Ευτέρπη Κωσταρέλη, Τρία ποιήματα

kostareli049

ΝΥΧΤΕΣ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ

Στο κομοδίνο η παρόρμηση μειδιά
διακριτικός εορτασμός για τη σάρωση της τάξης
Το βιολογικό ρολόι λιωμένο
κατά τα δεόντα καλλιτεχνικά πρότυπα
κι η αποκομιδή φτωχή, αδιάφορη.
Αναιτιολόγητη η απόκλιση,
κλεπτομανής με εξειδίκευση στα σπίρτα
Και η ικανοποίηση;
Γέννημα θρέμμα της ανομίας.

***

Ol ΘΝΗΤΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Πειρατές σαρώσανε
τις νύχτες που ντυθήκαμε όνειρα
λεηλατημένη ύπαρξη
το έσω στέρνο σου
οι μνήμες από τα χάδια μου
νύχια που χαρακώνουν
βαθύτερα απ’ τη σάρκα.
Θυμάσαι ακόμα το ηλιοβασίλεμα
που πλήρωνε
τις κόρες των ματιών σου
εύγευστο αύριο;
Θυμάσαι τη μουσική
των φευγαλέων σ’ αγαπώ
που δεν ψελλίσαμε ποτέ μας;
Ας είναι…
Καταταγήκαμε στο τάγμα
των ανέλπιδων
ένας ακόμη θνητός έρωτας
στη χαίτη του λέοντα χρόνου.

***

ΔΙΑΘΗΚΗ

Τα πλούτη μου
μόχθου συνάθροιση
απώλεσα
σε δρόμους με απαγορεύσεις
σ’ ένα ταξίδι ψηλάφησης
των δερμαχογλυφών της ψυχής.
Ό,τι απέμεινε
το αφήνω αδιαίρετο
σ’ όσους μύρισαν
κάτι από την αλήθεια μου.
Στεγνωμένα μελανοδοχεία
λογχίσματα της μοίρας.
Σκουριασμένες κλειδωνιές
μαθήματα ανθεκτικότητας
κι αποτύπωση επιθυμιών
σ’ εκτεθειμένα φιλμ.
Όλα δικά σας
Μήπως και κορεσθεί
η λαιμαργία σας
να με καταλάβετε.

*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, 2013.

Αργύρης Μαρνέρος, Εννέα ποιήματα

cebdceb5cebfcf80ceb1cf84cf81ceb9cf89cf84ceb9cf83cebccf8ccf82

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

Κόκκινος τάπητας μπροστά στη Μητρόπολη
Για να περάσουν οι επίσημοι
Από τα πρόσωπα έλειπε τελείως 
Το χρώμα της ντροπής
Γι αυτό έπρεπε κάπου να υπάρχει.

24 ΙΟΥΛΙΟΥ 1979

Γιορτές λοιπόν και φέτος
Στο προεδρικό το μέγαρο δεξίωση
Μα ο λαός πάντα μπροστά στο κάγκελο
Με το γλυφιτζούρι της αποκατάστασης
Και τα μπατιρόσπορα της κάθαρσης
Γλύφει το χτες και σκέφτεται
μασάει το σήμερα και φτύνει. 

ΦΩΣΤΗΡΑΣ

Είναι πραγματικά
Παράξενος ο άνθρωπος
Ενώ του διδάκουν
Γιά χρόνια την αλήθεια
Αυτός γίνεται
Φωστήρας στο ψέμα
Χωρίς μια ώρα μάθημα.

ΟΔΗΓΙΕΣ

Μην ομιλείτε
Στον οδηγό
Ξέρει αυτός 
Που θα σας πάει
Για να τον χρειάζεστε
Πάει να πει
Πως αισθάνεστε
Θαυμάσια
Μες στο κοπάδι.

ΕΝΘΡΟΝΙΣΗ

Ο Δεσπότης
Όταν ανέβηκε 
Στο χρυσό θρόνο
Κρατώντας στο χέρι
Τη χρυσή του ράβδο
θυμήθηκε το γαϊδούρι
Του Χριστού
Και το ξύλινο αποκούμπι του
Δεν ντράπηκε καθόλου
Γι αυτό και δεν αισθάνθηκε
Την ανάγκη να κατέβει
Απ’ το θρόνο.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΕΣ

Δώστε ψωμί
Στους πεινασμένους
Φωνάζουν οι ανθρωπιστές
Και γυρίζουν
Απ’ τήν άλλη μεριά
Για την κακοψημένη
Μπριζόλα.

SERVIS

Ποιός τό ‘πε πως η εκκλησία
Έμεινε πίσω στις εξελίξεις
Λίγα ξωκκλήσια έχτισε
Πάνω στα πεζοδρόμια ;
Μόνο οι τράπεζες
Θα έχουν υποκαταστήματα ;
Αν τώρα βάλει
Κι αυτόματους
Δίπλα στις εικόνες
Όπου μ’ ένα τάληρο
Μες σε μπουκάλι πλαστικό
Αγιασμός θα βγαίνει
Θα έχουμε ένα servis
Πραγματικά υπέροχο.

ΑΠΟΡΙΑ

Απορώ
Γιατί δεν απαντάει
Ο υπουργός
Τα χαρτιά μου τα υπέβαλα
Όλα και κανονικά
Ο φάκελος είναι εντάξει
Καλά τα χαρτιά
Υπέβαλες όμως
Χαρτάκι και φακελάκι.

ΤΩΡΑ

Τώρα που φοράτε τα γιορτινά σας
Τώρα που περνάτε έξω
Απ’ τό ορφανοτροφείο
Τρελλοκομείο
Γηροκομείο
Νοσοκομείο
Κεμάστε την αγάπη σας
Σαν το σαλάμι αέρος
Πάνω στα κάγκελα
Κι ύστερα πάτε στο σπίτι σας
Φάτε το βραδινό σας
Και μη ξεχάστε προπαντός
Να κάντε το σταυρό σας.

Θάνος Γώγος, Δύο ποιήματα

gogos0

Βασιλιάς

“Πώς πέρασες Αύγουστε
Χειμώνα;”

“Υπέροχα!
Ήταν ένας παράδεισος πουλιών
και άλλων δίσεκτων απολαύσεων!”

Ο Λευκός βασιλιάς του χειμώνα
κρυστάλλινος απεβίωσε εχτές βράδυ
στους 19 βαθμούς κελσίου.

Σύσσωμες οι εποχές με τον τρίτο ήλιο
κατέφθασαν να παραλάβουν το σώμα του
για την ετήσια ανακατασκευή.

Στη θανάσιμη ακολουθία
και στα επιμέρους τμήματα
του ολονύκτιου θρήνου
απλώθηκε από τον θρόνο του
μέχρι τον δρόμο
μια θλίψη εκθαμβωτικού αυλικού μεγαλείου.

Για άλλη μια φορά, όλες οι υρίες
οι οποίες αποτέλεσαν τη ζωή του
αρκέστηκαν στο κονιάκ στα κόκκινα χείλη
και στην εξής δήλωση:

Και η πορεία του ήταν παράθυρο.
Και το γέλιο του ήταν παράθυρο.
Και οι αγάπες του εμείς ήμασταν.

***

Τα κορίτσια αυτά που
απ’ τα χέρια τους
Διασχίζουν
Εναποθέτουν
Φαντασιοκοπούν
Πετούν
ανεμόσκαλες
βουβούς κινηματογράφους
πράσινα / νύχια / κοχύλια / μακριά
Σέρνονται απ’ τα μαλλιά
και παραμένουν
Νικήτριες:
τα κορίτσια αυτά ποιος θα τα τιμωρήσει.

Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν
Στις μηχανές και στις αντένες όπου αναζητούν
την ταχύτητα
Διασχίζοντας άλλα κορίτσια

κορδέλες

Σε μυϊκή τάση των τροχοφόρων
Με έλατα μαλλιά και φούστες δίχως νόημα
Μέσα σ’ αγόρια
Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν.

*Από τη συλλογή “Μεταιχμιακή χαρά”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”, 2013.

gogos

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Γεωφυσικός χάρτης ονείρου 15ης Ιουλίου

images

Όργωσες με την οργή σου τα χωράφια,
το δεξιά και άνω τεταρτημόριο ενός πεπαλαιωμένου ονείρου,
το χώρο πίσω απ’ την κουρτίνα
και πέρα απ’ το διάζωμα.
Σ’ το εξομολογήθηκε ένα βράδυ μια στρατιά περίεργων
στρατοκόπων,
πως πίσω απ’ την κουρτίνα,
πέρα απ’ το διάζωμα
στο δεξιά και άνω τεταρτημόριο
υπάρχει τρόπος όλα να ξεχαστούν.
Ανάμεσα στο λυκαυγές και στο λυκόφως.

Το τοπίο είναι ξερό.
Είναι ένα ξερό καύκαλο.
Όλοι εμείς που έχουμε συσσωματωθεί,
τη μέρα αιμοδότες, τη νύχτα αμμολήπτες.
Ο παραλήπτης είναι βουβός κι αμέτοχος,
δεν ακούει τίποτα,
τ’ αυτιά του καταστράφηκαν
από τα decibel των διθυράμβων.
Το τοπίο όταν κλείνουμε τα μάτια
κινείται προς το μέρος μας,
όταν τ’ ανοίγουμε δεν είναι πια εκεί.
Τη μέρα ευεργέτες, τη νύχτα κλέφτες.

Το τοπίο χάθηκε,
υπάρχει μόνο κάτι απ’ την παλιά του όψη στα όνειρα
του καθενός.
Στο δεξιά και κάτω τετερτημόριο νάρκωση επισκληρίδια.
Οι μεταμορφώσεις του τοπίου
το έκαναν ν’ αποκτήσει κέλυφος και να κρυφτεί.
Υπάρχει μέσα στο τοπίο ένα μυστικό πέρασμα,
όπου εικόνες συνωστίζονται περίεργα,
ποδοπατιούνται γύρω απ’ τις εξόδους κινδύνου
ή τις περίεργες και ακατάληπτες διαδικασίες
ενός ακαμάτικου μυαλού.
Είναι όλα καλά κρυμμένα σ’ αυτό το τοπίο.
Πολύτιμα ορυκτά ασφυκτιούν
στις μόνιμα κλειστές μασχάλες του.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις “Μελάνι”, 2014

Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

lorens041

ΞΗΜΕΡΩΜΑ, ΜΠΟΛΙΝΑΣ

Τούτη η μικρή καρδιά που θυμάται
και το παραμικρό
αρχίζει σχεδόν πάντα την ημέρα της
προσπαθώντας να τραγουδήσει
κάποιον ηλιόλουστο σκοπό

Τέτοια αναίδεια, τέτοια αυθάδεια
κατάμουτρα στο κάθε τι!
Ωστόσο εγώ θα τραγουδήσω προς τον ήλιο
για να κάνω αρχή —

Τέτοια θρασύτητα, τέτοια διαστροφή
να νομίζεις τις κραυγές των πουλιών για τραγούδι
ενώ μπορεί να είναι κάλλιστα
κραυγές απόγνωσης!

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
σαν να μην ήταν όλη η ζωή
μια τραγωδία
λες κι όλα είναι πανηγύρι που περνά

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
τόσο πολύ πολύπλοκη —

Ω μεθυσμένο φλάουτο
Ω Χρυσαφένιο Στόμα
τραγούδα ένα τρελό τραγούδι
να μας σώσεις

***

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

Στην πράσινη όχθη του ποταμού
ηλικία κοντά στα εξήντα αρχίζω
να ξαναθυμάμαι
τον παππού μου Desir
στα νησιά της Παρθένου
Την τελευταία φορά που τον είδα
ζούσε σε μιαν απόμερη ακτή
του Αγίου Θωμά
σε μια μικρή καλύβα
κάτω απ’ τους φοίνικες
Ογδόντα χρόνων
ευθυτενής σαν Βίκιγκ
(εκεί που κάποτε οι Δανοί αποβιβάστηκαν)
στεκόταν αγναντεύοντας
πάνω απ’ την ακύμαντη θάλασσα
μάτια γαλάζια ή γκρίζα
με τη θάλασσα μέσα τους
αλάτι στα ματόκλαδα
Ανέκαθεν
υπήρξαμε θαλασσοπόροι
Τώρα
δεν έχει αλάτι εδώ
δίπλα στο μεγάλο ποτάμι
στην ορεινή άγονη έκταση
Παλιοί ναυτικοί
έριξαν στα ρηχά
το ατσάλινο καμάκι
— χωρίς αυτό ήσαν χαμένοι —
πήδηξαν έξω και πεθάνανε

*Από το βιβλίο “Lawrence Ferlinghetti, Ποιήματα”. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου. Εκδόσεις “Πρόσπερος”, Αθήνα 1989, στη σειρά “Τετράδια Ξένης Ποίησης”.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

So What

Άσε τις λέξεις να έρθουν μόνες τους,
με το πάσο τους.
Θα βρουν αυτές τον τρόπο να κατασταλάξουν,
ν’ αράξουν στη σιγαλιά της μνήμης,
όπως στη ρίζα κάποιου δέντρου.

Περνώντας από τον ήλιο στη σκιά,
σε κάποιο δρομάκι του Παρελθόντος,
απεγνωσμένος, εξαντλημένος, αληθινά beat,
σέρνω τα βήματά μου προς το σκοπό που μου έλαχε.

Ξεπερνώ τα όριά μου, σφυρίζω το τραγούδι μου,
αληθινά μόνος, ακολουθώντας εκείνη την πορεία.
Στίξη, αντίστιξη, όλα περνούν από μπρος μου.
Γνωρίζοντας πως όλα περνούν, όλα ξανάρχονται.

***

Δόνηση

Βυθίζω την πέννα μου στο μελάνι του νου.
Γυρίζω πίσω, πηγαίνω μπρος, παραμένω εδώ.
Δεν παρατηρώ χρώματα ούτε σχήματα.
Χαράσσω γραμμές άγνωστες σε λευκό περίγραμμα.

Στο χάος κινούμαι, ονειρεύομαι, αφομοιώνομαι.
Ίδιος με το τίποτα δεν αναγνωρίζω τίποτα.
Τίποτα δεν γράφεται μέσα μου, τίποτα έξω μου.
Ανασαίνω κοπιαστικά, προσπαθώ τις πιο απλές κινήσεις.

Υπάρχουν ίσως ίχνη μου κάπου στο πουθενά.
Αναζητώ εκείνο που έχασα ή που νομίζω πως έχασα.
Καταγής κάθομαι, αφουγκράζομαι, επανέρχομαι.
Η ηλικία μου είναι ότι δεν μπορώ να συναισθανθώ.

Ο χρόνος τρέχει φαινομενικά, όμως μένει ακίνητος.
Ίδια πράγματα στα πεζοδρόμια που κυλούν κι εξαφανίζονται.
Φωνασκίες από τα διαμερίσματα του Παρελθόντος.
Άγνωστες λέξεις που υπεισέρχονται στον Ουρανίσκο.

Απογεύματα νοσταλγικά της βραδινής οδού που μας καλεί.
Ρίγος στο στήθος, δόνηση στην καρδιά, τρέμουλο στα χείλη.
Μια δοξασία παλλαϊκή που όμως έχει σβήσει, έχει περατωθεί.
Το πάθος, το μένος έχουν μεταβληθεί σε δοκιμασία συνεχή.

Η ανακάλυψη του φωτός μέσα μας έγινε διαδοχικά.
Ήταν μια στιγμή μαγική, οδυνηρή, ξαφνική, που έπεσε.
Το είχα δει στο νου, το είδα και μπροστά μου.
Το άσπρο του νοσοκομείου με απορροφά απόλυτα.

Θέλω να γυρίσω πίσω, καλύτερα όμως να μείνω ακίνητος.
Χωρίς να κάνω μαγικά κατάφερα να σταθώ ολόιδιος
Παρατηρώντας το χρώμα του Ουρανού ν’ αλλάζει.
Ήμουν το σημείο αναφοράς όλων αυτών των σκέψεων.

Υπήρχε το πριν και το μετά δυστυχώς.
Ήθελα να τα αναιρέσω, να τα απαλείψω δια παντός.
Όμως δεν γινόταν, ήταν ο Χρόνος που τα όριζε.
Έφευγαν οι πνοές από πάνω μου, εύρισκα καταφύγιο.

Έπραττα μύρια όσα μου επέτρεπε η φυσιολογία μου.
Πηγαινοερχόμουν στον Χρόνος όπως ο καθένας.
Ήθελα να σταματήσω, να οραματισθώ, να κοιμηθώ.
Φίλοι πολλοί άγνωστοι, αθέατοι, ασύγκριτοι.

Όσο μου επέτρεπε η Μοίρα είχα δει και δοκιμάσει.
Απογοήτευση το όνομά σου είναι Ζωή.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είδα και πόθησα.
Τώρα κάθομαι κι αναμετράω.

Τα ίδια ρούχα για γιορτές & για καθημερνές.
Τον είδα και τον θαύμασα, απόρησα μαζί του.
Πέρα απ’ το παράθυρο στο βάθος του ορίζοντα
Απλώνεται η θάλασσα της Μνήμης.

Όσο δυνατή κι αν είναι η ανάσα δεν είναι απεριόριστη.
Με καθορίζει όπως και τις φράσεις που εκφέρονται.
Είναι ένα μυστήριο τόσο φανερό που κανείς δεν το ξέρει.
Απορώ διαρκώς με τους άλλους και όλο και περισσότερο.

Μια καντάτα γνώριμη, συμπαντική με συνοδεύει.
Είτε είναι του Bach, είτε είναι της Jazz,
Εκεί μέσα ξετυλίγομαι και αναπνέω.
Μια λιποθυμία απέχω από τη λύτρωση, τη φώτιση.

Μα ποιος είμαι, τι κάνω;
Ποιος είναι αυτός;
Ο πόνος μου είναι αδερφός.
Θα τελειώσω με αυτές τις λέξεις.

***

Ανάπαυλα

Από κάπου είχε τρυπώσει το φως, ένα ξέφωτο.
Το γράψιμο φαίνεται πως θα συνεχιζόταν.
Τα διάφορα σημειωματάρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Μουσικές λογιών, λογιών έκαναν την εμφάνισή τους.
Το κενό υψωνόταν, εμφανιζόταν, αποκαλύπτονταν.
Μια, δυο γεγονότα, μια πληγή, δυο πληγές εμφανίζονταν.

Θα τους έλεγε ότι είχε να τους πει.
Το μάτι πόναγε, το στόμα, το κεφάλι πόναγαν.
Ύστερα η μουσική θα ερχόταν.

Θα τους τα έλεγε όλα σκεπτόταν, φανταζόταν.
Μια φορά, δυο φορές, για πάντα αιώνια.
Καθισμένος στον καναπέ ονειρευόταν.

Θα ονειρευόταν το ήξερε.
Δεν κοντοστεκόταν.
Όπως έκοβε τα νύχια του σκεφτόταν κάτω από το φως.

Ο ήλιος εισήλθε, δεν οπισθοχώρησε, δεν δίστασε.
Φώτισε το μπαλκόνι, εισήλθε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε.
Άγγιξε την καρδιά μου σιωπηλή όλο το χειμώνα, ακίνητη.

Τι άλλο θα ερχόταν κανείς μας δεν ήξερε.
Ακόμα κι αυτός, ο τόσο νοσηρός,
έπαιρνε κουράγιο, αντιστεκόταν.

Χωρίς ρυθμό ζωή δεν υπήρχε, τώρα πια το οραματιζόταν.
Ετούτη η βραδιά τόσο μακριά τώρα πια δεν στεκόταν.
Αν ήταν έτσι θα μπορούσε να πει, θα μπορούσε να πιστέψει
κάθε λογής θαύμα, κάθε εικασία, κάθε ελπίδα.

Όμως ακόμα ήταν νωρίς, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει.
Σηκωνόταν κι έπεφτε, σηκωνόταν κι έπεφτε.
Αυτή ήταν η κατάσταση.

***

Υπέρβαση

Τι κι αν ήρθαν οι άνεμοι από αλλού.
Τι κι αν με συνόδεψαν οι τύψεις ως εδώ.
Ξαναγυρίζω εκεί. Αναθυμάμαι.
Πέρα μακριά ο ήλιος, το παράθυρο.
Εγώ ξαπλωμένος.

Θα μου άρεσε να λέω ότι προχωρώ προς τον ήλιο,
αφήνοντας πίσω μου όλα τα ποιήματα της συμφοράς.
Φλογισμένος από την κορφή ως τα νύχια,
διψασμένος για τον πραγματικό κόσμο,
ξεχασμένος από όλους, πορεύομαι εκεί που ξέρω.

Αφήνοντας το νου μου ήσυχο, αφουγκράζομαι τις πηγές,
βουτιέμαι στα κρυστάλλινα νερά τους.
Από πάνω ο ουρανός με υποδέχεται, με χαιρετά.
Ανέρχομαι κι εγώ σιγά-σιγά στο γνωστό εκείνο θόλο.
Υφαρπάζομαι από χέρια γνωστά, χέρια τρυφερά & στιβαρά.

Τα Ουράνια παίζουν το αγαπημένο Θείο τραγούδι.
Λικνίζομαι, αναπαύομαι, ψιθυρίζω τα όμορφα τα λόγια.
Επαναλαμβάνω τις θεϊκές φράσεις που ηχούν μέσα μου.
Τα λόγια που ηχούν στο κεφάλι μου με γιατρεύουν
απ’ όλους τους πόνους, τα βάσανα μιας ζωής, την απώλεια.

Γνωρίζω πως βρίσκομαι εκεί που πρέπει, εκεί που αρμόζει.
Αγγελικές φωνές με συνοδεύουν σε κάθε μου βήμα.
Τα τύμπανα της Πανδαισίας ηχούν, οι στίχοι ακολουθούν.
Το τοπίο εμπρός μου απλώνεται μεγαλόπρεπο.
Το κορμί μου ανέρχεται ψηλά, μουρμουρίζει κι αυτό.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

alkis

ο νησιώτικος βράχος γυμνός,ή δημιουργία λουσμένη στόν ιδρώτα, αλμυρισμένη από παλφασμούς θάλασσας ιόνιας καί( θές δέν θές) ουτοπίζεσαι κοιτώντας τόν ανοιχτό υγρό ορίζοντα
………………………………………………………………………………………….
ξάγρυπνη και ιδρωμένη
βολοδέρνει ή νευρικότητα του μπροστά στόν ανεμιστήρα
σαλεμένη ή παρεγκεφαλίδα
βουλιάζει σέ συστοιχίες λεξημάτων
reor
reri
Ratio
άρθρωση λόγου κατρακυλισμένη σέ υπολογισμούς καί λογαριασμούς
οί εκτιμήσεις τής λογιστικής
εποπτεύουν μέρα-νύχτα τόν εγκέφαλο
καί ή μηχανική τών νευρώνων του
φροντίζει νά συναρτηθεί ή εννοιολογία τών λέξεων
μέ τήν κατά γράμμα αναπαράσταση
τής πραγματικότητας τής υπαρκτής συναλλαγής
γλώσσα καταπονημένη από περιορισμούς καί καταστολές
τάξης ασάλευτης καί αδιαμφισβήτητης,
αγγαρεμένο από τήν διαχείρηση σκοπιμοτήτων
λογικόγλωσσικό σύστημα………..
στρίβει τσιγάρο
ξεδιψάει τόν χωροταξικό του αποκλεισμό
μέ μία σκατόμπυρα τών εβδομήντα λεπτών τό μισόλιτρο
σκουπίζει μέ τήν παλάμη τά χείλη του
καί συνεχίζει…….
Λόγος
ενέργεια ωστική τού γίγνεσθαι
πού χαράζει μέ
τόλμη
όνειρο
φαντασία
ακόμη καί μέ ουτοπία πού ζητάει από τό κάθε παρόν τό αδύνατο
τή ρότα τού υπάρχω πρός τόν ανοικτό ορίζοντα τού Είναι
επιμένει
νά μήν υπάρχουμε έτσι απλά
αλλά νά Είμαστε,
ή άρθρωση Λόγου
κυοφορεί κεφαλαιοποιήσεις τών στοχασμών καί τών ενεργημάτων
ακόμη καί μέ τρόπο συγκρουσιακό
ώς δράστης ανατινάξεων τών αδιεξόδων
σέ ένα Είναι
σπάνιας έλλογης ποιότητας καί αισθητικής
ύφανση περίτεχνη
μέ νήμα ανθρώπινων καί ανθρωπιστικών αξιών,
όταν μιλάς μέ Λόγο,μουρμούρισε
έχεις άλλη οπτική τής ζωής καί τού ανθρώπου
είναι απόλαυση μιά τέτοια ματιά……
άλλο είναι
ν΄αγαπάς
νά ονειρεύεσαι
νά ερωτεύεσαι
νά φαντασιώνεσαι
νά ουτοπίζεσαι
καί νά ενεργείς
μέ τόν Λόγο
πού σέ θέλει νά συνειπάρχεις μαζί του διαλεκτικά
καί αλλοιώς είναι νά υπ(ο)-άρχεις
σάν ζωή καί σάν άνθρωπος
υπό τή Αρχή
Ratio……..
οί αυτοματισμοί ξύνουν τά ιδρωμένα του αχαμνά
βρίζει τό σκυλί πού γαυγίζει τήν ομηρία του στό αστικό διαμέρισμα.
γέλασε δυνατά μιλώντας στόν εαυτό του……
άντε ρέ μπαγλαμά
νά σέ δώ νά ερωτεύεσαι ανθρώπους καί ζωή
μέ τούς κανόνες
τής Ratio
rational way of love…….χαχαχα….γάμησε τα
δέν μπορούσε νά σταματήσει τό γέλιο
γινεται?αναρωτήθηκε
εμ δέν γίνεται
είσαι χαμένος από χέρι
τσαλάκωσε τό άδειο τενεκεδάκι τής μπύρας
καί τό πέταξε στό πάτωμα
πάμε,
πάμε παρακάτω
θά τά πούμε όλα σ΄αυτήν τήν ξαγρύπνια………..
Reality
Πραγματικότητα
ασύμπτωτη κι αντίθετη
μέ τήν Αλήθεια
Truth……….
μερικές φορές
από ατύχημα σπάνιο
μπορεί καί νά ταυτίζονται……
τήν πραγματικότητα μάς τήν κατασκευάζουν
κομμένη καί ραμένη στά μέτρα τους
ή τήν κατασκευάζουμε εμείς
κατά πώς θέλουμε νά μάς εξυπερετήσει,
ή Αλήθεια όμως
αυτή ή ασέβεια πρός τήν Πραγματικότητα
ακόμη κι άν δέν φαίνεται
ενυπάρχει
αψηλάφιστη
σάν ζητούμενη έκπληξη
καί παράδοξο………
αφοσιώνεται γιά λίγο στήν καταστολή μυαλού
πού εκπέμπει δωρεάν ή τηλεόραση
επανέρχεται….
αλλοίμονο
άν παγιδευτεί τό μυαλό
καί ό δημιουργικός του στοχασμός
στίς κάθε φορά κατεστημένες κατασκευές ζωής
στίς παγιωμένες εικόνες
καί στις φαινομενολογίες
τού κόσμου τής Πραγματικότητας,
σκέψου μονάχα
νά κατασπαταληθείς κωμικοτραγικός
σάν υπήκοος πεδίων επιφάνειας
σέ καθεστώς πραγματικότητας
μόνο στήν Αλήθεια
υπάρχεις
σάν Είμαι
ανεμπόδιστο
νά παραβιάζει ακόμη καί νά αγνοεί ντιλετάντικα
τις επιστασίες καί τά προστάγματα της……..
βαριέται
αλλάζει σκηνικό
ακούει τίς ρίμες τών Melle Mel,Kid Creole καί Cowboy
νά μικροφωνίζουν επάνω στίς διαπασών νότες τού HipHop
απολαμβάνει τήν ρυθμική γέννηση τής βλάσφημης ποίησης
ράπ old school
χαμογελάει τήν ικανοποίηση του
πού αυτά τά δεκαεξάμπαρα γυροφέρνουν τόν κόσμο
φτύνοντας στά μούτρα όπου βρεθούν κι όπου σταθούν
τόν κυρίαρχο λόγο
μέ τίς κατεστημένες λογικές καί εκφραστικές ιεραρχίες
καί τούς ηλίθιους,τούς γαμημένους τούς ανταγωνισμούς του……….
Ethic
Ethos
Ηθος
γεννημένο από τίς θελημένες αυτορρυθμίσεις
τής ελευθερίας
τής αλήθειας
τής δικαιοσύνης
τού λόγου
τρόπος πού ευφορεί τήν ανθρώπινη ολοκλήρωση,
πρόκληση αιρετική
γιά νά αναδιπλωθείς γιγαντωμένος
καί αυτοξεπερασμένος
πρός τήν ανοιχτή συνείδηση
πού σκέφτεται
πώς τά πράγματα μπορεί νά υπάρχουν κι αλλοιώς
έξω καί πέρα
από τήν εμβέλεια τών συμβάσεων
και τών προαποφασισμένων φορμαλισμών
πού σέ επικυρώνουν όντας άφωνος
σάν τόν οντολογικό κληρονόμο τους…….
πατάει μηχανικά σχεδόν στό πληκτρολόγειο
http://www.global porno
τό σωτήριο visual μπορδέλλο
καταποντισμένος στή κάβλα
από τό άσαρκο in vitro
ηλεκτρονικό γαμήσι,
ή στύση κάνει τό αίμα νά λυσσάει στήν καροτίδα
ή σπερματόρροια καταχύνεται στό πάτωμα
σκουπίζει τόν φαλλό μέ τίς καρώ χαρτοπετσέτες τού fast food…….
Ηθική
Moral
κατασκευασμένη από τίς ετυμηγορίες καί τίς διατάξεις
τού Κανόνα
τής πραγματικότητας
τής ratio
τής νομιμότητας,
υπαινικτικό τής ακύρωσης τού Ηθους
αυτό τό αντιαισθητικό ψηφιδωτό
ορθολογικής κανονοκρατίας τής Moral,
απειλεί τιμωρία
τό όπλο τού φόβου
τής ένοπλης Ηθικής
άν τό υπάρχω αρνηθεί νά γίνει παθολογία υποταγής
στήν τάξη τού Κανόνα καί τής Αρχής……
πήρε τήν Φωφώ στήν αγκαλιά του
κι άφησε τήν αγάπη της νά γλύφει τό αξύριστο πρόσωπο του
τήν χαιδευε μιλώντας την,
σκέφτομαι Φωφώ μου
πώς Αμοραλιστής κι Ανήθικος
αντίθετος πρός τήν ζωή τήν κανονιστική
πού σέ βουλιάζει στά σκατά τών προσωπικών σου κατεστημένων συμβάσεων
μπορείς νά είσαι,
Άηθος όμως Φωφάκι
δέν έχεις τό δικαίωμα νά είσαι,
άμ δέν σαλεύει ό νούς από τό Ηθος,συνέχισε
από τήν Ηθική σαλεύει
αυτή τήν διαστρέβλωση τού Ηθους
τήν γαμημένη τήν Moral
τόν διακινητή μεγάλων ποσοτήτων αισχρότητας
τοξικής καί θανατηφόρας
γιά εμάς………………..΄………..

*Απόσπασμα από τό FUCK OFF σέ δημιουργία.

Ε. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

article_507762_1

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

***

Σκήπτρο και λύρα

“Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.”

Κώστας Καρυωτάκης
“Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

***

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

***

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

***

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

***

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

***

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

***

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

*Όλα τα ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο του Ε. Μύρωνα στο http://a-lektor.blogspot.gr

Αχιλλέας Κατσαρός, Οδός Βράχων: Ανατολικά

page_1_thumb_large

Ι

Αν ήσουν σχήμα
θα ήσουν κάτι σαν τρίγωνο

ένα κομμάτι πυραμίδας
γεμάτο ρωγμές και επίπεδα

αριστερά δυο κυπαρίσσια
στη βάση γάτες
δεξιά ερωδιοί

στη μέση ένας κύκλος να θυμίζει
το πηγούνι των αιώνων

όσο ανεβαίνω
χαράζεται η μορφή σου

όσο ανεβαίνω
ανεβαίνει κι η θάλασσα στα μάτια

οι ερωδιοί κολυμπούν

ΙΙ

μίκρυνες σα νάνος
άρχισες να χτίζεις ξερολιθιές

τα ξύλα της γνώσης πεταμένα
δωμάτιο βομβαρδισμένο

το κεφάλι της μάνας
σαν γίγαντας
να σε κοιτάει

ΙΙΙ

είχες κόκκινο σώμα
αγαπούσες την έρημο

να χαϊδεύεις τα βράχια που ξεμακραίνουν
λευκό κεφάλι

το τσαγερό σου έγινε κύβος
λευκός
με δυο ομόκεντρους κύκλους
πράσινους
είχαν τη φωτογραφία σου μέσα
δίπλα ένα ρόδι άχνιζε

ΙV

δύο γυναίκες η χώρα μέσα σου
η μία έχει κόκκινα πόδια
κόκκινα χέρια
κεφάλι κόκκινο
το υπόλοιπο σώμα μαύρο

της έχουν καρφώσει
τρεις κιθάρες στο κορμί
ακόμα τραγουδάει

η δεύτερη γυναίκα μαύρη ολόκληρη
μόνο το μαχαίρι κόκκινο
στην πλάτη καρφωμένα
μαχαίρια δεκατέσσερα

V

τα φέρετρα πάντα σου άρεσαν
τα έστηνες πάνω απ’ το χώμα
όρθια
μισάνοιχτα

τους νεκρούς τους φανταζόσουν
να χορεύουν
στον ελάχιστο χώρο

γιατί κι αυτό το λίγο
ίσως δεν μας ανήκει

VI

καρέκλα τρίποδη
ίσκιος στο βάθος

γυναίκα ζωγράφος
ίδιος με τη γνώση
ποζάρεις γυμνός σαν άγνοια

το κεφάλι του Κέρβερου κομμένο
στόμα ανοιχτό

μεγάλο κεφάλι σαν την τραγικότητα μας
όμοιο με σπίτι

ο ουρανός μπλε εκεί πίσω

VII

εκεί που χωρίζει η Ερυθρά
-ποτέ δεν πίστεψες τα παραμύθια-

λευκά σύννεφα
φωταγωγημένα από Παρθενώνες

πρώτο θρανίο η Υπατία
με χλαμύδα κόκκινη
ακόμη σε θαυμάζει

VIII

όταν μιλούσες για τον χρόνο
τον περιέγραφες εσταυρωμένο

αριστερά και δεξιά δαιμόνια
κίτρινα να μιλάνε για ελευθερία

πόδια γυμνά χωρίς καρφιά
το κεφάλι προς τα κάτω
να διαβάζει παπύρους

τα χέρια προσευχή
για να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα:
ν’ ακινητεί
κι εσύ να νομίζεις ότι έζησες

ΙΧ

όταν σε πλησίασε ο θάνατος
του σήκωσες κόκκινο πανί
λες κι ήταν ταύρος

γέλασε ο γαμιόλης

στο κόκκινο πανί δυο σκελετοί
ένας να παίζει κλαρίνο
ο άλλος να χορεύει με γυναίκα γιασεμί
αυτή είναι η Ελλάδα του είπες
και του έκοψες το χαμόγελο

X
το ένα ράφι ανοιχτό στη συρταριέρα
επτά αφροί ξυρίσματος

το σώμα σου ακόμη τους κοιτάει

το χέρι απλώνει να τους πιάσει

αφρός ξυρίσματος κι ο θεός

τι να προλάβεις ν’ αγγίξεις;

XI

είχα ξεχάσει τις κουβέντες μας νόμιζα
δημοτικό στο Αγρίνιο ή το Λονδίνο
-δεν έχει σημασία-

αχ, εκείνη η Θάτσερ
ποτέ δεν σου άρεσε

κόκκινο φόρεμα
στολίδια και σκούφο
μεταμφιεσμένη σε Ρωσία

μόλις την έστηνες στον καθρέφτη
-αυτή η θεολογία σου-

ένας σκελετός με χρυσά φίδια
πράσινα κουτάλια
μαύρο κρανίο

XII

η οδός του μαρτυρίου έλεγες
ξεκίνησε με αργοναυτική εκστρατεία

δεν καταλάβαινα
έβλεπα μόνο τις φλόγες

το δέντρο της γνώσης που κάηκε
το μήλο σαν μεγάλη σφαίρα
να έχει διαπεράσει τον κορμό
να έχει ανοίξει τον δρόμο στο χάος

μπροστά απ’ όλα αυτά
ο άνθρωπος σαν κύκνος

φτερά ανοιγμένα

αυτό το μαύρο τι ζόρι τραβάει
και μοιάζει με στόμα
που δεν αφήνει τον κύκνο να πετάξει;

Επίμετρο
Η μικρή αυτή συλλογή γράφηκε στις 24/4/2014 και είναι αφιερωμένη στον πατέρα μου Σπύρο Κατσαρό, ο οποίος νοσηλεύεται με βαρύ εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό από τις 19/4/2014.
Είθε την ευλάβεια μπροστά στον θάνατο, αν έλθει, να την δείχναμε και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής μας.
Αχιλλέας Κατσαρός

*”Οδός Βράχων ανατολικά”, ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων 2014. Εκδόσεις Θράκα σε έντυπη μορφή, 2015, διορθωμένη.

untitled161

Hijo del pueblo – 19 Ιούλη 1936-19 Ιούλη 2016: 80 χρόνια από την ισπανική Κοινωνική Επανάσταση

Hijo del pueblo, te oprimen cadenas
y esa injusticia no puede seguir,
si tu existencia es un mundo de penas
antes que esclavo prefiere morir.
Esos burgueses, asaz egoístas,

que así desprecian la Humanidad,

serán barridos por los anarquistas

al fuerte grito de libertad.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!
Los corazones obreros que laten
por nuestra causa, felices serán.
Si entusiasmados y unidos combaten,
de la victoria, la palma obtendrán.
Los proletarios a la burguesía
han de tratarla con altivez,
y combatirla también a porfía
por su malvada estupidez.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!