Yona Wallach, Άγριες φράουλες

1236004_532101710196704_1466250386_n

Όταν έρθεις
Να κάνουμε έρωτα
Θα φοράς ένα μαύρο φόρεμα

Με σχέδια από άγριες φράουλες

Κι ένα καπέλο μαύρο

Με σχέδια από άγριες φράουλες

Και θα μου φέρεις

Κι ένα καλάθι γεμάτο άγριες φράουλες

Και θα μου πουλήσεις τις άγριες φράουλες.

Πες με τη φωνή σου γλυκιά σαν χάδι:

”Άγριες φράουλες, άγριες φράουλες,

Ποιος θέλει άγριες φράουλες;”
Δεν φοράς τίποτα κάτω απ’ το φουστάνι.
Μετά
Τα αγόρια θα σε σηκώσουν
Ορατά ή αόρατα
Και θα σε τοποθετήσουν
Πάνω στο κορμί μου.

( )

*Γιόνα Βολάχ (1944-1985). Μια ωραία, αισθαντική φωνή, από την μπητ σκηνή του Τελ-Αβίβ. Mετάφραση: Κωστής Μοσκώφ. Από τη σελιδα του Θεόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα

ΓΚΟΡΠΑΣ 0

Περί ποιήσεως πάλι

Μνήμη Τάκη Σινόπουλου

Δημοτικό Τραγούδι
Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού
Κάλβος ήχος πλατάνων
Σολωμός ήχος γιασεμιών
Παλαμάς ήχος τίποτε
Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει
Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδι
Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες
Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας
Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες πομπές και σύγχρονα φαγοπότια
Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται
Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε
Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας
Λαϊκό Τραγούδι

*”Τα θεάματα”, 1982.

***

Από δω και από κει

Από δω ανθρακιά και πλήξη από κει τα όνειρά μας.
Το γνήσιον η απομίμησις και οι ενδιάμεσες σπαθιές στον αέρα για να
τρομάξουμε τους τρομαγμένους.

***

Οδύνη

Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας…

***

Τα ίδια και τα ίδια
(απόσπασμα)

Ο Σεφέρης επιτέλους πέθανε οριστικά “στο φέρετρό του
ακούμπησε” η Ελλάδα αυτός πού ακούμπαγε κανείς δε λέει…
Στην κηδεία του πήγανε και πεθαμένοι φίλοι γνωστών
διευθύνσεων κ’ εχθροί φυλετικών και άλλων διακρίσεων…

***

Αναπόληση

Θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη και θ’ αφήσω
μόνο ένα ουζερί

για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό

κ’ εσύ
να περνάς απ’ έξω.

Μιχάλης Ραδηνός, Δύο ποιήματα

ραδινοσ

Αθωότης

είμαι άνθρωπος της ιεραρχίας
ξεκίνησα από τον θυρωρό του μεγάρου
πήρε το μικρό φακελάκι
-βεβαίως θα ομιλήσω στον κύριο γενικό-
στον πρώτο όροφο ο γενικός
δεν ζητούσε φακελάκι
ζητούσε κατάθεση τραπεζική
(καραδοκούν κακεντρεχείς…)
-μα φυσικά είναι θέμα ημερών-
ο ιδιαίτερος έδειξε να στενοχωρείται
-ξέρετε υπάρχει στενότης
φυσικά αν έχετε την οικονομική άνεση-

α! ο κύριος υπουργός, πόσο θερμός
πόση κατανόηση στο βλέμμα…
-μα ήμουν κι εγώ άνεργος κάποτε αγαπητέ μου-
στην ταράτσα είχε μικρό εκκλησάκι
έκαμα το τάμα μου, εδώ υπήρχε σιωπή
(μια απειλητική σιωπή…)
άλλο δεν είχα να κάμω
άλλο δεν είχα να πληρώσω..
πέρασα ξανά μετά από καιρό
τα γραφεία ήσαν άδεια
το εκκλησάκι κλειδωμένο,
μόνο κάτι κομφετί τάσερνε ο αγέρας
στα μαρμάρινα πατώματα
θάχανε ως φαίνεται κάποιο πάρτι
κάποια απόκρια θα γιόρτασαν
υπάρχει βέβαια πάντα η πιθανότης
να έκαμα λάθος στο νούμερο του δρόμου

(Μιχάλης Ραδηνός, «Τα κοσμικά της λήθης», 1983)

Ο λόγος του Ιορδάνη σε τουρίστες τής Ακροπόλεως

όμορφη χώρα γεμάτη θεραπείες
νησιά με πραμάτεια ποικίλη -ήλιος, αγέρας, λευκόπετρα,
φως τόσο δυνατό που καίει τα μάτια
βουνά στο μπόι το ανθρώπινο
-μέχρι και οι λύκοι σε δέχονται
κουνώντας την ουρά τους-
όμορφη χώρα γεμάτη παράξενα.
Να ο Επιτηδεύς, αχρείος πολύ
αγαπητός στην αγορά και στις πλατείες·
ιδού ο Φέρελπις, ετούτος (φήμες το λένε)
τον πατριό του έκλεψε, μα κι αυτόν
το πλήθος πολύ αρέσει να χαϊδεύει·
αν πεις για τον Ευάγγελο! τι χαρά
τι αγγέλματα πανηγυριών χαρίζει,
άγγελμα νυκτός ποτέ δεν φώναξε·
όμορφη χώρα γεμάτη καλωσύνη
λείπει και το ποινικό δίκαιο·
εκείνους που γκρινιάζουν
όσους επαναστατούν
δεν τους κλείνουν σε φυλακές,
δεν τους τιμωρούν·
τους αφήνουν να μιλούν στα υψώματα
και το πλήθος από κάτου
χασκογελά μαζί τους

*Από τη συλλογή «Τα κοσμικά της λήθης», 1983. Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Χίμαιρα».

χιμιρα

Georg Trakl, Τέσσερα ποιήματα

trackl-300x131

Χειμωνιάτικο βράδυ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Έξω απ΄το παράθυρο όταν πέφτει το χιόνι,

Και ήχος σήμαντρου μακρύς όταν το βράδυ απλώνει,

Η τάβλα μέσα για πολλούς είν΄ έτοιμη, στρωμένη,

Κι η κάμαρη τούς καρτερεί πλούσια στολισμένη.

Μετά από δρόμο μακρινό κάποιος κοντοζυγώνει

Σε μονοπάτι σκοτεινό την πύλη της αυλής,

Ένα δέντρο της Χάριτος ολόχρυσο φυτρώνει

Κι ανθίζει από τους δροσερούς χυμούς μέσα της γης.

Ο οδοιπόρος σιωπηλός μέσα στο σπίτι μπαίνει

Από κατώφλι που το πέτρωσε ο καημός,

Κι επάνω στο τραπέζι εκεί λαμπρό τον περιμένει

Ψωμί, μα και κρασί λουσμένο μες στο φως.

***


Ένοχοι εγκλήματος

Μαίνεται η νύχτα στη μεριά π΄έσμιξαν τα φιλιά μας, φοβερίζει,

«Ποιός θα σας σώσει απ΄την ενοχή;», κάποιος μας ψιθυρίζει,

Μα εμείς μες σε γλυκούς σπασμούς μιαρής λαγνείας,

«Συγχώρα μας στη σκέπη σου!», ζητάμε της Μαρίας.

Λαίμαργα αρώματα, άπληστα, τα ανθογυάλια βγάζουν,

Τα ένοχα μας μέτωπα στολίζοντας σκεπάζουν,

Κι εμείς εξαντλημένοι μες στην άχνα πνιγερών ατμών,

Στο όνειρο συγχώρηση ζητάμε της Μαρίας των Ουρανών!

Μα η Σφίγγα μπρος στις τύψεις μας πιο σκοτεινή προβάλλει,

Και των Σειρήνων η πηγή πιο δυνατά παφλάζει,

Ώστε η καρδιά μας πιο άνομη μες σε λυγμούς και πάλι:

«Συγχώρα μας στη σκέπη σου, Μαρία!», της κραυγάζει.
`
***

Ψίθυροι το απόβραδο

Του φθινόπωρου ο ήλιος τρεμοπαίζοντας φθίνει,

Κι οι καρποί απ΄τα δέντρα κυλάνε στη γη,

Μες σε χώρους γαλάζιους κατοικεί μια γαλήνη
Κι ένα ολόκληρο δείλι κρατά η σιγή.

Με μια κλαγγή μεταλλική ο θάνατος ηχεί
Το λευκό ζώο θα σωριαστεί, στο χώμα θα τσακίσει

Και το τραγούδι κοριτσιών ηλιοκαμένων -το τραχύ,

Μέσα στων φύλλων τη ροή κι εκείνο θα σκορπίσει.

Το μέτωπο ονειρεύεται χρώματα του Θεού,

Όπως της τρέλας οι φτερούγες απαλά θα το αγγίζουν,

Στο λόφο περιστρέφονται σκιές παντού

Από τη σήψη κυκλωμένες να μαυρίζουν.

Γεμάτο είν΄το δειλινό με ησυχία και κρασί

Κι ήχους πικρούς κιθάρας πονεμένης,

Αχνά σκορπά το φως μια λάμπα και εσύ

Μέσα στο σπίτι σαν στο όνειρο θα μπαίνεις.
`
*
**

Φθινόπωρο

Στέκουν στο φράχτη οι ηλίανθοι φεγγοβολώντας

Κι οι άρρωστοι μες στη λιακάδα σιωπηλοί,

Μοχθούν γυναίκες στα χωράφια τραγουδώντας

Και των μοναστηριών το σήμαντρο λαλεί.

Πουλιά για μύθους μακρινούς σου κελαηδούν
Και των μοναστηριών το σήμαντρο λαλεί.

Τα καστανά σταφύλια σήμερα πατούν

Και στην αυλή παίζει γλυκά ένα βιολί.

Μοιάζουν πράοι οι άνθρωποι και γελαστοί,

Τα καστανά σταφύλια σήμερα πατούν.

Διάπλατα είναι οι νεκροθάλαμοι ανοιχτοί

Με ζωγραφιές του ήλιου οι ακτίνες τους κοσμούν.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.
**Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

unnamed

Έκπτωτος τής μεγαλοφυίας και κουρασμένος από βακχείες ιδρωμενες με ξεμονάχιασε η ποίηση σέ γειτονιά ξεχασμένη από τον κόσμο πού ακούγονται μόνο τα τζιτζικια χουγιασμένα στις βατομουριες και από τα αγγεία τής έμπνευσης χύθηκαν αυτές οι σταγόνες δημιουργίας . Καλό απόγευμα να έχουμε …………………………… …………….
Τό τρόπαιο τής ακαταμάχητης νεύρωσης τών Ενικοδρόμων
-δυστυχώς οι Ενικοδρομίες είναι επικίνδυνα μεταδοτικές –
είναι η γελοία αίγλη
ενός ρημαγμένου από τήν αγριότητα Τίποτα
αυτή η χαράδρα
πού νικημένος αυτόχειρας
-δέν αντέχονται χωρίς ισχυρά παυσίπονα οι ανελέητοι πόνοι πού χλευάζουν τήν Ενικοβλάβεια –
πέφτει καί σκορπίζεται
χάνεται
σάν νά μήν Υπήρξε ή σάν νά μήν Ήταν ποτέ
τό Άγιο Εγώ τής Ενικοκρατείας
τι κι αν τό έχει καταλάβει
η παράνομη και περιγελασμένη από την διάνοια
αλληλεγγυότοκη νοημοσύνη τών πληθυντικών
πού με πινέλο την ποινικοποιημένη ουτοπική υπερβατικότητα της
επιμένει να αντιστέκεται με τα ακατανόητα παραμιλήματα γράφιτι στους τοίχους
“καταργείστε τίς Ενικοδρομίες και τίς Ενικοκρατίες”
ή πιό πέρα
“η ελευθερία και η ανεξαρτησία
τού ανθρώπου. τής τέχνης. τής ποίησης
έχουν σημασία καί αξία ζωής
μόνον όταν ασταμάτητα
ενδιαφέροντα ή τουλάχιστον ρωτούν
γιά τήν ελευθερία και την ανεξαρτησία τών άλλων ”
μόλις πού πρόλαβα και τα διάβασα
πριν ο επιστάτης καθαριότητας και τάξης της επικράτειας δώσει την αυστηρή εντολή
“να σβηστούν πάραυτα αυτές οι ασυναρτησίες
που βρωμίζουν τούς τοίχους ”

*Από το FUCK OFF long poem.

Γιάννης Ζελιαναίος, Τρία ποιήματα

https://soundcloud.com/a-fetoprotein/xrt6rkjr7yme

Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους

Υπάρχουν εκείνοι που γράφουν για τους beat
και ύστερα ψοφάνε για ένα παιχνίδι αθανασίας.
Υπάρχουν κ’ οι άλλοι που στην καθαρεύουσα
φρονούν πως ξεπαστρεύουν ανισόρροπα λογάκια.
Κ’ υπάρχουν κι άλλοι τόσοι
που χαριεντίζονται σε υπολογιστές
κρατώντας φανερά ημερολόγια
μπας και κρυφακούσει
κάνας ανήμερος εκδότης με φουλάρια
την ξεκωλιά των θαυμαστικών τους.
Υπάρχουν κάμποσοι
και άλλοι τόσοι
που δουλειά δεν κάνουν
παρά μονάχα με το δεξί
στης ρουφιανιάς τη γνώση
στο ξεκατίνιασμα για τρεις στροφές
και μιας γαμημένης ομοιοκαταληξίας
επιμονής στον αφοπλιστικό το στίχο
μονάχα για μια τριχιά στον άλλον.
Υπάρχουν κι εκείνοι
που με αποσπούδαστη κοψιά
ξεραίνουν κόμματα,
χορεύουν το κώλο τους
απ’ το ένα εγώ στο άλλο,
αδειάζουν βιβλιοθήκες σάματις
να πρέπουν για το επίμονο καλό
και το προστατευτικό μιας τέχνης
που οι ίδιοι έστησαν
σε δύο μέτρα
και σε δύο σκατά.
Τούτο το ποίημα είναι χάλια
και το ξέρω
μα το γράφω
είκοσι λεπτά πριν τις τέσσερις.
Σαν προμετωπίδα σε γαμοβιβλίο δε ακούγεται;
Η καρέκλα είναι σκληρή
και το μπουκάλι τελειώνει
μιλώντας τόση ώρα για ένα πράγμα πεθαμένο
που το σκαρτεύουν όσοι δεν στοιχημάτισαν ποτέ.
Η ποίηση είναι ένα πολύ παρεξηγημένο πράγμα,
οι γραφιάδες της δεν έχουν καμία διαφορά
από εκείνα τα κακόμοιρα ζώα
που βλέπεις σ’ ένα κανάλι πριν βάλει την τσόντα του
δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα
γιορτάζοντας το τομάρι τους που γερνάει
και δεν θρονιάζεται σε καμία ήσυχη καυλοκατάνυξη.
Η ποίηση θέλει μουσικές
και ανθρώπους ξεγραμμένους
αλεπουδιάρηδων κλεφτών,
μιας μπάντας απ’ τη δύση
που ξέσκισε τα σμιθ εντ γουέσον
του Μορικόνε
γύρω από έναν προτελευταίο ύπνο του θανάτου
την ώρα που ματώνουν και πάλι τα γινάτια
και ίσως τότε κάτι και πάλι
ίσως και κάτι τότε
πάλι να γίνει.
Η ποίηση ψοφάει για πεθαμένους.

***

Ένα τρίξιμο

Αυτό είναι λοιπόν.
Ένα τρίξιμο.
Πριν ο νεκρός μας πάρει.
Πριν το παιδί ρουφήξει.
Πριν ο παπάς ξοδέψει το κρασί του στο λαρύγγι μας
και πριν η νιότη μας γεράσει
μέσα στους κάμπους της ασυδοσίας.
Ένα τρίξιμο…
Τίποτε άλλο.

***

Outro

Ένας σωρός σιωπές για εκείνον.
Μια φτυαριά μπλε πρωινών.
Ένα μάτσο χαμοί εξαρτημένοι.
Μια σκλαβιά νυχτών.
Ένα ασκέρι άπλυτων ποτηριών.
Η Σοφία στο κρεβάτι
κι εγώ…
…μεθυσμένος…
…στη θέση μου.
Στο τελευταίο κάθισμα
ο διάβολος μαζεύει το καπέλο του
και σφυρίζει έναν στίχο για την αυγή.

*Από τη συλλογή “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο”, Εκδόσεις Strawdogs, β’ έκδοση, Λευκωσία 2015.

images

Βίκυ Βανίδη, Τι μέρα! σκοτεινή

13873166_1492375100774974_3150762480089501918_n

Τι μέρα ! σκοτεινή
ο ήλιος δύει
η σελήνη ανατέλλει
φως έρχεται σκοτάδι
η πόλη μυστικά στα σκοτεινά
ετοιμάζει μαύρο γάλα
τρέφει αυγά φιδιού
και ξεβράζει μαύρα κοράκια
σε όμορφες λέξεις με αντίθετη έννοια
χρυσή αλλά όχι λαμπερή
αυγή αλλά όχι ευοίωνη αρχή
σκοτεινή λαίλαπα
χτύπησε ξαφνικά τη χαραυγή
Άδειο το σπίτι.
Ξημέρωσε Χειμώνας
κατακαλόκαιρα

Θεσσαλονίκη 27/7/2016

*Στις φωτογραφίες η εκκένωση και οι μικροί κάτοικοι της Hurriya πριν…

13754489_1492375097441641_8934853149497207962_n

13886493_1492375104108307_7622394413773057618_n

13669788_1492375140774970_923710278415577286_n

Τρία χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011

thumbnail

Ξυπνώντας από τον εαρινό ύπνο είδα τις πληγές

Terashima Tadashi, 86 ετών, Φουκουσίμα

Terashima: «Η δίχως προηγούμενο φυσική καταστροφή δεν έφερε στο προσκήνιο μόνο τη μανία της φύσης και το πόσο ανίσχυρος είναι ο άνθρωπος μπροστά της, αλλά και την ανικανότητα της κυβέρνησης, όπως και προβλήματα σχετικά με τη γραφειοκρατία και τη βιομηχανία. Ποιος θα θεράπευε τη θλίψη των απλών ανθρώπων που είχα\ χάσει τα πάντα;»

Παραδοσιακό, η φράση «εαρινός/ανοιξιάτικος ύπνος» λέγεται αλληγορικά για οτιδήποτε εύθραυστο και φευγαλέο, αντανακλώντας ουσιαστικά τη βουδιστική δοξασία για το εφήμερο της ζωής.

***

Μέρες μακρές στο καταφύγιο η εγγονή τραγουδά

Yokota Kiichi, 83 ετών, Φουκουσίμα

Yokota: «Μια μέρα, λίγο καιρό μετά την εκκένωση, η εγγονή μου σιγοτραγουδοΰσε ένα τραγούδι ενόσω μαγείρευε το μεσημεριανό. Χωρίς λόγο, η καρδιά μου γαλήνεψε».

Με την έλευση της άνοιξης, οι μέρες γίνονται αισθητά μεγαλύτερες. Υπαινίσσεται δηλαδή ο στίχος την ανακούφιση και τη χαλάρωση που φέρνει μαζί της η άνοιξη.

***

Τα πουλιά πετάνε ανάστατα ανοιξιάτικος σεισμός

Konno Tomoko, 74 ετών, Τοτσίγκι

Κοnnο: «Ήμουν σε μια ομάδα χαϊκού στο Τόκυο όταν συνέβη η καταστροφή. Μας είπαν να βγούμε από το κτίριο και βγαίνοντας, είδα πουλιά να πετούν γύρω-γύρω στον ουρανό. Στον μεγάλο σεισμό τα πουλιά αναστατώθηκαν τόσο όσο και οι άνθρωποι, και πετούσαν μπρος-πίσω. Αναρωτήθηκα πότε θα μπορούσα να επιστρέφω στο σπίτι μου στο Νάσου».

*Από το βιβλίο “Τσουνάμι – 29 χαϊκού από επιζήσαντες της φυσικής καταστροφής στην Ιαπωνία το 2011”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, 2016.

hqdefault

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τρία ποιήματα

edu-new-era-taxikotita

LA BOHEME

Αααα! οι ωραίοι καιροί…
Ήμασταν νέοι ήμασταν τρελλοί
εξαντλημένοι, συνεπαρμένοι…
Μποέμικη ζωή, αχ μποέμικη ζωή!
Εμένανε η κοιλιά μου άδεια
κι εσύ μου πόζαρες γυμνή
Τι ευτυχισμένοι που ’μασταν
Τρώγαμε κάθε δεύτερη τρίτη μέρα
Κι οι πασχαλιές του Λόφου ανθισμένες
μας μεθούσαν…
Μποέμικη ζωή, αχ μποέμικη ζωή.’
Ήμασταν νέοι ήμασταν τρελλοί
(κι είμαστε ακόμα!)
Αλλά… μαάς περιμένει ή δόξα στη γωνία!

(λίγο αυθαίρετη αλλά πετυχημένη
πιστεύουμε απόδοση της μεγάλης επιτυχίας
του CHARLES AZNAVOUR)

***

ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ

Είναι ωσάν το ιερό των χριστιανικών ναών, αυτό το
οποίον ίσως λίγο ξιπασμένα αποκαλώ γραφείο: ένα απλό
σπαστό τραπέζι δηλ. και μια καρέκλα.
Στο τραπέζι απάνω, το μαχαίρι μου.
Σπουδαίο μαχαίρι!
Μ’ αυτό πιάνω καί κόβω ευλαβικά τό καρβέλι και το
σαλάμι, για να γευματίσω.
Μ’ αυτό, το ίδιο, τώρα δα κόβω τις σελίδες του βιβλίου μου.

*λεπτομέρεια:
Το βιβλίο είναι: Νίκος Καρούζος Τά ποιήματα, τόμος Β’ εκδόσεις Ίκαρος

***

13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Κι απόψε, κρύο.
Λέω
έννοια σου θάρθουν και χειρότερες μέρες
Δεν ανάβω την κουκουνάρα
Οικονομία
Στο κρεββάτι, με τα ρούχα φυσικά, απ’ τις 9
Όπως τον παλιό καλό καιρό
(βλ. Μονμάρτρη, κρύες σοφίτες κ.ά. ένδοξες σελίδες
της ιστορίας της τέχνης)
Λέω
μ’ αρέσει η Κρίση
Πρόκειται να γίνουν σπουδαία πράγματα, λίαν συντόμως,
περίμενέ τα
—-
(Τώρα κοιμάμαι).

*Από τη συλλογή “Αγγούρια και μαργαρίτες”, στη Σειρά Άπαντα Τ. 1/2015