Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ουρανός ήταν ό,τι το καλύτερο
Υπάρχει στο κίτρινο
Θειάφι και αποθέωση
Ήταν το κίτρινο πριν τ’ ονομάσουν
Χρώμα του μίσους
Χρώμα της ζήλιας
Χρώμα της τρέλας
Ήταν η λάμψις και κροκός της αστραπής
Πριν έρθουν οι σημαίες των φατριών
Τα λάβαρα των βασιλέων
Τα κουρέλια των Αγίων
Ήταν οι καλύτερές μας προσδοκίες

Αυτό το χρώμα
Το κίτρινο
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης
Ξέφυγε από την Ιστορία

22 Νοεμβρίου 1971

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΥ

Φευγαλέα
Συμπαγής και ζωώδης
Πάλι φευγαλέα
Σαν φτερούγα πουλιού και σαν όραμα
Κτηνοτρόφου που βλέπει
Την νεκρή από χρόνια μητέρα του
Γυμνασμένο το βλέμμα της
Ακαριαίο δηλητήριο.

Απ’ τα έγκατα βγαλμένη
Απ’ τον Άδη απεσταλμένη
Μάγισσα της Χρυσής Ορδής
Τατάρου γέννα.

24 Ιανουαρίου 1974

***

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Ο φάρος πάει, χάθηκε.
Του λιμανιού ρημάξανε τα στήθη
Μονάχα η Δύση απόμενε
Ανάλλαχτη
Στο χρόνο και στα ήθη
Σαν του σταυρού απαράλλαχτη
Φλεγόμενη τη Δόξα
Και στην σφενδόνη τ’ ουρανού
Οι σκιές του απέναντι βουνού
Τεντώσανε τα τοξα.

6 Ιανουαρίου 1975

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, εκδόσεις Άκμων, χειμώνας 1981-1982.

Στέργιος Τσιορμπατζής, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Μικρή καταδίκη στην ανύπαρκτη επανάσταση

Ανατρέποντας τις ισορροπίες της δύναμης
της αδυναμίας
Καταστρέφοντας τη βία των ειρηνιστών
μέσα από τη διάλυση της ανικανοποίητης
ευτυχίας της αυτάρεσκης και αυταρχικής
ατομικής ισορροπίας.
Τροφοδοτώντας συνθήκες χαοτικής ανισορροπίας,
προσδοκώντας ανεντροπικές καταστάσεις
χαώδους πολυπλοκότητας,
δυνατότητες δημιουργίας ελευθεριαζώντων πεδίων
αντι-ιεραχικής, αταξινόμητης, αταξικής Υπερθέασης.

Απορρίπτοντας την κρυφή καταφατικότητα της μη-θέσης
Επιρρίπτοντας ευθύνες για τη μη-άρνηση

****

Σ’ αυτούς που μας διαχειρίστηκαν

Ορμήσατε με την ορμή της αντεπανάστασης
φέρατε την ηθική σας στον αδιαμόρφωτο κόσμο μας
επιβάλλατε με τη βία την ειρηνικότητά μας
θελήσατε εξ’ αρχής τη δύναμή μας.
Κι όταν η πολυσήμαντη κινητικότητά μας
άρχισε να σας τρομάζει
η θλίψη και πάλι σας έδωσε την έξοδο.

Βρισκόμενοι και πάλι στους δρόμους της δύναμης
χάσαμε τη χαρά
βαδίζοντας ανήμποροι για τη νέα αναμέτρηση.

*Από την ενότητα “Καταστάσεις α-ισορροπίας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υλοποιητική ιδεολογικοποίηση των ενστίκτων – Εικασίες για την απελευθέρωση”, εκδ. Βραχόκηπος, Οκτώβρης 2003.

Ανδρέας Τσιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες, μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τι είχε πάρει ο άνεμος.

***

ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Φοράω τέσσερα δάκτυλα
και μετρώ ως το πέντε.
Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα
προσθέτουν μια ζωή.
Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα
αφαιρούν έναν θάνατο.

***

ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ

Το γέλιο σου αντηχεί
σαν πριόνι στο δάσος.
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν τη θλίψη μου.
Καίει η άμμος, καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι
σαν καναπές διθέσιος
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

***

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δημίου”, εκδόσεις Strawdogs 2016.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός

Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση

Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων

Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου

Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου

Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους

Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από τη συλλογή “Η Πλατεια των Ταύρων”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Ζαχαρίας Στουφής, ΚΤΕΛ

Μπορεί να μην υπάρχει ποίηση τελικά,
να μην έχει γραφτεί κανένα ποίημα, ποτέ,
ακόμα και οι ποιητές, μπορεί,
να υπάγονται στην επιείκεια του ακατόρθωτου.
Ίσως, πάλι,
ν’ αληθεύει μονάχα η πεζή πραγματικότητα,
αυτό το σχεδόν μαύρο της ασφάλτου
η πίκρα του καυσαερίου στο λαιμό, καθώς
τα λεωφορεία μπαινοβγαίνουν στο σταθμό
πως είναι και που πάνε οι επιβάτες, ίσως
καμία σημασία να μην έχει,
αφού είναι θέμα χρόνου ο θάνατός τους.
Αν δεν υπάρχει ποίηση τελικά
τι διαβάζαμε μαγεμένοι τόσα χρόνια;
Και δεν είναι ποιήματα όσα γράφαμε;
Ούτε και εμείς είμαστε ποιητές;
Τότε καταστρέψαμε τη ζωή μας,
νομίζοντας πως κατακτούμε τη σιωπή,
χωρίς ακόμα να έχουμε μιλήσει.

*Από την συλλογή “Η Ταξιθέτρια του Χάους”.

Octavio Paz, Ύμνος ανάμεσα σ’ ερείπια

«όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…»
Gongora

Στεφανωμένη από μόνη της η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Υψηλή κραυγή κίτρινη,
θερμό συντριβάνι στο κέντρο ενός ουρανού
αμερόληπτου κι ευεργετικού!
Κι ό,τι φαίνεται είναι ωραίο σε τούτη την αλήθεια του τη στιγμιαία.
Η θάλασσα σκαρφαλώνει την ακτή,
πιάνεται στα βράχια, αράχνη λαμπερή·
η πελιδνή πληγή του βουνού αστράφτει·
μια χούφτα γίδες είναι ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος αποθέτει το χρυσό αυγό του και χύνεται πάνω στη θάλασσα.
Όλα είναι θεός.
Άγαλμα σπασμένο, κολώνες φαγωμένες απ’ το φως,
ερείπια ολοζώντανα σ’ έναν κόσμο πεθαμένων ζωντανών!

Πέφτει η νύχτα στην Τεοτιχονακάν.
Ψηλά στην πυραμίδα τα παιδιά καπνίζουν μαριχουάνα,
ηχούν κιθάρες βραχνές.
Ποιο βότανο, ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίζει τη ζωή,
πούθε να ξεθάψουμε τη λέξη
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και το λόγο
το χορό, την πολιτεία και τη ζυγαριά;
Τό μεξικάνικο τραγούδι ξεσπάει σε μια βρισιά,
άστρο πολύχρωμο που σβήνει,
πέτρα που μας κλείνει τις πόρτες της επικοινωνίας.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γερασμένη.

Τα μάτια βλέπουν, τα χέρια αγγίζουν.
Αρκούν εδώ κάποια πράγματα λιγοστά:
φραγκοσυκιά, αγκαθερός κοράλλινος πλανήτης,
σύκα καλυπτροφόρα
σταφύλια με γεύση ανάστασης
αχιβάδες, παρθενιές απρόσιτες
αλάτι, τυρί, κρασί, ήλιόψωμο.
Από το ύψος της μελαψάδας της μια νησιώτισσα με κοιτά,
λυγερή εκκλησιά ντυμένη φως.
Πύργοι απ’ αλάτι αντικρύ στα πράσινα πεύκα της όχθης
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ τις βάρκες.
Το φως χτίζει ναούς στη -θάλασσα.

Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Μόσχα.
Η σκιά σκεπάζει την πεδιάδα με το φάντασμά της κισσό,
με τη ριγηλή πανίδα της ανατριχίλας της,
το πυκνό της χνούδι, το σμάρι τα ποντίκια.
Πότε-πότε τουρτουρίζει ένας ήλιος αναιμικός.
Απαγκιασμένος σε βουνά που χτες ήταν πόλεις,
ο Πολύφημος χασμουριέται.
Χαμηλά, ανάμεσα στους λάκκους σέρνεται ένα κοπάδι άνθρωποι.
Μέχρι πριν λίγο ο όχλος τους θεωρούσε ζώα ακάθαρτα.

Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα, καθημερνά.
Βουίζει το φως βέλη και φτερά.
Μυρίζει αίμα ο λεκές του κρασιού στο τραπεζομάντιλο.
Καθώς το κοράλι τις ρίζες του στο νερό
απλώνω τις αισθήσεις μου στην ολοζώντανη ώρα:
η στιγμή πληρούται σε κίτρινη αρμονία,
ω! μεσημέρι, θύσσανε κατάφορτε λεπτά,
κούπα αιωνιότητας!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, μπερδεύονται, ξαναρχίζουν.
τέλος ακινητούν, ποταμοί που δεν εκβάλλουν
δέλτα του αίματος κάτω από έναν ήλιο δίχως λυκόφως.
Και τάχα πρέπει να σταματήσουν όλα σ’ αυτό το
τσαλαβούτημα σε στάσιμα νερά;

Μέρα, στρογγυλή μέρα,
φωτερό πορτοκάλι μέ 24 φετες,
ολες διαπερασμένες απ’ την ίδια κίτρινη γλύκα!
Η σοφία τελικά παίρνει μορφή,
συμφιλιώνονται τα δυο εχθρικά μισά
Κι η συνείδηση-καθρέφτης αναλιώνει,
γίνεται ξανά πηγή, συντριβάνι μύθων:
Άνθρωπος, δέντρο εικόνων,
λόγια που είναι ανθοι που είναι καρπός
που είναι πράξεις.

Νεάπολη 1948

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, 1986. Μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

ΚΟΥΤΣΟ ΣΚΥΛΙ ΑΠΟ ΠΡΙΟΝΙ

Κρύα ταβέρνα – Μες στα ψυγεία – Σταθμός του ΚΤΕΛ στο χιόνι -Ένα τοπίο μόνη – Το λένε – Εν συνόρει – Οι οδηγοί Τσακίδια – Κουτσό σκυλί – Από πριόνι – Περνά – Μ’ ένα κλεμμένο κρέας – Οι οδηγοί με γέλια – Κλωτσιές πάν’ να του χώσουν – Πιάνει η χολή αέρα – Είναι κουτσό σκυλί – Από πριόνι – Μ’ ένα κλεμμένο κρέας – Στα Τσακίδια – Στο Εν συνόρει – Σε κρύα ταβέρνα – Ένα τοπίο μόνη – Πιάνει η χολή αέρα –

***

ΑΜΑΧΗ ΠΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕ ΟΒΙΔΑ

– Στουπί από κονιάκ – Στουπί κι απ’ ιστορία – Απόστρατο που πλένει – Σιδερώνει – Κι αυτός της δείχνει στο σαλόνι – Σημάδι με ψυχρό τριανταοκτάρι – Σε ρώσικη ρουλέτα να πεθάνει – Σε γύρο που θα παίξουν ένα βράδυ – Κι αυτή θα του πατήσει τη σκανδάλη – Στουπί από κονιάκ – Στουπί και απ’ ιστορία – Σαν έβλεπε στα τζάμια μια αχτίδα – Σαν άμαχη που χτύπησε οβίδα -Στο γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα – Σαν άμαχη που χτύπησε οβίδα – Στο γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα –

***

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ:

Μετά τις δεκάδες αυτοχειρίες θεατών υπό πλήθος βουβών διαδηλωτών – Το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών “Η δημιουργία τεχνητού ουράνιου τόξου με μια ακτίνα φωτός και μια σταγόνα νερό” κι η παρακολούθησή του – Θέαμα μαγικό για τους δίχως φύση ανθρώπους των Μητροπόλεων – Απαγορεύτηκαν από την Υπηρεσία Κατά της Πρόκλησης Πραγματικής Συγκίνησης «Από ’δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου» η ανακοίνωση της Υπηρεσίας – Αλλά κρυφά στα σπίτια το Πείραμα της Χαμένης Ομορφιάς δεν σταματά – Ας φέρνει δάκρυα ως νοσταλγία – Το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών: “Η δημιουργία τεχνητού ουράνιου τόδου με μια ακτίνα φωτός και μια σταγόνα νερό”

*Από το βιβλίο “ΤΟ ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδος Πανός, Αθήνα 2016.

Γιάννης Δάλλας, Από τον “Ζωντανό χρόνο”

Με γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα
Τρεκλίζοντας
σαν ρύγχος ονείρου
Ο ήλιος τον μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος
Τού ’γλείψε την καρένα του
Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ενα βήμα κ’ είπε, νά τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού
Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια
Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια
0ι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ ηή πειρατεία έεν δράσει
Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών
0ι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι
Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους
Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα
Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ άμπελόφυτα
Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι
Να μας σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας
Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος
Κ’ ύστερα γύρισε μεέ στίγματα αγρίων
Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας
Παραπατώντας μές στη συντροφική παραζάλη
Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της
Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα
Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες
Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου

Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων
Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της
Το σκαρί τους είναι η σιγουριά που την ταξιδεύει
Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες
Παρά μ’ όση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα
Εκείνα καλπάζοντας κι αύτή σαν το μάτι φάρου
Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει
Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη
Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα
Και μοίραζε τα εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια
Με την ίδια εμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της
Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει
Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα
Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων
Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα
Κι ο ίδιος έρυθρόδερμος με τη γλώσσα του
να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας
Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα
Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται
Μιά αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του
Ε’νας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου
O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ αμπελόφυτα
Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ αετονύχι που γυάλισε
Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου
Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα
Του πιο ρέμπελου Σειληνού

Ο ουρανός μέ τα φύκια του κ’ η γη αστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυο βουναλάκια
Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι
Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται
Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα
Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*“Ο ζωντανός χρόνος”, Τυπογραφείο “Κείμενα”, Αθήνα 1985.