γι’ αυτούς που για πάντα λείπουν.

Ποτέ πριν, σαν απόψε, δεν κατεπόθη ο θάνατος εις νείκος,

γι’ αυτούς που λείπουν, αποδημητές, στη χώρα του πολέμου!

Ποτέ πριν!.. Αυτοί την αρμονία δίνουν στις καμπάνες.

Ανάβουν τις λαμπάδες της Λαμπρής. Νικούν το θάνατο

με την αιωνιότητά τους!

Κάθονται στο τραπέζι του δείπνου μας, θλιμμένοι,

σαν ανάμνηση από τόσα χώματα πλημμυρισμένα.

Ωραίοι σαν το θαύμα του Ευαγγελίου.

Σα μια κραυγή χαράς

Χριστός Ανέστη!

Κι αυτές οι θείες καμπάνες

είναι τα λόγια τους.

Κι αυτές οι κόκκινες λαμπάδες

είναι το βλέμμα τους.

Κι αυτή η λεπτή κλωστή στα δάχτυλά τους

είναι η ζωή μας. Όλοι, νεκροί και ζωντανοί,

γύρω στο γιορτινό τραπέζι της Λαμπρής. Στην

κεφαλή του τραπεζιού

ο Αναστάς Χριστός!»

*παρμένο από τη σελίδα της φίλης Αλεξάνδρας Βουτσίνου στο facebook.

Nanja Noterdaeme, Εμείς που φτιάξαμε τους δρόμους

-1

Eμείς που φτιάξαμε τους δρόμους
πηγαίνουν και φεύγουν και αυτοί
και μας χαράζουν,
γινόμαστε λίγο πέτρα, τσιμέντο
σαν και’ αυτά και στις στροφές
της ζωής και οι δρόμοι σαν εμάς
γερνάνε, κρακελέ, μαντάμ, γίνονται
Βλέπετε το υπόστρωμα;
Tar and stones on a bed of gravel.

Μια φωτεινή αυγή ανατέλλει
πιο πέρα εκεί πίσω από τον λόφο
μπορείς να τη διακρίνεις
αν σε αφήνει ο δρόμος
ή άφησε το να κάνει ό τι θέλει
και ρίξε μια ματιά στο συλλογισμένο δρομάκι,
ίσως έχει κάτι να σου πει…

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 922 ( σπιτικά κουλουράκια)

Έργο: Mike Diana

Έργο: Mike Diana

*


έσταζε 

η σάρκα,

και φούντωνα στο δισταγμό

στα χείλη να δώσω 

αμαρτήματα,

και ο θεός μου και άθεος,

σε ακατοίκητο

χνούδι,

έφτιαχνε ρωγμές 

και τις 

ξανάκλεινε,

κυλιόμουν στο σάλιο και φρενάριζα στα δάκτυλα: 

για να ρωτά 

το θαύμα της κόλασης, 

αν ήμουν ακόμη τρελός που αγκαλιάζομαι 

με αυτούς

που έχουν, 

εγκλήματα ψυχής 

σε κάγκελα


*

και στο υπόλοιπο της νύκτας,

από το παράθυρο, 

κακοφωτισμένοι

δρόμοι, 

να πεινούν

το σχοινί

της εξομολόγησης:

έστηνα το δίποδο της προσευχής κι έβγαζα ένα γονάτισμα, 

σε στάση ψέματος,

για το σπέρμα

που σκορπούσα στα όνειρα

και για την απόσταση που δεν γνώριζα 

μέχρι 

την ανάσταση 


*
alexmil ©

A Female Odysseus For the Times: Angelo Loukakis launches ‘Vagabondage’ by Beth Spencer

9781742586342_cov.indd

Angelo Loukakis launched Beth Spencer’s verse memoir, Vagabondage 
UWAP, 2014 / Dogmedia e-book, 2015 at Better Read than Dead, Newtown on 9th October 2014

There are authors for whom writing functions as a form of truth-telling that requires art, but humanity as well. We look to them for insight and intelligence and good humour, and a willingness to share – and Beth is one of them.

In Vagabondage – Beth’s memoir about the year she lived in a campervan — you will find again the particular characteristics of her writing that readers have so admired in her previous books, How to Conceive of a Girl and Things in a Glass Box.

To nominate some of the themes in Vagabondage, I would say the search for a sense of home is right up there.

In this she is a female Odysseus, and one very much for the times. She negotiates a route that is at least as tortuous as that hero of Greek myth. She must find a way past her own six-headed Scylla, and past her own rocks of Charybdis. But Beth’s are modern perils — hers is the journey to Ithaca taken via Bondi… the Great Ocean Road… and the Hume Highway… among other very Australian hazards.
There are adventures and misadventures aplenty on this particular journey. And some of the misadventures struck me as very typical of Beth’s writing: prosaic and mythic at the same time.
At a certain point in her travels, for instance, she has the misfortune of colliding with and killing three stray birds on the road. Now tell me THAT doesn’t trigger grief and guilt in the contemporary voyager!
Continue reading →

Αντώνης Ζέρβας, Ερώτηση

zervas

Γιατί ἔβαλαν ψάθες στὰ μπαλκόνια,
προστατευτικές;
Γιατί κανεὶς ἀπ᾽ τοὺς γειτόνους δὲν μᾶς χαιρετάει
μόνο μᾶς ἀποφεύγουν ἀκόμη καὶ στὸ ἀσανσέρ;
Τὸ σίγουρο εἶναι πὼς εἴμαστε ἄνθρωποι κλειστοὶ
καὶ ὁπωσδήποτε ἁμαρτωλοί,
δὲν πολυαγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους
μπροστὰ καὶ πίσω ἀπ᾽ τὶς κουρτίνες
ποὺ ζοῦν κατὰ τοῦ Νόμου τὶς μπηχτές.
Δεχόμαστε μόνο κορμιὰ
καὶ χάνουμε γιὰ λίγο τὸ κορμὶ μας
γιὰ νὰ γελιέται ἡ ἐλπίδα
ὅταν γυρεύει τὴ διεύθυνσή μας
καὶ νὰ γελᾶμε μὲ τὸ ἀνθρώπινο γιατί.
Οἱ γείτονες φοβοῦνται
αὐτὸ ποὺ μᾶς νικᾶ καὶ μᾶς γκρεμίζει —
ἐνδέχεται νὰ ψάχνουν τρόπο
ποὺ θὰ μᾶς διώξει ἀπ᾽ τὸ σπίτι,
κι ἂς εἴμαστε οἱ παλιότεροι ἀπ᾽ τοὺς ἐνοικιαστές.
Τά ᾽χουμε δεῖ κι ἀκούσει ὅλα,
ὅπως κι ἐκεῖνοι ποὺ καραδοκοῦν
τὸ χτύπημα στὴν πόρτα,
τὸ γδύσιμο, τοὺς ἀναστεναγμούς
καὶ τὶς φρικτὲς ἀγκάλες στὸ πάτωμα τοῦ ρετιρέ.

*Από τη Μικρή Ανθολογία Συλλογών 1983-2010, σε επιμέλεια Χριστίνας Λιναρδάκη (Στίγμα Λόγου).