Γρηγόριος Σακαλής, Υποκρισία και αυταπάτη

eya

Κάποιοι περιμένουν
τους μάγους με τα δώρα
μα η αυγή
έρχεται και παρέρχεται
χιλιάδες νήπια
σφάζονται στη γη
ποιός νοιάζεται
η πραγματικότητα
πρέπει να προσαρμόζεται
στα ιερά βιβλία
αλλοιώς δεν υπάρχει
η αγάπη
πρέπει να στεγάζεται
σε ναούς
αλλοιώς δεν είναι αγάπη
η παράνοια
παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις
ο χρυσός διατάζει
κι ο κόσμος πάει
ντουγρού για την κόλαση.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
Ωραίο αλλά και επικίνδυνο
Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκανε ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω
Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
Οι δικοί της τώρα την αναζητούν
Μέσω του Ερυθρού Σταυρού
Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
Αν τους βαστάει τώρα
Ας με ξαναδείρουν, είπε
Πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
Μαχαίρι και πιρούνι
Και χωρίς να τρυπηθούν
Του φάγαν την καρδιά
Ένα σκυλί κυνηγημένο
Δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
Ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
Έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο
Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει.

***

ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΡΦΙΑ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ, ΙΙΙ

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα
© 2006, Αργύρης Χιόνης, “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

***

ΠΕΤΡΕΣ, Β’

Απ’ το κορμί του δεν απόμεινε παρά ένας σωρός στάχτη
που κανείς δεν διεκδίκησε και που, τελικά, οι αρχές, μην
ξέροντας τι να την κάνουν, την άφησαν εκεί κι η βροχή, που
έπεσε μετά από λίγο, τη μεταμόρφωσε σε μια γκρίζα λάσπη
που κόλλαγε στις σόλες των ανυποψίαστων περαστικών.

***

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΟΝΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ

Θα’ ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον
εαυτό τους, ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους
και θα στραγγαλίζονται μονάχοι τους. Λίγο πριν απ’ το τέλος,
θα παραλύουν και θα λύνονται τα χέρια τους. Θα συνέρχονται
και θα ξαναρχίζουν. Αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον και θα ‘ναι η
κόλαση που κανείς δεν προφήτεψε ως τώρα.

*Από το βιβλίο “Η φωνή της σιωπής”, Εκδόσεις Νεφέλη.

Valli Poole, Parvus

valli1042

μαύρο πουλί την αυγή
πόσο γρήγορα δυναμώνει το φως
με το τραγούδι του

στην έρπουσα ομίχλη
ξυλαράκι το ξυλαράκι
εξαφανίζεται

με ζυμωμένη χοντράδα
μια χελώνα σ’ ένα περιστέρι κρώζοντας
κάθονται τρία στη σειρά

χουφτωμένα αυτιά
να συλλέξει
των διερχόμενων τρένων
κάθε λεξιλόγιο

άδειο κλουβί πουλιού / ένα πεθαμένο κτήμα

ένα χάσμα στην αιχμή της κυκλοφορίας
το τραγούδι του μαύρου πουλιού
μπλοκάρεται

χειμωνιάτικη παγωνιά
το κοκατού* σταματά
στην ανάσα μου

κιτρόδεντρο καφίρ
στον κήπο
της παλιάς μπότας

πριν το φως
πριν το τραγούδι του πουλιού –
η πόλη πηδάει στο τρένο

κάτω από ένα ασημένιο φεγγάρι
τα αργυρά χνάρια του σαλιγγαριού
προβάλλουν

πρωί με καταχνιά –
σκιές διαπερνούν το πρόσωπό μου
κούκλες σκιών στον αέρα

τις ώρες μετά την έλευση της νύχτας
τα αστέρια, το φεγγάρι
μετά κάτι άλλο
μεταλλικό στον ουρανό

παγωμένο πρωινό
έξω από το τσαγερό
ξεραίνεται η κόκκινη ανάσα του ρόδου

καπέλα μαγισσών
ευθυγραμμίζονται στο πεζοδρόμια
περπατώ στο σωστό μονοπάτι

Ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασία / το χαμόγελό σου

ηλιακά φώτα τρεμοσβήνουν
ήχος μαύρου πουλιού στον φράχτη
ανυπόμονα για την άνοιξη

μετά τη βροχή
στο παραγώνι φλυαρώντας
δύο σκυλιά ροχαλίζουν

το τραγούδι του μαύρου πουλιού
βασανίζεται σε
μηχανές v8

*Κοκατού (Cockatoo): Είδος παπαγάλου που ζει στις Φιλιππίνες, την ανατολική Ινδονησία, τα Νησιά Σολομώντα, την Παπούα-Νέα Γουινέα και την Αυστραλία.

220px-eolophus_roseicapilla_-wamboin_nsw_australia_-adult-8-2cp

**Γράφτηκε και τυπώθηκε από την ποιήτρια σε ξεχωριστό βιβλιάριο μικρού σχήματος (τσέπης) τον Σεπτέμβρη του 2012 στη Μελβούρνη. Το σχέδιο του εξωφυλλου (που αναρτάται) είναι της Rosie Hingston (2012). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης, Αύγουστος 2016.

Sandro Penna, Ποιήματα

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Ο Sandro Penna με τον Pier Paolo Pasolini

Η ζωή… είναι να θυμάμαι το θλιβερό
ξύπνημα σε ένα τραίνο, την αυγή: να έχω
δει έξω το αβέβαιο φως: να έχω νοιώσει
στο μουδιασμένο κορμί την παρθενική
και σκληρή μελαγχολία του τσουχτερού ανέμου.

Αλλά ακόμη πιο γλυκό είναι να θυμάμαι
την απροσδόκητη λύτρωση: δίπλα μου
ένας νεαρός ναύτης: το μπλε και το
άσπρο της στολής του κι έξω
μια θάλασσα νωπή από χρώμα.

*

Αν υποχωρήσει λίγο η νύχτα του καλοκαιριού,
θα προβάλλουν στην ακρογιαλιά
-γεννημένοι σιωπηλά όπως τa χρώματά της-
γυμνοί άντρες που ελαφρά πορεύονται.

Κι όπως ο άνεμος κινεί τη θάλασσα, το ίδιο
σπρώχνουν φωνάζοντας οι άντρες τις βάρκες,
σπρώχνουν τις βάρκες οι άντρες φωνάζοντας

Ανατέλλει πάνω στόoν τελευταίο ιδρώτα ο ήλιος.

*

Άρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.

Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.

Το βράδι, στη σκιά της μητρόπολης,
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη

κι η φωνή τής καμπάνας.

*

Ήλιος δίχως σκιά πάνω σε ρωμαλέα
εγκαταλειμένα κορμιά. Κάθε αρετή σωπαίνει.

Αργά η ψυχή βυθίζεται -με τη θάλασσα-
μέσα σε φωτεινό ύπνο. Αίφνης
αναπηδούν -νεαρά νησίδια- οι αισθήσεις.

Η αμαρτία όμως δεν υπάρχει πια.

*

Αν πίσω απ’ το φωτισμένο παράθυρο
κοιμάται ένα αγόρι τη νύχτα του καλοκαιριού
κι ονειρευτεί…
Περνάει γρήγορο ένα τραίνο
και πάει μακριά.
Η θάλασσα είναι όπως πρώτα.

*

Η θάλασσα είναι καταγάλανη.
Η θάλασσα είναι γαλήνια.
Στην καρδιά είναι σχεδόν μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι γαλήνια.

*

Ο Έρωτάς μου ήταν γυμνός
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.
Του παραστέκονταν
-ευνοϊκοί και πράοι-
εγώ κι ο καιρός.

Έπειτα τον έκλεψε ένα σπίτι
Μου τον λέρωσε μιά μελάνη. Απομένω
στο ακρογιάλι μιάς ηχηρής θάλασσας.

*

Ας με κρύψει το σκοτάδι κι ο γλυκός άνεμος.
Άπ’ το σπίτι μου διωγμένος σε σένα ήρθα
ρομαντικέ μου φίλε, αργό ποτάμι.

Κοιτάζω τον ουρανό και τα σύννεφα και τα φώτα
των ανθρώπων πέρα εκεί, τόσο απομακρυσμένοι
πάντοτε από μένα. Και δεν ξέρω ποιον θέλω
να αγαπήσω τώρα πια, αν όχι τον πόνο μου.

Το φεγγάρι κρύβεται και μετά εμφανίζεται πάλι
-αργή υπόθεση άσκοπου κυνηγητού
πάνω απ’ το κουρασμένο για βλέμματα κεφάλι μου.

*Από το βιβλίο “Sandro Penna, Ποιήματα”, σε επιλογή, επιμέλεια και απόδοση Σωτήρη Παστάκα, στη σειρά “Το μικρό ΔΕΝΤΡΟ”, Αθήνα, Δεκέμβριος 1981.

pena006

Morris Rosenfeld, Το μέρος που θ’ αναπαυθώ

blog-rosenfeld-031011-1425711626

Μη με ζητάς μες στις μυρτιές που ανθούνε.
Δεν θα με βρεις εκει, μικρό μου και χρυσό.
Εκεί που οι ζωές στις μηχανές θα μαραθούνε
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στα πουλιά που τραγουδάνε.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ μες στη σκλαβιά, με αλυσίδες να βροντάνε,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μη με ζητάς μες στις πηγές που αναβλύζουν.
Δεν θα με βρεις εκεί, μικρό μου και χρυσό.
Εδώ όπου δάκρυα κυλούν και δόντια τρίζουν,
Είναι το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

Μα αν μ΄ αγαπάς μ’ αληθινή αγάπη.
Να ‘ρθεις και να με βρεις, μικρό μου και χρυσό.
Δώσε χαρά σε μια καρδιά πληγές γεμάτη
Και γλύκανε το μέρος που θ’ αναπαυθώ.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

Ο Morris Rosenfeld (1862-1923) είναι το ψευδώνυμο του Moshe Jacob Alter, ενός απο τους πλεόν γνωστούς Εβραίους αναρχικούς. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πολωνία, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και τη yeshiva (ανώτατο εβραϊκό εκπαιδευτικό ίδρυμα). Μελέτησε πολωνικά και γερμανικά. Το 1881 μετανάστευσε στις ΗΠΑ και μετά στο Λονδίνο όπου εργάστηκε ως κοπτοράπτης. Εκεί έγινε αναρχικός, μέλος του Burner Street Club, που ήταν υπό την επιρροή του Πέτρου Κροπότκιν. Το 1886 επανήλθε για οριστική εγκατάσταση στις ΗΠΑ όπου εργάστηκε ως σιδερωτής για 18 χρόνια στη Νέα Υόρκη. Έγραψε στις εφημερίδες Arbeter Frayed, Di Varhayt και Arbeter Zaytung, αλλά και σε μεγάλες εφημερίδες της διασποράς (όπως Der Morgenstern, New Yorker Yiddische Folkszeitung, Yiddische Folksbalatt και Der Taglicher Herold) και ήταν και συνεργάτης της σοσιαλιστικής Forverts (1900-1913). Οργάνωνε ποιητικές βραδιές στις εβραϊκές λέσχες. Η πολύ κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να σταματήσει να εργάζεται ως σιδερωτής, μιας και κινδύνευε να τυφλωθεί, και ζούσε από την πώληση βιβλίων, συνεχίζοντας να γράφει. Το 1898 εκδόθηκε η συλλογή του “Τραγούδια του γκέτο” που μεταφράστηκε σε πέντε τουλάχιστον γλώσσες. Στη Νέα Υόρκη εκδόθηκαν η “Shriftn” (“Εκθέματα”) σεέξι τόμους (1908-1910), τα “Geweylte Shriftn” (“Επιλεγμένα”) σε τρεις τόμους (1912), οι λογοτεχνικές βιογραφίες του ποιητή Ερρίκου Χάινε και του μεσαιωνικού φιλοσόφου Ιούδα Χαλεβί (1906 και 1907, αντίστοιχα). Μια απο τις τελευταίες συλλογές του ήταν η “Lider” (“Τραγούδια”) που εκδόθηκε το 1920 στην ΕΣΣΔ. Μεγάλο μέρος του έργου του διατηρείτο στο Ινστιτούτο Προλεταριακής Κουλτούρας στο Κίεβο έως το 1930, αλλά μετά τις σταλινικές εκκαθαρίσεις χάθηκε οριστικά.

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt, Δύο ποιήματα

edelstadt04

Οι σημειώσεις ενός προλετάριου

Μη με φωνάζεις ποιητή.
Του σκάρτου πλήθους δούλος είμαι.
Αυτό είμαι, κι ας ακουστεί
Σαν να είναι της τύχης ειρωνία.
Δεν έχω γεννηθεί για λάγνες άριες,
Για ρόδα, έρωτες και ομορφιά.
Δεν είμαι ποιητής μα προλετάριος,
Τέκνο της πάλης και της φτωχολογιάς!
Αγώνας για ψωμί η δική μου Μούσα,
Ο Παρνασσός μου η κόλαση της φάμπρικας.
Και το μνημείο μας λαμπρό το κρύβει η μαύρη μπλούζα:
Τ’ αδύναμα και άρρωστά μας σωθικά!
Να η χαρά γλυκιά και το σαράκι:
Των κόπων, των βασάνων οι καρποί,
Ποτάμια δάκρυα, αίμα και φαρμάκι,
Νέκταρ γλυκό που δούλους καρτερεί.

***

Η διαθήκη μου
Η Εβραϊκή Μασσαλιώτιδα

Καλοί μου φίλοι, όταν πεθάνω,
Τη σημαία μας φέρτε στον τάφο μου,
Τη λεύτερη σημαία μας στο κόκκινο
Βαμμένη με το αίμα των εργατών.

Κι εδώ κάτω από την κόκκινη σημαία
Το τραγούδι μου πείτε μου, αυτό της λευτεριάς.
Το τραγούδι “Στον αγώνα” που σαν αλυσίδες βροντάει
Των σκλαβωμένων Χριστιανών και Εβραίων.

Ακόμα και στον τάφο μου θ’ ακούω
Το τραγούδι μου της λευτεριάς και της μπόρας
Ακόμα και εκεί θα χύνω δάκρυα
Για σκλαβωμένους Χριστιανούς και Εβραίους.

Κι όταν ακούσω τα σπαθιά να βροντάνε
Στην τελευταία μάχη του αίματος και του πόνου
Από τον τάφο θα τραγουδώ στον κόσμο
να ενθαρρύνω την καρδιά του.

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

David Edelstadt

«Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ»
~ Emma Goldman

Σαν σήμερα, 9 Μαίου το 1866, γεννήθηκε ο Αμερικανο-Εβραίος αναρχικός και ποιητής Ντέιβιντ Έντελσταντ (Πεθ. 1892). Υπήρξε ένας από τους «ποιητές του κατέργου»  (συμπεραλαμβανομένων των Morris Rosenfeld, Morris Vinchevsky και Joseph Bovshover), ποιητές οι οποίοι ήταν εργαζόμενοι, δουλεύοντας σκληρά σε φρικτές συνθήκες εργασίας για δώδεκα ή και περισσότερες ώρες την ημέρα. Η πιο δημιουργική περίοδός τους ήταν μεταξύ του 1890 και 1900, έγραψαν ποιήματα με βάση τις δικές τους εμπειρίες εξέφρασαν την αλληλεγγύη των εργαζομένων και την επιθυμία για μια επαναστατική αλλαγή στις συνθήκες εργασίας των εργατών.
 
Ο David Edelstadt γεννήθηκε στην Καλούγκα της Ρωσίας, και σπούδασε την ρωσική γλώσσα και την λογοτεχνία, άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στα Ρώσικα σε ηλικία 12 ετών. Αφού διέφυγε από το πογκρόμ του Κιέβου, της 8ης Μαΐου του 1881, μετανάστευσε στην Αμερική το 1882,  έμεινε πρώτα στο Σινσινάτι, όπου και εργάστηκε στη βιομηχανία ενδυμάτων και δραστηροποιήθηκε στην ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος. Το 1888 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου συνέχισε να δουλεύει σε κάτεργα και συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της πόλης, την Pionire der Frayhayt (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας).

Επίσης, άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα στα γίντις και επιλέχθηκε το 1891, για να γίνει ο συντάκτης της Yiddish αναρχικής εφημερίδας «Die Freie Areibeter Stimme» (Η Ελεύθερη Εργατική Φωνή), την οποία και επιμελούταν μέχρι το θάνατό του. Είχε επίσης συνεργαστεί με την «Die Wahrheit», την «Tfileh Zakeh», την «Varhayt» και  την «Der Morgenshtern», χρησιμοποιώντας συχνά το ψευδώνυμο Paskarel.
 
10177963_295350277290992_2819757069901455850_n

Οι στίχοι του Έντελσταντ τραγουδιόντουσαν σε κάτεργα και πορείες, απεικόνιζαν τις ατέλειες του κόσμου και την θαυμαστή ζωή που θα έρθει μετά την κοινωνική επανάσταση, πολλά από τα ποιήματα ήταν αφιερωμένα στους Μάρτυρες του Σικάγο. Πέθανε στις 17 Οκτωβρίου του 1892 στο Ντένβερ, σε ηλικία μόλις 25 χρονών, από φυματίωση (ο αδελφός και η κουνιάδα του πέθαναν επίσης από την ίδια ασθένεια), η οποία οφειλόταν στις δύσκολες συνθήκες στις οποίες ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έπρεπε να υπομένουν. Θάφτηκε στον Κύκλο των Εργατών στο νεκροταφείο Golden Hill στο Ντένβερ.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά το θάνατό του πολλές πολιτιστικές ομάδες με το όνομα Έντελσταντ ξεπηδήσαν σε πόλεις σε ολόκληρη την Αμερική (Σικάγο, Βοστώνη, κλπ). Η Edelstadt Singing Society (Σύνδεσμος Τραγουδιού Edelstadt) ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη. Στην Αργεντινή, Εβραίοι αναρχικοί στο Μπουένος Άιρες έδωσαν μία πολιτιστική ομάδα το όνομα του.
 
*Μετάφραση/επιμέλεια: Αδέσποτος
**Πηγή: The bottled wasp pocket diary
https://kollectnews.org/2016/05/09/san-simera-david-edestaldt/

Γιώργος Μπουρλής, Αντί προλόγου

4dfa6c76-368b-4a7f-b5e2-72b73fa29e53

στις πολιτείες του κόσμου
η ιστορία δεν είναι πάντα ίδια
κι η ζωή δεν έχει στα συρτάρια της μόνο μπιζού,
ακριβά ουίσκι, τραπεζικά βιβλιάρια,
ιδιωτικά σχολεία και μέρες που σέρνονται δίχως
να τις ξαναζεί μετά κανείς.
στις πολιτείες του κόσμου υπάρχουν και μανάδες που
αρνούνται να ράψουν κάλτσες για ετοιμοθάνατους
και τα χαμόγελά τους έχουν ξαστερώσει πια και
δραπετεύουν απ’ το πρόσωπο.
πατεράδες που σκαλίζουν μόνοι τους τα σχήματα στα
σύννεφα και γεννοβολάν ανθρώπους μπλέκοντας
αρχαίες φωνές και ουρανό και ορυκτά και
χρυσή ύλη απ’ το διάστημα.
μεγάλες αδερφές φτιάχνουν με χιόνι καρβέλια ψωμί και
τους δίνουν ονόματα μελλοντικών αγαπημένων.
γυναίκες, γυναίκες περιμένουν κάθε ξημέρωμα να
ζωντανέψουν οι πεθαμένοι τους ποιητές,
και αυτοί ζωντανεύουν.

ένα παιδί σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του
για να χορτάσει περισσότερο κόσμο
κι ονειρεύεται να γίνει κάποτε ο ταχυδρόμος
που θα πηγαίνει τα γράμματα στο φεγγάρι.

*Περιλαμβάνεται ως Πρόλογος στο βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.

b191514

Αλέξης Αντωνόπουλος, Η σιωπή της Βεατρίκης

salvatore

Και ποιος σου λέει ότι ο Δάντης
δεν της έφερε κρυφά τον Θάνατο;
Ν’ αφουγκράζεται ο Ποιητής
για πάντα τον Παράδεισο
μέσα απ’ τη σιωπή της.

Και ποιος σου λέει ότι τα έντομα
δεν συναντάνε τον Θεό
πριν τα κάψει η λάμπα;
Κι ότι για τα έντομα
δεν αξίζει;

Σ’ έναν μου εφιάλτη, το αεροπλάνο έπεφτε.
Θα πέθαινα. Μήπως πέθανα και τώρα-
Θα πέθαινα. Και τα ερωτηματικά ήταν εκεί, μα
δεν άφηνα τη ζωή να τελειώσει έτσι.

Ενώ το αεροπλάνο έπεφτε,
μια τελεία, ξανά και ξανά,
η ίδια τελεία, ξανά και ξανά,
έπνιγε όλα τα ερωτηματικά.

“Έχω αγαπήσει.
Έχω αγαπήσει.
Έχω αγαπήσει.”

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, Η ερωμένη του Φίλωνος

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του

Ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος στη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του

Σας βεβαιώ περιπαθώς να γράψω εμελέτων,
και είχον θέμα λετοιμον κ’ εμπνεομένου στάσιν
Οπότε έλαβαν φαιδράν οι στοχασμοί μου φάσιν
Κ’ εκάγχασα την τραγικήν φενάκην καταθέτων.

Χθες έτυχε σχολαστικόν ερώντα ν’ απαντήσω,
Εκφράζοντα το πάθος του προς την πεφιλημένην,
Πώς ήρχισε νομίζετε; προσβλέπων την Ελένην
Σε αγαπώ, εφώνησεν, ο μέλλων αγαπήσω.

Κ’ εκάγχασα την τελετήν αυτήν αναπολήσας
Αλλά ησθάνθην προς αυτόν παλμούς ευγνωμοσύνης
Ως αποτρέψαντ’ απ’ εμού το βέλος της οδύνης
Με κλίσιν ρήματος το πυρ του έρωτος συγχύσας.

Διότι είναι μέγιστος ο άνθρωπος εκείνος
Ο προκαλών μειδίαμα, το έαρ, εις τα χείλη
Ευγνωμοσύνην ο θνητός και στέφανον οφείλει
Πού είναι το μειδίαμα; είναι παντού ο θρήνος.

Αρκεί, αρκεί ο στεναγμός ον η πραγματικότης
Εκ της καρδίας αποσπά ροφώσα την καρδίαν
Προς τι να διεγείρωμεν κ’ ημείς την αθυμίαν;
Προς τι το δάκρυ; αρκετά θρηνεί η ανθρωπότης.

Λοιπόν… αλλά τι έλεγον; δεν ενθυμούμαι πλέον
Η λήθη είναι αδελφή με την ευγνωμοσύνην
Και πάντοτε εις την αυτήν αποκοιμώνται κλίνην
Την χάριν ελησμόνησα εντός λεπτών, βραχέων!

Ναι λησμονώ ενίοτε, αλλ’ ό,τι λησμονείται
Την ερωμένην μου της χθες, της αύριον τα χρέη
Και τα βιβλία των σοφών εφ’ ών η λήθη κλαίευ
Θέλετε μήνιν; τοκισταί προτρέπω να γενήτε.

Και ήδη άνευ θέματος διέμεινα, να παύσω;
Αλλά οι λογιώτατοι ζητούν αρχήν και τέλος
Και είμαι λίαν ευπαθής προς των σοφών το βέλος
Αρκεί απλώς να τους ιδώ ίνα την λύραν θραυσω.

Την των ονείρων υπερβάς ο Φίλων ηλικίαν
Πολύ ηγαπησεν, αλλά ολίγον ηγαπήθη
Πολλάκις όρκους έρωτος ακούων εκοιμήθη
Και ερωμένος προδοθείς ηγέρθη τη πρωΐαν.

Αλλ’ επί τέλους και πιστήν απήντησ’ ερωμένην
Πιστήν ως εις τους ποιητάς εμμένει η πενία
Το ψεύδος εις τους συγγραφεις και η ανοησία
Πιστήν ως ο υπάλληλος εις θέσιν ναρκομένην.

Οι ποιηταί οι ψάλλοντες το όμμα και τα χείλη
Την κόμην και τας παρειάς τον πόδα και τας χείρας
Προ ταύτης πάσας τας χορδάς θα έθραυον της λύρας
Δε έχει τίποτ’ εξ αυτών του Φίλωνος η φίλη.

Και την ηγάπα προσφιλώς κ’ επίσης ηγαπάτο
Κ’ εις της ζωής τας ατραπούς εβάδιζον συγχρόνως
Και ήτο σύντροφος κοινός ο βίος και ο πόνος
Και εις εκείνην η ζωή αυτού αντανεκλάτο.

Πιστή, εις τον αιών’ αυτόν τον μέγαν! ποία χλεύη
Με τας ρυτίδας παλαιών αιώνων εκοσμείτο
Και είχε μεσαιωνικάς αρχάς; λοιπόν τις ήτο;
Ο Φίλων την σκιάν αυτού περιπαθώς λατρεύει.

Γελάτε; αλλά θλιβερά δεν είναι η ειρωνεία;
Ο Φίλων μάτην πανταχού την πίστην ερευνήσας
Και ουρανόν και θάλασσαν και γην ανακινήσας
Ηράσθη της σκιάς αυτού εν τη αποτυχία.

Γεννάται αύτη με ημάς, ακολουθεί παν βήμα
Και εις ημέρας εορτής και εις ημέρας πένθους
Σκιρτώμεν και αυτή σκιρτά και ομοιάζει ένθους
Αν πάσχωμεν της συμφοράς αναλαμβάνει σχήμα.

Ουδέποτε μνησικακεί, μας αγαπά λαθραίως
Περί το σώμα στρέφεται, συστέλλεται, απλούται,
Ως φύλαξ απειλητικός ενίοτε ορθούται
Και είναι πρώτος φίλος μας και παάλιν τελευταίος.

Ιδέτε πώς εκτείνεται ισχνή και τεθλιμμένη
Εις την ακτίνα την ωχράν του δύοντος ηλίου
Πριν εις το σκότος βυθισθή το πλήρες μυστηρίου
Εις την μακράν αυτήν σκιάν ο θάνατος προσμένει.

Όταν το σώμα εκταθή εις την εσχάτην κλίσιν
Κατά τον τύπον έπεται των φίλων συνοδεία
Πλην παραλλήλως άλλη τις ακολουθεί κηδεία
Σκιαί τεσσάρων την σκιάν κομίζουσιν εκείνην.

Και ούτω βαίνει με βραδύ και τεθλιμμένον βήμα
Ουχί ως σύζυγος Ινδού, η βία καιομένη
Αλλ’ εκουσίως τον ουδόν του τάφου καταβαίνει
Και καταπίπτει μεθ’ ημών νεκρά υπό το μνήμα.

Ω μόνε σύντροφε πιστέ του ανθρωπίνου βίου
Δεν είσαι έλλειψις φωτός και σύμβολον του πόνου
Του μεθ’ ημών βαδίζοντος δια παντός του χρόνου
Έως ού χάση η ψυχή το θάλπος του ηλίου;

*Για περισσότερα στοιχεία, παραθέματα, αντιπροσωπευτικά έργα και παρουσίαση του ποιητή πηγαίνετε εδώ: http://www.palinodiae.com/dhmhtrios-paparrhgopoulos/

ta-apanta-tou-paparigopoulou-palinodiae

Rene Char, Κοινή παρουσία

%ce%ba%ce%bf%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%bf-%cf%86%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bf-%cf%83%cf%85%ce%b3%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b5%cf%89%cf%83

Βιάζεσαι να γράψεις
σαν να ‘χες αργοπορήσει στη ζωή
αν έτσι είναι ακολούθησε τις πηγές σου
βιάσου
βιάσου να μεταδώσεις
το μερίδιό σου απ’ το εξαίσιο την εξέγερση την καλοσύνη
όντως έχεις αργοπορήσει στη ζωή
την ανομολόγητη ζωή
τη μόνη τελικά που δέχεσαι να ενωθείς μαζί της
αυτή που σου στην αρνούνται καθημερινά τα όντα και τα πράγματα
που με κόπο της παίρνεις δω και κει κάποια ψήγματα λειψά
μετά από ανελέητους αγώνες
έξω απ’ αυτή τα πάντα είναι γωνία δουλική άδοξο τέλος
αν με τον θάνατο συναντηθείς την ώρα που μοχθείς
δέξου τον όπως ο κάθυγρος σβέρκος καλοδέχεται το στεγνό μαντίλι
γέρνοντας
αν θέλεις να γελάσεις
πρόσφερε την υποταγή σου
ποτέ τα όπλα σου
έχεις φτιαχτεί για πολύ σπάνιες στιγμές
άλλαξε εξαφανίσου δίχως λύπη
για χάρη της γλυκιάς αυστηρότητας
γειτονιά παρακάτω γειτονιά το ξεκαθάρισμα του κόσμου ακολουθεί
αδιάκοπα
αταλάντευτα
διάσπειρε τη σκόνη
κανείς δεν θ’ αποκαλύψει την ένωσή σας.

*Μετάφραση: Ελένη Κόλλια.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.