ΙΙΙ
Coatzacoalcos, 1966
Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ;
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
αφήνοντας το κορμί κατά που θέλει ο άνεμος την ψυχή κατά πού
πάει το κύμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;
Ποιος θ’ αναθρέψει τώρα απ’ την αρχή τα τρυφερά φυλλώματα
ξεσέρνοντας από τις στάχτες τα καμένα δάση
τσακίζοντας ξανά και του βοριά τα κρύσταλλα και του νοτιά
τ’ αγκάθια;
“λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά”
—Έπρεπε να κάνω αυτόν το δρόμο για να σε ξαναβρώ
μ’ άλλους ήλιους στα μάτια μ’ άγνωστες νύχτες στη φωνή
καίγοντας τόσους νεκρούς σαν να μην ήτανε δικοί μου
τινάζοντας από τους ώμους μου τις ήττες σαν αλαφρό
υστερόγραφο χιόνι του Μαρτίου
τινάζοντας κάθε πληγή απ’ το βλέμμα μου κάθε σκοτάδι από
το δέρμα
έπρεπε λοιπόν να κάνω αυτόν το δρόμο;
Κράτησε αγέρα την ανάσα σου ακόμα
λίγο αν φυσήξεις σβήσαν όλα
τ’ αγαπημένα γόνατα η άμμος και το φεγγάρι
λίγο αν φυσήξεις κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ’ αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί
κράτησε αγέρα αν μπορείς
κράτησε την ανάσα σου για πάντα.
*Από τη συλλογή “Υπό ξένην σημαίαν (1967) που περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.
