Kenneth Rexroth, Sottoportico San Zaccaria

tumblr_nr308jcIuE1raqtl2o1_500

Βρέχει πάνω στις στέγες
Όπως βρέχει στα ποιήματά μου
Κάτω από τον κεραυνό
Ταιριάζουμε σαν κομμάτια
Ενός μαγικού παζλ
Δώδεκα άνεμοι τινάζουν τους γλάρους από τον ουρανό
Και σκίζουν τις κουρτίνες
Και η αστραπή λάμπει
Πάνω στα ιδρωμένα στήθη σου
Το πρόσωπό σου σωριάζεται στο σκοτάδι
Κι ο άνεμος ηχεί σαν στρατός
Που ξεπροβάλλει μέσα από ξερά καλάμια
Τεντώνουμε τα πονεμένα μας κορμιά στο παράθυρο
Και μπορώ να μυρίσω το ξερόχορτο
Μέσα στη θυληκή ευωδιά της Βενετίας.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ, Ποιήματα”. Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014, σελ. 33). Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Σπίτι με Κήπον

11145214_845575802162462_1778998007866667019_n

Ήθελα να ‘χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά* είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ‘χω ζώα. Α να ‘χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες – οι δυο κατάμαυρες,
και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Από σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ‘θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κ’ εξ άπαντος τρία, τέσσερα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γα’ι’δούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφαλές των.

[1917]

*Από τη σελίδα του Λεύκιου Ζαφειρίου στο facebook.

Η ποίηση του Γιώργου Γιαννόπουλου, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο: «Λόγια Θανάτου και Αγάπης»

giannopoulos_


Γράφει η Πέρσα Κουμούτση //

 
«Λόγια Θανάτου και Αγάπης» του Γιώργου Γιαννόπουλου, εκδ. Ένεκεν
 
Και στις ποιητικές συλλογές όπως στο μυθιστόρημα υπάρχει η σπουδή για μια θεωρητική διερεύνηση που αφορά σε κρίσιμα ζητήματα τη ζωής, κυρίως τα υπαρξιακά προβλήματα που παραμένουν αναπάντητα, αλλά βέβαια και ο ρόλος και οι δυνατότητες της γλώσσας, όπως και η φιλοσοφική σκέψη του γράφοντος, με την έννοια του ειδικού κριτικού λόγου που αναπτύσσεται μέσα από το λογοτεχνικό έργο. Αυτά τα λίγα είχαμε ανταλλάξει πριν από αρκετό καιρό με τον ποιητή Γιώργο Γιαννόπουλο, με αφορμή την προηγούμενη συλλογή του με τίτλο «Το θέρος των Βροτών» μια συλλογή ‘τολμηρών’ ως προς τη προσέγγιση, τη γλώσσα, τα νοήματα και τη θεματολογία τους ποιημάτων.

Μια συλλογή, όπου ο έρωτας, το κυρίαρχο πάντα μοτίβο/στοιχείο στην ποίηση του ΓΓ, προσεγγίζεται με ένα ιδιότυπο, και ιδιαίτερα πρωτοποριακό τρόπο, καθώς σε αρκετά από αυτά θίγεται ή και ‘καταρρίπτεται’ ακόμα το ‘φυσιολογικό’ όριο που ορίζει το μέτρο της αγάπης. Έτσι πριν επιχειρήσω να κάνω οποιαδήποτε αναφορά στη νέα συλλογή, επιτρέψτε μου να αναφερθώ, έστω επιγραμματικά, σε ένα από εκείνα τα ποιήματα της προηγούμενης συλλογής που με συγκλόνισαν, αλλά και με προβλημάτισαν συγχρόνως, για να δώσω στον αναγνώστη μια ικανοποιητική βάση πάνω στη οποία θα μπορέσει να κατανοήσει πιο εύκολα την ποίησή του, το ύφος του και να εμβαθύνει ουσιαστικότερα στη σκέψη του, τη φιλοσοφική του θεώρηση.

Γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσει κανείς το ποιητικό έργο του ΓΓ , αφού όχι μόνο μονοσήμαντη δεν είναι, αλλά επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών και αναγνώσεων, σύμφωνα πάντα με τα βιώματα και κυρίως την εμπειρία και τα διαβάσματά του αποδέκτη του. Έτσι, θα σταθώ στο συγκλονιστικό ποίημα του με τίτλο «Σπαραγμός» που σε σχέση με τα προηγούμενα, αλλά και τα νέα υπάρχει σε αυτό ένα εντελώς καινούριο στοιχείο, που φαίνεται ότι υπήρχε μέσα στον ποιητή ως προβληματική, ως ένα αδιερεύνητο και ανεξιχνίαστο μυστήριο, που βρήκε εδώ την έκφρασή του. Αναφέρομαι στο τραύμα μιας ψυχικής νόσου πάνω στο οποία στήριξε τους στίχους του. Γιατί το θέμα αυτό είναι φανερό ότι τον αφορά εδώ και χρόνια.

Μάλιστα στην ερώτηση μου αν η προσέγγιση του θέματος αποτέλεσε ανώδυνη ή εύκολη διαδικασία, απάντησε, « Είναι οδυνηρή και δραματική η μετάβαση προς την αντίφαση της ανθρώπινης συνθήκης. Ο πόνος και δη ο ψυχικός, είναι το μέτρο της αγάπης και του έρωτα στον βαθμό που το νόημα, στην συντακτική εμπειρία της απώλειας, καλείται να συγκροτήσει το υποκείμενο..»
Continue reading →

Cornelis Vleeskens

cv1

cv2

cv3

Cornelis Vleeskens was born in Scheveningen, Holland on 23rd July 1948 and arrived as a migrant in Australia at the age of ten. Ater a short stay at Scheyville Camp the family moved to Eastern Creek in Sydney’s outer western suburbs.

He was schooled there and at Blacktown and later at the University of Sydney. From the mid 1960s he spent nearly a decade roaming Australia, South-East Asia, Hong Kong and Japan. Returning to Australia in the mid 1970s he resumed university studies and completed an honours degree in English Literature at the University of Queensland, graduating in 1978.

He was on the editorial board of Makar Press between 1977 and 1980 and was an active participant in the
Queensland poetry scene. His irst collection, Hong Kong Suicide & Other Poems (Makar Press, 1976) was well received and from that moment on he entered complete commitment to a creative life. In 1980 he moved to Sydney where he founded his own imprint, Fling Poetry – a vision and agenda for both a magazine
and publishing programme. The following year he moved to Melbourne. Fling’s early list included Chris Mansell, Michael Sharkey, Michael Witts, Ken Taylor, and Phil Motherwell; and Fling the magazine assumed an important role harvesting much of the best among new writing at the time.

While Vleeskens’ early published work was in English, he took up his mother tongue and experimented with compositions in Dutch between 1979 and 1984; from 1987 onwards he produced a considerable proportion
of his written output in the Dutch language.

His second manifestation as publisher was with the imprint Earthdance, where he produced the works of Patrick Alexander, Catherine Bateson, Janice M. Bostock, Peter Bailey, Tim Gaze, Billy Jones, and Jeltje
Fanoy among others. It was during his years in Melbourne, Eltham, and later at Cape Paterson that signiicant collaborations and associations commenced — notably with the artist Jenni Mitchell, and most notably, with the poet Pete Spence.

While never completely forsaking conventional poetic technique, Vleeskens’ participation in the international network of mail art was of such a scale that his reputation is substantial in that sphere: in fact there would be little contest to the proposition that he is nationally ranked with the most preeminent within that form. The work of his middle and late period was increasingly graphic, either in the form of visual poetry (where he is regarded locally and internationally as a singularly gited practitioner) or painting, where he displayed the inluence of the Cobra school and imparted his own distinctive edge and thematic preoccupations— the best of it evident in the design and content of his publications.

His achievements as a translator are also worthy of notice: he completed the only substantial English translation of the poems of Simon Vinkenoog, and translated texts for the AGNSW exhibition, Intensely Dutch in 2009. The extent of his other work bilingually is listed below and includes his versions of the
Dutch post-war “Fitiers”, and the writing of Australian poets working in the Dutch language. Proliic, and largely self-published, his output was relentless to the last. Vleeskens’ independence of thought and practice was largely given published form by his own imprints or select collaboration until the last weeks of his life.

Nicholas Pounder
21 February 2014

roch22

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Εξέχον έκθεμα

old_hospital

Ουρές φυτρώνουν
Απ’ τα κρεβάτια
Σπίτια παλάτια
Κλειστά στοιχειώνουν.

Νοικοκυραίοι…
Πια δεν υπάρχουν
Απόλυτ’ άρχουν
Οι αρουραίοι.

Πουλιά και κρήνες
Κήπων σβησμένων
Των κεντημένων
Χαλιών οι ίνες.

Σκόνη στα κάδρα·
Κι εσύ σκονίζεις
Που εικονίζεις
Μία χαράδρα.

Ειρηναίος Μαράκης, Κουζινομάχαιρο

2fc2cebc6406ce40dce511bd3c1fc343

στην Hannah Höch (1889-1978)*

μαγειρεύω κρέας με χοντρό μακαρόνι
στην τηλεόραση παίζει μια αμερικάνικη κωμωδία
οι γείτονες δίπλα έχουν επισκέψεις
Κυριακή σήμερα, όλοι νοιώθουν διαφορετικά
μια όμορφη βόλτα θα ακολουθήσει
στην πόλη που στενάζει κάτω από τις ορδές των τουριστών
το απόγευμα ένα θαλασσινό μπάνιο
μια βόλτα σε παραλία ελεύθερη από ομπρέλες
ίσως να βελτιώσει κάπως τη διάθεση μου
οι γείτονες δεν νοιώθουν διαφορετικά
μουσική δεν παίζει πια το παλιό ραδιόφωνο
ήσυχες, κρυφές κι εκνευρισμένες ομιλίες
συνοδεύουν αυτό το απόγευμα
τέλη Μαΐου και τα βράδια ακόμα κοιμόμαστε
στην παιδική κουβέρτα μας
άρρωστος ο καιρός όπως κι η εποχή που διανύουμε
πόσο εύκολα μπορεί να βυθιστεί κανείς στη μελαγχολία
αναρωτιέμαι, και το βράδυ έρχεται κουρασμένο
αυτή η Κυριακή δεν είναι όπως όλες οι άλλες
πως αλλιώς, όταν τέσσερις εργάτες είναι νεκροί
από εργοδοτικό έγκλημα σε μια ιδιωτικοποιημένη εταιρεία
αντίθετα όμως από την επικρατούσα λογική
φωνή υψώνω ενάντια στον θεσμοθετημένο θάνατο
ανατροπή ζητώντας
και καμιά θυσία στο βρώμικο βωμό του κέρδους
με το κουζινομάχαιρο να κόψω τη μπυροκοιλιά της δημοκρατίας σας

*Η Hannah Höch (1889-1978), ήταν Βερολινέζα καλλιτέχνης, από τις πρωτοπόρους του Dada στη Γερμανία. Εργάστηκε ιδιαίτερα με την τεχνική του φωτομοντάζ ενώ πολλά έργα της τα δημιούργησε στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ένα από τα πιο γνωστά της έργα είναι το Cut with the Kitchen Knife through the Beer-Belly of the Weimar Republic (1919), όπου δανείστηκα τον τίτλο για το τελευταίο στίχο του ποιήματος.

Res Communis Omnium (ένα ποίημα για τον Thomas Müntzer)

thomas-muntzer

(1)
Με την οργή και τη στοργή στα χείλη
ξεχειλίζει απ τα σπλάχνα
η ανάγκη της ζωής
απ’ το φυλάκιο της αλύτρωτης προσμονής
να εξέλθει
πανώλεθρη ξεσηκώνεται
εμπρός των Νόμων και των Δικαίων
που με το νεκρό γράμμα τους
την ακρωτηριάζουν
για να την καταστήσουν λειψή
και κατόπιν εξευτελισμένη να τη σούρουν
πάνω στα μέτρα και τα σταθμά τους
μέσα στο διάβα των αιώνων της κυριαρχίας του ανθρώπου
πάνω στον άνθρωπο και στη φύση
η ζωή εμφυσά αντίρροπη πνοή εντός και εναντίων
όλων των δεσποτικών πολιτισμών επί της γης
όσο ακατανόητη και άλογη
για τους πνευματικά εξημερωμένους
τόσο πλέκει σε μια πραξιακή ενότητα της διαφοράς
το ζωντανό λόγο που αισθάνεται
και τις ζωντανές αισθήσεις που λογίζονται
δίχως λατρευτές και λατρεμένους
παραμένει βουβή και αγέλαστη
σε όλες τις τελετουργίες όρκου στο υπάρχον
όσο χαμογελά και ενσαρκώνεται
στους απρόσμενους θριάμβους
που φορούν στο απροσπέλαστο της κάθε εξουσίας
νεκρώσιμα στεφάνια διαδοχής

(2)
Ως τα χείλη γεμίζει και ξαναγεμίζει με κρασί
το άγιο δισκοποτήρι
κι ευθύς καρφώνονται και ξανακαρώνονται
στο σταυρό
τα εναπομείναντα μέλη του μεσσία
μέχρις που τέλεψαν πια κι αυτά
για ν’ απαλλάσσουν εκ νέου κάθε φορά
τους δεσποτάδες αυτού του κόσμου
απ’ όλα τα κρίματά τους
τόσο λεύτεροι όμως είναι οι κάθε λογής δεσπότες!
σαν την ελεύθερη ερμήνευση ενός πνιγηρού ορισμού
που δίνεται απ’ το Κράτος
και τόσο άφθαρτοι και αθάνατοι είναι!
σαν το χρυσάφι της Ελεύθερης Οικονομίας
μέσα στην κοιλιά ενός ανθρωπόμορφου
κατακτητικού ερπετού
ολόκληρη η πλάση ασφυκτιά
κάτω από την μπότα αυτής της Ελευθερίας
Continue reading →

Κατερίνα Κούσουλα, Σαλοί της Σελήνης

Blue-Moon-tree

και η σελήνη μου ‘στειλε για συντροφιά σαλούς

στην απαλή κατεβασιά που οδοιπορούσα
ποταμιαστό το φως της απλωνόταν
πάντοτε μετρημένα αθόρυβα
τα βήματα της σκέψης μου

τριγύρω μάτια φέγγανε
ψυχρά στους φεγγαριού τα μαγεμένα
στα πρόσωπα τ’ αλήτικα τ΄ αλλιώτικα
κι έγραφε το φεγγάρι κι άλλα πρόσωπα
εκείνα που καθένας είχε χάσει

πάλι με την πανσέληνο ανάβλεψα
σύμβολα κρυπτικά στα μάγουλα της ώρας
όλο το κίτρινο μεγάλο πρόσωπό της
πλατιά να κατακλύζει λιώνοντας
τα στέρεα όσα υποσχέθηκε στον ύπνο

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ο Φαρφουλάς”, τεύχος 17, Μάιος (Άνοιξη-καλοκαίρι) 2014 (σελ. 65).

Δημήτρης Ψαλλίδας, Το απροσδόκητο

Artwork: Tadeusz Kantor

Artwork: Tadeusz Kantor

II

Σαν είσαι πέτρα,
βράχος μικρός,
από καιρό ακούνητος
αιώνια τοποθετημένος,
στης γης τη χούφτα,
μισοκρυμμένος,
σκέφτεσαι αργά,
πράττεις αργά.

Μπροστά στον κίνδυνο
την ύπαρξή σου που απειλεί,
δεν βλέπεις καθαρά.
Πες το, αντιδράσεις χημικές,
άγχος και πανικό,
δεν έχει σημασία.
Όλα τα παραπάνω σβήνουν,
τον χρόνο κυνηγάς,
να ξαναμάθεις τη ζωή αλλιώς.
Έτσι κι έγινε.

Δυο μέρες πέρασαν,
μονότονα, βαριά,
ώσπου μας κάλεσαν οι γηραιοί
σε σύσκεψη.

Τόνισαν,
της απλότητας την χάρη,
της ζέστης τα προτερήματα,
κι ύστερα,
ευλόγησαν το νέο μας δυνάστη,
τον Ήλιο.

Όσοι πρόλαβαν,
έφυγαν,
για το κέντρο της γης,
πιστεύοντας τις φήμες,
πως πριν τη λάβα,
έχει δροσιά.

Κάποιοι παραδόθηκαν
κι άλλοι,
βρήκαν μισοτιμής
σύμβολα ρουνικά
κι άγριες μάσκες
-από χώματα φτιαγμένες κι ακαθαρσίες-
και ντύθηκαν σπουδαίοι.

Περνοδιαβαίνοντας τα στενά,
υμνούσαν τον Ήλιο
και την καμένη γη.
Κατάρες έριχναν σε
Πλατάνια, Γιασεμιά,
Χρυσάνθεμα και Στάχια,
Εβραίους, Απεργούς, Κομμουνιστές.

III

Σαν είσαι πέτρα
δεμένη και μικρή,
σφηνωμένη στο έδαφος
-για τιμωρία-
κοιτάζεις τον τύραννο κατάματα,
λογαριάζεις δυνάμεις κι αποστάσεις.

Και ξέρεις τι λείπει,
μέχρι να έρθουν τα σύννεφα
και να ξεπλύνουν με βροχή
το παρόν, τη θλίψη και τον πόνο.

Δύο παιδιά ανθρώπων,
αγκαλιασμένα και χαρούμενα
να σε πετάξουν ως τον Ήλιο
και σαν γυαλί να σπάσεις
το άγριο πρόσωπό του.

Αντώνης Στασινόπουλος, ένα ποίημα

vintage-asylum-photos-2

Γυάλινο μάτι
Μεταλλικός αέρας
Τα παραθυρόφυλλα ψιθυρίζουν
Η βροχή δυνατή, σαπισμένες σκεπές
Το πάτωμα τρίζει
Φορτίο καθημερινό.
Το ρολόι τίκ, τάκ, τίκ, τάκ, αναμονή.
Πτήση μελλοθανάτων.
Προεκτάσεις νεκρών αντικατοπτρίζονται σε ραγισμένες βιτρίνες.
Ραδιενέργεια διέφυγε κι εγκλωβίστηκε
στο νωτιαίο μυελό.
Απαγορεύεται η είσοδος στους ζωντανούς
Ο μπάτσος φύλακας
Το πιστόλι αγκαλιάζει το θάνατο
Εργαστήρια σκέψης
Κομπιούτερ χορεύουν ηλεκτρονική μουσική
σε σεληνιακό τοπίο
Ναπάλμ στην Παλαιστίνη. Δώρα των μάγων
1984! Κρίσεις, επικρίσεις.
Υποχρεωτική στείρωση. Ινδιάνοι παγιδευμένοι
Νεκροταφείο Αμερικής
Απόπειρα έκδοσης τραγουδιών
Κλεμμένα όνειρα
Ένα ταξίδι στην αίθουσα της εξουσίας
Σιδηροδρομικά χαμόγελα
Μεγάφωνα ξεπηδούν απ’ την κοιλιά της γης
Εθνική επέτειος!
Η πείνα. Βογγάει η Αφρική
AFTER SHAVE μετά το ξύρισμα
Καλημέρα σας
Γραφείο κηδειών, ειδικές τιμές.
Πώς είπατε; Αυτοκινητιστικό δυστύχημα
Γιατροί στο χειρουργείο
Αιωρούμενα νυστέρια πάνω από χρηματοκιβώτια
Εγχείρηση επιτυχής
‘Ασπρες ρόμπες ποζάρουν
Τελευταία στάση. Το φιλμ τελείωσε
Ναι κορίτσι μου σ’ αγαπώ.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο” σελ. 28-29.