Θωμάς Χαραλαμπίδης, Τρία ποιήματα

siou

Goody’s

Είναι καλά.
Τώρα τρώω στα goody’s.
Κάνουν οικονομία στις χαρτοπετσέτες
κι έτσι με την ίδια
σκουπίζω μαζί
δάκρυα και σως μουστάρδας

***

Εν οίκω

Γονείς υπέρβαροι
πριν να κοιμίσουν τα παιδιά
οργίζονται μπροστά στις τηλεοράσεις τους
με τις ειδήσεις των οχτώ ξεχειλωμένες
την άλλη μέρα
να ‘χαμε να λέγαμε

***

Μνήμη

Λέει:
Τι να τα κάνω όλα τούτα
που είναι μαζεμένα γύρω μου;
Κιλά χαρτούρα, αναμνήσεις, τρυφερά ενσταντανέ
και τη διαλεκτική
να πάσχει από συχνουρία;

Ο άλλος απάντησε:
Πρέπει να σέβεσαι την ιστορία σου.
Η μνήμη έγινε μια φυλακή
θυμάμαι στο σχολείο που μαθαίναμε
μνήμης και λήθης σημαντικά-ασήμαντα.

Μήπως θα έπρεπε να είχα τρέξει
από νωρίς
στα καταπράσινα λιβάδια;
Θα ήταν άραγε μικρότερο το βάρος
αν στο κουπέ του τραίνου μου
καθότανε συνταξιδιώτης;

Μήπως αλήθεια έπρεπε να είχα γίνει τροτσκιστής;
Να πουλάω την εφημερίδα
της γκρούπας μου στις πορείες
στην άλλη έκδοση να βλέπω
πόσες πούλησα;

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2008.

Βασίλης Βάρκας, Δύο ποιήματα

1aasour12

Μιζεραστία

Είν’ ωραία η ζωή!
Είναι πράγματι ωραία!
Την έχω δει μια φορά στην τηλεόραση.
Ψηλή, μελαχρινή, γαλάζια μάτια!
Στην αγκαλιά της κρατούσε τα λουλούδια
που της έστειλε ο θάνατος.

Πάντα πετυχαίνει το αέναο αυτό συνοικέσιο.
Το κάνουν άξιες προξενήτρες…

Στην πόλη μας, την πόλη των μιζεραστών.
Των εραστών της μιζέριας και των μίζερων ερώτων.
Εκεί πλέκουν τα ειδύλλιά τους,
Η ζωή κι ο φαλλοκράτης θάνατος.

***

Για την ελπίδα

Λαιμός σαν περισκόπιο κατάπιε τη ζωή μου.

Χαμένα νιάτα! Κομμάτια σκορπισμένα.

Ανύπαρκτο καρότο κρεμάσανε μπροστά μου.
Κι εγώ τρέχω.

Σα να μην έχω άλλη επιλογή.

Λυπάμαι!

Ξέρω πως νύσταξε η ελπίδα και κοιμήθηκε
Αλλά δεν ξέρω αν και πότε θα ξυπνήσει.

Δεν είναι νόμοι οι παροιμίες.

Ίσως να πέθανε εκείνη πρώτη…

*Από τη συλλογή ¨Μιζεραστία΄, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2011.

Τζούλια Φορτούνη, Δύο ποιήματα

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

Αυστραλιανό τοπίο. Φώτο: Rory Hudson

de profundis

δεν είναι δύσκολο αυτό το πρόβλημα
είναι πάντα ανέφικτες οι λύσεις
να βρω μια φωτεινή στιγμή
το κάτι εκείνο που γυαλίζει
μέσα στο μάτι του κυκλώνα
ή της τρέλας την κραυγή μέσα στη νύχτα

δεν είναι αποτρόπαιο αυτό το έγκλημα
είναι που αναβάλλω συνεχώς τον φόνο
αναζητώντας ένα κοφτερό μαχαίρι
βλέμμα της τίγρης
όταν ορμάει επάνω μου
ή της αλλοτινής σου λάμψης το ατσάλι

δεν είναι αλλόκοτη αυτή η πολιτεία
είναι που πάντα χάνω το βηματισμό μου
επιχειρώντας μια πιο σταθερή ισορροπία
σαν ακροβάτης που παραπατά
στο χεροκρότημα
ή σαν μικρό παιδί που χάθηκε στο δάσος

***

υστερόγραφο

ποτέ δεν προλάβαινα
τα ληξιπρόθεσμα χρέη
τα dead lines
τις ημερομηνίες
όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα
στα ραντεβού μου και περίμενα
σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη
ή έναν πρόωρο αποχαιρετισμό

πάντα υπήρξα βιαστική
και ανυπόμονη
στο επάγγελμα
στον έρωτα

δεν ήμουν έτοιμη
ποτέ δεν θα είμαι

*Από τη συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

3

Η αναβολή μιας συνομιλίας

Συνάντησα στο κατώφλι της οικίας μου τον παραστάτη
θάνατο. Διαβεβαιώνω τους ποιητές πως οι λαϊκές δοξα-
σίες που τον νομίζουν γέροντα δεν ισχύουν. Ο θάνατος μου
παρουσιάστηκε ως έφηβος. Είχε λυμένα τα πυρόξανθα
μαλλιά του (είχαν θρέπει ωστόσο με το χρόνο). Τρόμαξα
από την ομορφιά του και κλείδωσα την πόρτα μου.

***

Εγκόσμιο μπιχλιμπίδι

Δρω και δράττομαι
των περιοχών στο ρολογάκι μας
ορώ ό,τι ορίζεται
μα θυμάμαι μόνο την Τάξη
Γεννήθηκα από θρησκοληψία
στου ζωντανού τον πόνο
Έφηβος τώτα πια στερεώνω
όσες πνοές αντιλαμβάνω
δίχως δομές ή πέρατα

***

Της Αποκάλυψης

Πορδές γενναίες του φτωχού
στα χάσματα απλωθείτε
το μεσημέρι επίορκος
θα αρπάξω κεραυνούς
Πριγκιποπούλες φίμωτρα
στα ανθίδια θα φιλάνε
χοντροί βρικόλακες
θα πίπτουν οι θεοί

*Από τη συλλογή “Πυράγρα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 200
5.

Βαγγέλης Ρουσσάκης, Που αγαπήθηκαν

11903945_10206720823392986_1121171788784304900_n

Ήχος παλιός, αγαπημένος
Στο γεμάτο αράχνες γραμμόφωνο.

Γνώριμος σαν από πάντοτε
Άναρχος, ατελεύτητος.

Στο μυαλό να γυρίζει
Σαν αδιόρατη παλινδρόμηση

Του νόστου που εκπλήρωσες
Για μια στιγμή.

Χωρίζουν οι ζωές
Των ανθρώπων που αγαπήθηκαν.

Το τραγούδι των ερώτων μας συνεχίζει να παίζει
Τ’ ακούς;

Voltarine De Cleyre, Γραμμένη με κόκκινο

de_cleyre

Στους ζωντανούς νεκρούς
του μεξικάνικου αγώνα

Γραμμένη με κόκκινο η μαρτυρία τους μένει
για να τη δουν οι θεοί όλου του κόσμου·
στον τοίχο του ολέθριου, χέρια δίχως σώμα
έγραψαν “Upharsin” (1) και φλογισμένα σημάδια
φωτίζουν το σύνθημα: «Αδράξτε τη γη!
Ανοίξτε τις φυλακές, κι απελευθερώστε τους ανθρώπους!»
Αναζωπυρώνονται οι λέξεις των νεκρών
γραμμένες με κόκκινο.

Οι θεοί του κόσμου! Τα στόματά τους τώρα βουβά!
Τα όπλα σας μίλησαν, κι αυτοί γίνηκαν στάχτη.
Όμως οι ξεσκισμένοι Ζωντανοί, με τις καρδιές μουδιασμένες,
ένιωσαν μέσα τους το χτύπο ενός αναστάσιμου τυμπάνου
-στη διάλεκτο των Νεκρών- να τους καλεί:
«Ξύστε την αρχαία σκουριά!»
Είδαν «Ανέστη», τη λέξη των Νεκρών
γραμμένη με κόκκινο.

Σήκω ψηλά, πανώρια φλόγα!
Ψηλά στους ουριανούς, όλοι να σε δουν.
Σκλάβοι του Κόσμου! Κοινός ο σκοπός·
μια η προαιώνια καταισχύνη – ένας ο αγώνας!
Στο όνομα Ενός -του Ανθρώπου-
αγωνιζόμαστε να ελευθερώσουμε τους ανθριώπους!
«Εξαγνίστε για μας τη Τη!» ακόμα καίνε οι λέξεις των Νεκρών
Γραμμένες με κόκκινο.

Σικάγο 1912

*Αυτό ήταν το τελευταίο ποίημα της Voltairine De Cleyre (Βολταιρίν ντε Κλερ).
(1) Η λέξη «Upharsin» είναι βιβλική με μυοτηριιώδες περιεχόμενο, και σημαίνει «the writing on the wall».
**Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο «Voltairine De Cleyre Γιατί είμαι αναρχική», Εκδόσεις Σοφίτα, 2014, σε έρευνα και μετάφραση Γιάννη Γ. Μπαζού και εισαγωγή Αργύρη Αργυριάδη.

Γιάννης Ζελιαναίος, σ’ ένα χαρτόκουτο στην Πατησίων

p115-960x640-680x453

Είναι εδώ και κάμποσο καιρό

που δεν αισθάνομαι τίποτα,

το σώμα μου είναι προέκταση χαρτόκουτου

κι αυτή η φυλλάδα

κρατάει το κρύο μακριά απ’ τα εντόσθιά μου.

Τα βράδια για να κοιμηθώ

χρειάζομαι το μπουκάλι με το ούζο

που όταν είμαι τυχερός έχει ρακί

κονιάκ κηδείας

και στις καλύτερες τσίπουρο

χαρισμένο από καφενείο.

Ονειρεύομαι ήλιο

μα στο τέλος της ημέρας υποφέρω

και φοβάμαι μη χάσω κάνα δάχτυλο.

Οι άνθρωποι είναι τρελοί

αλλά κοιτάζουν εμένα σαν τρελό

οι άνθρωποι κάνουν ένα σωρό παρανοϊκά πράγματα
και μυξοκλαίνε για το κάθε τι

τα ψιλά στις γιορτές γίνονται χοντρά

οι σταυροί βοηθάνε την πείνα να χορτάσει

η βροχή αμαρτάνει τα κορμιά τους

κι όταν λένε πως βρήκαν ένα δρόμο

απλά δεν έχουν προλάβει τίποτα.

Νοιάζομαι για το κρύο

τις κόρνες και τις εκρήξεις στα σκουπίδια

που η λάβρα ζυγώνει το φαΐ μου,

ένα λουκάνικο από σάντουιτς βγαλμένο

κρεμμύδι με σκυλόσκατο

τυλιγμένο με απόκομμα στοιχήματος χαμένου

και θέρμη απ’ τον Πινόκιο κρεμασμένο

με τα ξύλινα τρεμάμενα ποδάρια του

προσάναμα για μένα.

Καμιά φορά νιώθω κάτι

για τη μαύρη πουτάνα της Τρίτης Σεπτεμβρίου

μ’ αμολημένο το βυζί στα δύο

τα λευκά της δόντια

φως σε καύλες

το χορό του γέλιου της

αφού έχει σνιφάρει

και βλέπει κοιλιές, αρχίδια

και σηκωμένες υποσχόμενες ψωλές.

Την βλέπω λες κι είμαστε στην ίδια κοιλάδα

στην ίδια πόλη
στην ίδια μοίρα

να μας κοιτάζει το μάτι που δε θέλουμε να μας κοιτάζει

όταν η λύπηση κι η ικανοποίηση δεν έχουν καμία διαφορά.

Βλέπεις είμαι ένας hobo που λένε οι αμερικάνοι

ολόκληρης γενιάς κουλτούρα

που έγραψε, ήπιε και πέθανε.

Εδώ δεν είμαι τίποτα

παρά μονάχα ένας αλήτης

το επιχείρημα της πείνας

από σαπιοκοιλιάδες και μαυροφορεμένους με κουκούλες

που καίνε το φαΐ μου.

Δεν με νοιάζει

ποτέ δεν με ένοιαξε.

Δώσ’ μου ένα χαρτόκουτο

λίγο αλκοόλ να ζεσταθώ

μια χαλασμένη τυρόπιτα

μια είσοδο μαγαζιού

μια αλυσίδα ξεκλείδωτη

τρεις γόπες ατελείωτες

και μακριά από μένα το

Για όλους έχει ο θεός.

*Από το «Μισό λίτρο κονιάκ στην Πατησίων», Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος (2015).
Feature photo: http://popaganda.gr/ti-simveni-sta-prosfigika/
Ποιημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://athensinapoem.com/2015/08/22/%CF%83-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD/

Μάρκος Μέσκος, Λεμονάδικα

Screen+Shot+2015-08-25+at+8.52.42+PM

%CE%9C%CE%95%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A3+%CE%9B%CE%95%CE%9C%CE%9F%CE%9D%CE%91%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91+1961

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, Δεκέμβριος 1961.
**Εδώ αναδημοσίευση από το “¨Εντευκτήριο”. Η εικόνα της ανάρτησης είναι δουλειά του Διαμαντή Διαμαντόπουλου.
http://entefktirio.blogspot.com.au/2015/08/1961.html

Γιώργος Γκανέλης, Διάσπαση

Artwork: Tadeusz Kantor

Artwork: Tadeusz Kantor

Μπόχα και αυταρέσκεια
Σωρηδόν οι παραιτήσεις
Πέφτουν τα οδοφράγματα
Κι οι ουρανοί στο κεφάλι
Αν ήμουν θεός θα φρόντιζα
Να ασκούμαι στο καράτε
Με μαύρη ζώνη γυναίκας
Ξεκινάν οι επαναστάσεις
Ορατός στα γεράματα
Ο κίνδυνος παλιμπαιδισμού
Σε εγρήγορση οι συνιστώσες
Αποδομούν τον εφησυχασμό
Πρόβατα υψηλής ευφυίας
Ξεκλειδώνουν το μαντρί
Βελάζουν με νόημα στην κάλπη
Τα κέρματα ζητούν εντοπιότητα
Τα χαρτονομίσματα ευθανασία.

(26-8-2015)