Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Βαρκελώνη – Αφιέρωμα και αποχαιρετισμός

lthkiardopothlos

… σαν έτοιμος από καιρό…

I

Χαμογελάς καί χάνεσαι καπνός καί μουσική
ύπόσχεσαι κήπους καί χάρτινα πουλιά
χρώματα πλαστικά νά ξαναβάψουμε τό μέλλον
χρώματα καί πουλιά γιά νά γεμίσει πάλι τό μυαλό.

Χαμογελάς μά δέν μέ βλέπεις
χαμογελάς καί μένω πάλι μόνος μές στή θάλασσα
τά κύματα παίρνουν τά λόγια μου σάν ξύλα
– στέκω μπροστά σου κουρελής μ’ αύτά τά 10 δολλάρια.

Πού νά σέ πάω πού δέν έχω τίποτα;
στά πιο παλιά παλιά τραγούδια άνάψανε τά ήλεκτρικά
τά μάτια τής άγάπης μου βουλιάξανε στή δόξα τής νοικοκυράς
καί μένα ή ζωή μου πάει στό βρόντο
χωρίς σκοπό καί χωρίς λύπη.

Πού νά σέ πάω πού δέν έχω τίποτα;
Σού δείχνω χάντρες καί κοχύλια πεθαμένες μέρες
πουλάω καί ξαναπουλάω τή στάχτη των πουλιών
κοίτα
τό ψέμα τώρα τρέχει από τά μάτια μου
κι εγώ δέν τό σκουπίζω
– στέκω μπροστά σου κουρελής μ1 αύτά τά 10 δολλάρια

άγνωστος μεταξύ αγνώστων
μέ μιά σημαία νά σαπίζει στήν ψυχή μου
όμως ακόμα ένοπλος καί λαβωμένος
πιάνω κι έγώ σειρά στό καπηλειό σου ειρήνη.

ΙΙ

Τώρα πού τέλειωσε ή κηδεία
καί δέν ξέρουμε πώς νά συνεχίσουμε
τώρα πού δέν ξέρουμε πιά τί νά ποΰμε
γιατί ό ύποβολέας μας τρελάθηκε
– τώρα πού τέλειωσε ή κηδεία
θά πάρουμε τόν κόσμο σβάρνα από βορρά σέ νότο
θά πάρουμε στά ψέματα τόν κόσμο μέ ποδοβολητά

…από καιρό κομμένες όλες οί γραμμές
μά τό χαμόγελο πάντα μπροστά μπροστά
μ’ ένα ταμπούρλο μ’ ένα ταμπούρλο καί μέ πείσμα στό χιονόνερο
χωρίς ειδήσεις καί χωρίς βοήθεια
προσέχοντας μονάχα νά πέφτουμε συμμετρικά
νά μή χαλάμε τή γραμμή
μπερδεύοντας τά θούρια μέ ραγισμένα ταγκό…

Τώρα τελείωσαν όλ’ αύτά
φάλτσα τραγούδια μασημένα λόγια φάλτσοι θάνατοι
τώρα όποιος θέλει εΐν’ έλεύθερος νά φύγει
έξω σταμάτησε ή βροχή
κανένας δέν φρουρεί τίς πύλες κανένας δέν φρουρούσε ποτέ
μόνο τ’ αγάλματα ακουμπισμένα στήν άρετή τους
– μέ τό γελοίο καπέλο μου στό χέρι
νά βγω νά χαιρετήσω τό κοινό ή νά γυρίσω άφωνος τήν πλάτη;

Τώρα όποιος θέλει εΐν’ έλεύθερος νά φύγει
πάρε λοιπόν κι έσύ τά δάκρυά σου καί τό κουτσό ποδάρι σου
σκύλε τής νύχτας σκύλε τής βροχής
μαύρο κατάλοιπο στήν άσπιλή μας μέρα
μαύρο καντήλι μαύρο φως κακό τραγούδι
σημαία καρφωμένη στήν ψυχή μου.

*Από τη συλλογή “Βαρκελώνη” (1975) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό ξένην σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, Εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 1991, σελ. 31-33.
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι από άρθρο για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο στο http://left.gr/news/sta-ypogeia-katafygia-toy-stihoy-gia-ton-gerasimo-lykiardopoylo

Τάσος Θεοφίλου, Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά

11900029_937384209670140_969993586022958116_n

Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
Και θα λέμε ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.
Ότι δεν ήρθαμε άδικα στη ζωή.
Ότι δε γίναμε άδικα βάρος στη γη.
Ότι κάτι αφήσαμε πίσω μας.

Και θα’ χουμε ρυτίδες στα πρόσωπα.
Κάθε ρυτίδα και μια χαρακιά.
Για κάθε στιγμή αγωνίας.
Για κάθε αιωνιότητα μοναξιάς.

Όσοι φοβούνται τις ρυτίδες,
φοβούνται το παρελθόν τους,
το ανούσιο παρόν τους,
το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους.
Μισούν τον εαυτό τους. Αυτό που γίνονται.

Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του.
Κι εμείς θα τα φέρουμε περήφανα.”

Jacques Prevert, Πρωινό γεύμα

« Les Garçons de la rue, » a collage by Jacques Prévert over a photo by Robert Doisneau. © Fatras, Succession Jacques Prévert / Private collection of Jacques Prévert

« Les Garçons de la rue, » a collage by Jacques Prévert over a photo by Robert Doisneau. © Fatras, Succession Jacques Prévert / Private collection of Jacques Prévert

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

Στρατής Παρέλης, Τίμημα μιας φτωχής πατρίδας…

metanastes

Υπάρχουν σύμπαντα που θα τα εξερευνήσω μόνο με την καρδιά μου·
μόνος, απόμακρος από όλους και όλα, λυπημένος,
θα στραφώ κατά κείνο που δεν λέγεται ούτε
ποτέ και έχει ειπωθεί·
κομματιασμένος στον ορίζοντα, ματωμένος
από τον πόνο των φίλων, εγώ
πληρεξούσιος των αθώων, πλάνητας
και προσφυγάκι μες την χλεύη του κόσμου.

Ποίηση πού με προστάτεψες και πού με άφησες να πληγωθώ,
να διαμελιστώ, να συρθώ πληγιασμένος, αιμόφυρτος
πάνω στην λασπωμένη γη, όταν
τα κράτη ασφυκτιούσαν μες τα σύνορά τους και οι πληθυσμοί
έκλαιγαν βουβά κάτω απ’ τις νύχτες του ουρανού;

Κακοφορμίζει η πληγή του πλανήτη,
στον αέρα οσμίζεσαι το σάπιο καθεστώς των ταμείων,
αποφορά σε πιάνει απ’ τα ρουθούνια,
τα κανόνια μόνο μιλάνε,
σκληρός φθόγγος η βοή των κανονιών.

Κι εσύ πατρίδα μου ευτελισμένη,
κάποτε δίκασε τους προδότες σου, κάποτε
δώσε στα δικαστήρια τον λόγο, κι άσε
τους υβριστές να χαθούν μες την μαύρη ομίχλη
του θανάτου
κι όρθωσε το ανάστημά σου,
ανάστημα ιδεοφόρο μες τους νέους καιρούς,
φέρε την μαγεία της δόξας σου ως το σήμερα, ξαναγεννήσου
από του μηδενός την ακίδα, σαν
ένα τραγούδι παγκόσμιο, ένα τραγούδι
των λαών
του δίκιου,
που σηκώνουν στην πλάτη τους
το βαρύ τίμημα της φωτιάς που ζεσταίνει
την καρδιά των φτωχών..

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Στρατή Παρέλη στο http://stratisparelis.blogspot.com/2015/09/blog-post_1.html

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ψαλίδι

EIKONA

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο τη ποιήτριας στο http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html

Μάριος Μαρκίδης, Οι βαλίτσες του Οκτώβρη

stella-317930_10151380002197369_2097297280_n

Όταν έφευγες, ο Οκτώβρης κατέβαζε τις βαλίτσες στο πεζοδρόμιο.
Τα παπούτσια λασπώνονταν στα χαρακώματα των φυκιών
κι οι τελευταίοι, ανασφαλή γερόντια
ξαπλώνανε ακόμη στις θυμωνιές της θάλασσας
κρατώντας επίμονα το νοίκι τους και μια
μπουκάλα μεταλλικό νερό.

Θα ξαναρθεί βέβαια το καλοκαίρι κι οι ρομφαίες του τουρισμού
το νησί θα βγάλει βιαστικά τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
σαρακοφαγωμένες κασέλες, εικονίσματα, σκαλιστές ιδεολογίες
θα ξαναβγάλει τις αντίκες του απ’ το ντουλάπι
μασημένα τραγούδια, άδειες ταξιδιών και ξωκκλήσια
ιαματικά.

Θα ξανάρθει βέβαια το καλοκαίρι. Ο έρωτας
θα σκουπίζει τις νύχτες με ξανθά μαλλιά
κι απ’ τα μπαλκόνια που υποθέτουνε τη θάλασσα
ο καθένας θ’ ανοίγει τις πληγές του και τις μεγάλες γάζες της
μοναξιάς.

Στο μεταξύ τα δάχτυλα της Κίρκης τρίβουνε τα τζάμια του νησιού
γνέφοντας αινιγματικά σε μια φωνή γιαπωνέζικου τρανζίστορ
και μόνο κάπου κάπου τα παιδιά ξεθάβουν στα βουνά κοχύλια
και τροπάρια νεκρά
ή φτερούγες που κάποτε δρόσιζαν μια παμπάλαιη ελευθερία

Θα ξανάρθει βέβαια το καλοκαίρι.
Όταν έφευγες, το νησί μετοικούσε κιόλας στο συνάχι του
σε κλειστά καφενεία που κατέβαζαν δάκρυα
αυλακώνοντας τα μάγουλα με χειμερινές φαντασιώσεις
κι εσένα σου έμεναν οι αφροί των καρτ-ποστάλ
και οι πικρές λιθογραφίες του Αυγούστου

κι εσένα σου έμεναν οι Δέκα Εντολές
και οι γραβάτες ενός ασήκωτου χειμώνα.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Το γνήσιο της υπογραφής

thumb

Κρεμάστηκες στις σελίδες
από το γνήσιο της υπογραφής
του συγγραφέα
και ζαλισμένη έπεσες
στο κάτω ράφι
με τα εξώφυλλα,
γλιστρώντας στα περιεχόμενα
που ορίζει ο κανόνας.
Κινδύνεψες σε μετωπική
με λέξεις ξεχασμένες,
σώθηκες τελευταία στιγμή
τινάζοντας τη σκόνη,
μα κάτι θα ψάχνεις πάντοτε,
μια το εγώ,
μια το εσύ,
θα ξεφεύγουν νύχτα μέρα.

Κώστας Ταχτσής, Δύο ποιήματα

11222364_878525342234125_1014492661206502749_n


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ

Πήρε μια σφαίρα και τη φύτεψε
σε μια γλάστρα άδεια
του ’χανε πει ο θάνατος
βγάζει ωραία λουλούδια.

***

ΑΠΟΨΕ

Απόψε δεν υπάρχουν
νεώτερα απ’ το μέτωπό μου
κανείς δεν έθεσ’ επ’ αυτού τα χείλη του
ίσως μεθαύριο γραφτεί ο θάνατός μου
εντός του στήθους φέρω βόμβα εγκαιροφλεγή
όπου και να ΄ναι θα εκραγεί

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

damaggio-300x225

1.
Ο απολογισμός του τζίρου

Τη νύχτα στέλνω τα στοιχεία πωλήσεων της μέρας

στη σιωπή συγκάτοχων στον ύπνο κρεμασμένων

το σμήνος αριθμών μού διατρυπάει το σώμα

το γονατισμένο στη στατιστική και το φόβο

μήπως με πάρουν, τέτοιαν ώρα, για εξηγήσεις

Τρεις μήνες που ο Ντίνος είναι κάτω από το μπάτζετ

σου λένε να του πεις πως είναι ένα αρχίδι

δεν είναι, σου λένε, προσβολή

κι αυτή είναι η αφύπνιση

∗ ∗ ∗

2.
Ο τμηματάρχης Μαυρίκιος κι ο Rack jobber*

Τη μέρα όλη στοίχιζα

προϊόντα στα ράφια

σαν να ήτανε στίχοι

και κάθομαι τώρα με την παραγγελία στα χέρια

ανάμεσα στα εγκαταλειμμένα καρότσια

όπου κοιμούνται τα παιδιά

τα εξαντλημένα, στη σιωπή

και μες σ’ αυτόν τον όλεθρο, Μαυρίκιε

καθόμαστε στα εγκαταλειμμένα καρότσια

Αυτή είναι η σπορά του βολβού

για τον πόθο του κέρδους

το χώμα πεθαμένο και το έμβρυο καλλιεργημένο

που ανθίζει στο ράφι και βλασταίνει στην έκπτωση

Αυτός είναι ο τάφος της σημασίας

ο στόχος και ύστερα η τελεία

που το ωράριο μάς βάζει στ’ όνομα

*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το http://www.poiein.gr

**Γεννημένος στο Ντέζιο της Λομβαρδίας το 1969, ο Massimiliano Damaggio άρχισε να γράφει ποίηση στα τέλη της δεκαετίας του ’80, εκπροσωπώντας μάλιστα δύο φορές (το ’93 και το ’99) την πόλη του Μιλάνου στην Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών της Ευρώπης και της Μεσογείου και συμμετείχε σε φεστιβάλ ποίησης και διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ποίηση σαν πέτρα», κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις Ensemble στη Ρώμη, ήταν υποψήφια για το βραβείο Carver 2012 και ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία «Punto. Poesia italiana 2013». Η δεύτερη συλλογή του «Τα κτίρια τα επισφαλή» θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβριο του 2015 από τις εκδόσεις Dot.com press. Πολλά από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Κύπρο. Έχει συνεργαστεί ως μεταφραστής από τα ελληνικά και τα βραζιλιάνικα με τα περιοδικά «Reb Stein», «Versante Ripido» και «Iris di Kolibris», ενώ στην Ελλάδα με τα διαδικτυακά περιοδικά «24 γράμματα» και «Ποιείν», όπου έχει δημοσιεύσει ποιήματά του και έχει παρουσιάσει ιταλούς και βραζιλιάνους ποιητές. Είναι ο εμπνευστής και ο κύριος ιδρυτής του νέου ηλεκτρονικού ιταλικού περιοδικού για την ποίηση «Perigeion». Σήμερα ζει και βιοπορίζεται στην Αθήνα, μια πόλη την οποία λατρεύει, όπως άλλωστε και κάθε τι ελληνικό.