Claire Goll, Το θάνατό μας περιμένω

Το θάνατό μας περιμένω
Όπως ένα παιδί τις διακοπές

Σ’ έναν τάφο θα μπούμε και οι δύο
Η βροχή σου θα είναι και δική μου
Από τον ίδιο άνεμο θα λουλουδίζουν οι καρδιές μας
Στων πλευρών μας το μαλαματένιο πανέρι
Το ίδιο μειδίαμα θα φωτίζει τα κρανία μας

Δεν θα είμαι πια μόνη
Ν’ αφουγκράζομαι τ’ αστέρια
Και τις αδύναμες μωβ οιμωγές
Από τ’ ανάλαφρα κύματα των πανσέδων
Κανείς δεν θα διακόψει πια
Τις σιωπηλές εκμυστηρεύσεις μας

Τον θάνατό μας περιμένω
Όπως ένα παιδί τις διακοπές.

*Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος.

**Από το βιβλίο “Εγκόλπιο Ερωτικού Λόγου – Ανθολόγιο ξένης ερωτικής ποίησης του εικοστού αιώνα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2000.

Inger Christensen, Η σκηνή 3

Συμμετρίες

Στο φόντο: πέτρες, βράχια,
βουνά πριονισμένα σε κοντραπλακέ, βαμμένα
σχεδιασμένα σύμφωνα με την ανάμνηση
κάποιου για μια κάποια
ζωγραφιά ανεμοδαρμένων κορυφών.
Μπροστά: κανείς δε θυμάται
τι περιέγραψε αυτό, που το φόντο του
δεν ήταν όπως περιγράφτηκε
μια απότομη κίνηση προς κάθε σημείο:
αυτό που δεν περιγράφτηκε.
Δεξιά: λίγα βρύα, ένα και μοναδικό
φυτό: σκόρδο μαλλί και πλαστικό.
Αριστερά: πλάσματα που αλωνίζουν εδώ κι εκεί
αν σβήσει το ηλεκτρικό
ακόμη σχέδια για μια τεχνητή
βροχή που σίγουρα θα ξυπνήσει
μια εντελώς απερίγραπτη λαχτάρα.

*Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.

*Από το βιβλίο “αυτό”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2017.

Νίκος Σφαμένος, Κύριε

Κύριε
τα κανάλια και ο τύπος σας
αγαπάνε
συνεντεύξεις
αναγνώσεις και
κολακευτικά σχόλια
μα γιατί με κοιτάτε έτσι
Κύριε;
φυσικά και σας θαυμάζω
ναι το ξέρω
δεν θα διαβαστώ ποτέ
υπήρξα άλλο ένα λάθος
των αιώνων
όμως εσείς Κύριε
συνεχίστε έτσι
μ’ αυτό το ζήλο
σας θαυμάζω
θα μαθαίνω όλα τα τελευταία
νέα σας

μα Κύριε κοιτάξτε!
το φως
λιγοστεύει
χλωμιάζει
τρεμοπαίζει
γιατί;

Γρηγόρης Σακαλής, Αναγέννηση

Cy Twombly, Untitled (Bassano in Teverina), (1986)

Ήμουν σε σύγχυση
τα νεύρα μου κρόσια
μαύρο σκοτάδι επικρατούσε
στην ψυχή μου
ένιωθα την κατάθλιψη
να με αγκαλιάζει
ώσπου ήρθες εσύ ξαφνικά
εκεί που δεν το περίμενα
μου ‘πιασες το χέρι
μ΄αγκάλιασες με το χαμόγελό σου
κι ένιωσα πάλι ζωντανός
ήταν θαύμα
ένα περιφερόμενο σαρκίο
ξαναγεννήθηκε
και βάλαμε μαζί
νέους στόχους για το μέλλον
μαζί ξεκινήσαμε
το μεγάλο ταξίδι της ζωής.

Σοφία Πολίτου, Η πρώτη σου φορά

Απόψε
είναι η πρώτη σου φορά
που κολυμπάς ανάμεσα στ’ αστέρια
δίχως τη μαμά και τον μπαμπά σου.
Τα σημάδια γύρω αλλάζουν σχήμα,
δεν υπάρχουν σηματοδότες,
ή σταματάς ή προχωράς. Προχωράς.

Απόψε
που είναι πρώτη σου φορά,
ακολουθείς την άλκη
ενώ διασχίζει σιωπηλά τη γη των αστερισμών
με τις χίλιες λίμνες των δακρύων
για να φτάσει τα τροπικά δάση των ωκεανών.

Απόψε
είναι πρώτη σου φορά,
γι’ αυτό σκάβεις βαθιές μεγάλες ανάσες,
όμως μην ανησυχείς- η ψηλή λεύκα θα σου δείξει
πώς να φουσκώνεις τα πνευμόνια σου
αναπνέοντας για δυο, για τρεις, για περισσότερους.

Απόψε
που είναι η πρώτη σου φορά,
ο κόσμος αλλάζει χωρίς ερώτηση,
η σιωπή τυλίγει σαν νερό που δεν πνίγει,
κι εσύ τραγουδάς πάνω στα ηλεκτροφόρα δέντρα
μ’ εκείνες τις φροντίστριες τις πολυφωνικές.

Απόψε
που είναι η πρώτη σου φορά,
κολυμπάς ανάμεσα σε ύφαλους
που δεν ξέρουν πώς να σου φερθούν,
δίχως μπρατσάκια, δίχως τα τερτίπια σου,
λιώνει ο γαλαξίας στα χέρια σου, και σε βαφτίζει
μια ειρηνική ιδέα, ένα ελεύθερο βήμα δίχως αποχαιρετισμό.

Μαρία Πανούτσου, Το παράδειγμα 

Η μυρωδιά των λουλουδιών
το σήκωμα της φούστας
όταν ο αέρας αυτοσχεδιάζει
με έναν άνθρωπο

Και καλοσύνη ξέχειλα
από βλέμμα και δάχτυλα
το χέρι που σε κράτησε καθώς γλίστραγες
μια φωνή που εμπιστεύεσαι.

Θυμάμαι το ξαδέλφι
που μάζευε τζιτζίκια.
Σε χάρτινο κουτί τα κλείναμε
με φώναζε με το όνομά μου
κάθε φορά που έπιανε ένα

Κώστα Κώστα φώναζα και εγώ εκείνον
τον θαύμαζα καθώς και η φωνή του
Μαρία Μαρία Μαρία φώναζε

και ενθουσιασμός ξεχύνονταν στους δυο
και οι εικόνες προπορεύονταν τον χρόνο

Ο έρωτας δεν είναι το ένστικτο
αυτό το σκοτεινό πουλί
που σε τσιμπά
ο έρωτας που λέω εγώ
είναι μια αφορμή

Το ένστικτο γλυκό και τρυφερό
βάσανο και βρυκόλακας
σοδομικό και φονικό
είναι για μένα μια φορά και έξω
και δεύτερη και τρίτη ίσως
και η κακή σου μέρα έφτασε
αυτό είναι το ένστικτο

Να φέρω ένα παράδειγμα:
Τον γνώρισες έξαφνα και ξέχασες ότι ήσουν σε ψαράδικο
και τρώγατε μπαρμπούνια και ο καθένας το πιάτο του
και εσύ κοίταγες τα μπαρμπούνια και έλεγες
μα πως… αφού παθαίνω αλλεργία με τα μπαρμπούνια
πως τα τρώω τώρα
αυτό είναι το ένστικτο

Ο άλλος … και το μίσος
καθώς το μίσος με πεθαίνει
φωνάζω: salope saleté salope saleté
και μονολογώ: Das ist Instinkt

Όμως..
Θα γίνω φλόμος και ίσκα
θα βρω το βλέμμα του θανάτου
το βλέμμα της καλοσύνης
Θα το βρω

Σ’ εκείνα τα χρόνια
αναζητώ την ελευθερία
και της αθωότητας την βεβαιότητα

Η ξαδέλφη μου, Λούλα Λούλα Λούλα πήγε στο κοτέτσι
και έφερε τρία αυγά και
στο μικρό κουζινάκι τηγάνισε

Θυμάμαι το λάδι καθώς έπεφτε στο σκεύος
μετά εγώ καθισμένη στο τραπέζι
κοιτούσα το ασπράδι γύρω από κάθε κρόκο
το ψωμί να βουτώ
και να απλώνεται το νόστιμο κίτρινο υγρό
στο πιάτο
και η γεύση του νάρχεται πρώτη στο στόμα
übergelaufen.

Αυτό ναι, αυτό είναι ελευθερία και έρωτας
Ήμασταν όμως τότε οι άλλοι, οι πραγματικοί
δεν περιμέναμε τίποτα
Τι παράξενη αίσθηση
να μην περιμένεις κάτι ή κάποιον

Τότε η μέρα και η νύχτα εναλλάσσονται
και μένουν οι ήχοι και οι αναμνήσεις που γίνονται παρόν.
Ναι όπως τώρα που ακούω τον γρύλο και τα αυγουστιάτικα μεσημέρια την δεκαοχτούρα.
Οι ήχοι των πουλιών πόσο μου μοιάζουν

Ποίηση 2016-2025

Σημ.
Ξέχειλα: übergelaufen.
λίγδα βρομερός: saleté salope
ένστικτο: Instinkt
έρωτας: Liebe

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Επίλογος αέρας

Sandro Botticelli, Zephyrus

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη˙
εκεί ν’ ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.

Μάης ’68: Το τραγούδι του Συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Πες μου τι διάολο παιχνίδι παίζεις
ή έστω προσπαθείς να παίξεις
Ω! τώρα άλλαξες τους κανόνες
Τι παιχνίδι! Τι σπουδαίο παιχνίδι!

-Επανάσταση, γλυκιά μου
Αυτό είναι το σπουδαίο παιχνίδι που λες.
Το παίζουμε στα στενάκια
Με κοτρόνες από το ξηλωμένο πεζοδρόμιο

Ο παλιός κόσμος και τα συντρίμμια του,
Θα τα σαρώσουμε όλα.
Πρέπει να είμαστε αδίστακτοι
Θάνατος στα γουρούνια και στους παπάδες.

Μας κατακλύζουν με μια κόλαση
από χειροβομβίδες και δακρυγόνα
Και το μόνο που έχουμε είναι τα φτυάρια
και μαχαίρια για να οπλιστούμε.

Φτωχή μου αγάπη, είπε
Πανέμορφοι χτίστες οδοφραγμάτων
Η καρδιά μου, η καρδιά μου με προδίδει.
Δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω.

Αλλά έχω πίστη στον αγώνα
Δε με φοβίζουν οι μπασκίνες.
Ας γίνει ο αγώνας μας, αγώνας
Των εργατών συντρόφων μας.

Ο πατριωτισμός είναι ένα μπουρδέλο,
κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει πια.
Ρίχτε τους γραφειοκράτες στα σκουπίδια
Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχαμε κερδίσει!

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόνια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Κατερίνα Γώγου, Τέχνη σημαίνει έρωτας

Στη γη είναι όλα παλιά, έχουν ειπωθεί όλα,
Εκείνο που σώζει τον άνθρωπο σ’ ένα βαθμό, είναι η Τέχνη.
Και η Τέχνη δε γίνεται από μια μικρή κάστα ανθρώπων, είτε «διανοούμενων» είτε
«λαϊκών»,
που την καθοδηγεί και την εκφράζει και τελικά τη λυμαίνεται
με το πρόσχημα ότι αυτοί είναι που ξέρουν και όλοι οι άλλοι είναι τα πρόβατα.
Τέχνη σημαίνει έρωτας.
Και ο έρωτας είναι δικαίωμα όλων των ανθρώπων.
Έρωτας σημαίνει να αγαπήσεις παράφορα τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου,
γιατί μονάχα έτσι θα αγαπήσεις τον δίπλα σου.
Και έρωτας είναι η επιθυμία.
Επιθυμία για ζωή, για τραγούδια, για σένα και για όλους.
Και είναι η επιθυμία τέχνη επαναστατική, με την αλήθεια του όρου,
γιατί δε σηκώνει «επιτρέπεται» και «απαγορεύεται».
Για μένα δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο τέχνης,
από τον άνθρωπο που περπατάει ολομόναχος μέσα στο χρόνο,
με οδυνηρές συγκρούσεις μέσα του.
Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο που καίγεται από μόνος του.
Και η Τέχνη, σαν άρρωστος και γιατρός μαζί.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από το “Υπό ξένην σημαίαν

ΙΙΙ
Coatzacoalcos, 1966

Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ;
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
αφήνοντας το κορμί κατά που θέλει ο άνεμος την ψυχή κατά πού
πάει το κύμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;

Ποιος θ’ αναθρέψει τώρα απ’ την αρχή τα τρυφερά φυλλώματα
ξεσέρνοντας από τις στάχτες τα καμένα δάση
τσακίζοντας ξανά και του βοριά τα κρύσταλλα και του νοτιά
τ’ αγκάθια;

“λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά”
—Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ
μ’ άλλους ήλιους στα μάτια μ’ άγνωστες νύχτες στη φωνή
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
τινάζοντας από τους ώμους μου τις ήττες σαν αλαφρό
υστερόγραφο χιόνι του Μαρτίου
τινάζοντας κάθε πληγή απ’ το βλέμμα μου κάθε σκοτάδι από
το δέρμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;

Κράτησε αγέρα την ανάσα σου ακόμα
λίγο αν φυσήξεις σβήσαν όλα
τ’ αγαπημένα γόνατα η άμμος και το φεγγάρι
λίγο αν φυσήξεις κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ’ αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί

κράτησε αγέρα αν μπορείς
κράτησε την ανάσα σου για πάντα.

*Από τη συλλογή “Υπό ξένην σημαίαν (1967) που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.