Χρήστος Ζάχος, Τρία ποιήματα

Τα είδη του σκαψίματος

Άγγιξες τα χέρια μου
Τι απαλά που είναι, είπες
Δεν είναι σκληρά και με κάλους όπως παλιά
Έχω πάψει να είμαι χαμάλης
Τώρα το παίζω συγγραφέας
Και τα σημάδια φαίνονται
τα παλιά, όπως και τα νέα
Δεν έχω αλλάξει
Ποτέ δεν άλλαξα
Ο ίδιος είμαι πάντα
Συνεχίζω να σκάβω με τα χέρια
Το μόνο που έχει αλλάξει
Είναι το είδος του σκαψίματος

***

Αρνούμαι

Βρίσκομαι στο σαλόνι του πλοίου
Στην TV παίζει ένας ποδοσφαιρικός αγώνας
Έχω πλάτη στην οθόνη και διαβάζω
Διαβάζω το ΑΡΝΟΥΜΑΙ του Σαμαράκη
Η θέση η οποία βρίσκομαι
ενοχλεί κάποιους
να παρακολουθήσουν τον αγώνα
Η οθόνη και ο όχλος ενοχλούν εμένα
Δεν τους λέω τίποτα
Δεν μου λένε τίποτα

ΑΡΝΟΥΜΑΙ να γίνω μάζα
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να τους συμμεριστώ
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να αλλάξω θέση

Ίσως τους τρομάζω
Τρομάζουν που ΑΡΝΟΥΜΑΙ

***

Πόση ποίηση

Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει στη ζωή
στον έρωτα
στον θάνατο
σε ένα βιβλίο
σε μια πρόταση
σε μια λέξη
σε ένα σημείο στίξης
στο κενό…
Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει σε έναν άνθρωπο
ζωντανό
νεκρό
στον κόσμο
σε άγραφες σελίδες
λασπωμένες
από τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους
και τελικά
πόση τέχνη ψάχνεις να βρεις στο πουθενά;
Άμετρη
Άμετρη
Άμετρη
Όχι.
ΚΑΘΟΛΟΥ!

*Από το βιβλίο “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Μυροβλύτης

Μ΄αρνήθηκες.

Πότε οι λέξεις ανασταίνονται;
Όταν το νόημά τους,
άσπρο πανί τυλίγεται
στην άπιστη ουρανούπολη
του Σταυροφόρου εσταυρωμένου.

Τα σύμβολα,
μύρα αναμμένα,
δύουν στ΄απόκρυφο ηλιοβασίλεμά Σου.
Για να το δω, άλλωστε,
τον λόφο έκανα βουνό
και τον αέρα θειάφι,
κέρασμα πικρό στης θέας την αντένα.

Δώρα Κασκάλη, Ανάνηψη

Έλα, βγες από τις λέξεις.

Λάβε δέρμα, νεύρα, φλέβες και οστά.

Δραπέτευσε απ’ το μυαλό μου

τα κάγκελα είναι χάρτινα.

Πήγαινε, ψάξε το γνήσιό σου.

Εκείνο αναπνέει τη ζωή. Ξεχνάει. Γερνάει.

Μην κατοικείς στην αθανασία.

Είν’ άχαρη η αιώνια μοναξιά.

Σε σκοτώνω εντός. Χαρίζω αμοιβαίο γλιτωμό.

Δωροδοκώ με φιλί ζωής.

Απαγκιστρώνω τη μικρή μου πεταλούδα

απ’ το βελούδινο φέρετρό της.


Πάνω στο κορμί μου θα κατοικείς.

Λάζαρε αρνητή. Θαύμα τραύμα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

*

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

*

Κρασί δυνατό.
Στο άγγιγμα ζαλίζει
με τα χείλη της.

*

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δύο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

*

Σβήνουν τα φώτα.
Σε δρομάκια σκοτεινά.
Ζωής αυλαία.

*

Κολοκαιράκι
μα δεν ψάχνω για δροσιά.
Μέσα μου βρέχει.

*
Εμπιστοσύνη.
Πότε τη συνάντησα;
Έχω ξεχάσει.

*

Θα το τολμήσει.
Για λίγο το σκέφτηκε
κι έκανε πίσω.

*

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας, 2016.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Δύο ποιήματα

Artwork: Kamil Vojnar

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη 

Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας 

Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη 

Έφηβη φυγάς στην Ιταλία 

Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη

Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε 

Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη

Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη

θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη

Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία 

Με τόσα θρύψαλα 
θαμπά γυαλιά καρφιά

πού φως κουράγιο πού

να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδα

Καθρέφτες καθρεφτίσματα 

λάμψεις φωταγωγίες 

χαμένη υπόθεση 

άγνωστες λέξεις

***

KÄRLEKSLÅS*

Στον βραδινό περίπατο
διέσχιζε ανελλιπώς τη Västerbron*
Κάθε φορά στεκόταν μ’ έκσταση σχεδόν
μπρος στα κλείθρα του έρωτα
αραδιασμένα στο κιγκλίδωμα
Τελετουργικά τα μέτραγε ένα ένα
απότομα σταμάταγε το μέτρημα
έτρεμε σύγκορμη
ανατρίχιαζε
Πάνω απ’ το κιγκλίδωμα
κοιτούσε τα εβένινα νερά
να την καλούνε με σαγήνη
– στον ύπνο πάλι κείνο το βρέφος
ζητούσε τη μανούλα του
τσίριζε την καλούσε με θυμό
μ’ απόγνωση
κι ύστερα πέτρωνε-
Κλειδί δεν είχε αυτή να ρίξει στα νερά
χωρίς το άλλο χέρι πώς
Αυτή κλειδί και κλειδωνιά μαζί
και τ’ άλλο χέρι πάλι αυτή
Αυτή να ρίχνονταν
στα σκοτεινά νερά
Έρωτα ανεπίδοτο
αγάπη Πρώτη βρεφική
βίαιο ξεριζωμό
να κλείδωνε

*Kärlekslås = κλείθρο του έρωτα
**Västerbron = Δυτική γέφυρα στο κέντρο της Στοκχόλμης

***Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδόσεις «Μελάνι».

Μανόλης Κουμαντάκης, Το πολεμικό σινεμά

Μπήκα στο στρατό ξέροντας ότι θα παίξω σ’ ένα σινεμά
κι έπειτα θα βγώ να πω στην γκόμαινά μου πιά παραμύθια χοντρά.
Ακόμα και νεκρός όταν πέφτεις
κάποια εικόνα του σινεμά και μουσική μελαγχολική θα μπορείς να συνθέτεις. Συνθέτης και σκηνοθέτης.
Μα της φρίκης του στρατού έγινα ένας ικέτης.

Στο σινεμά ο Ράμπο Πι.Χι.
μπορεί και ποζάρει και σκοτώνει κάθε τρομοκράτη και κομμουνιστή.
Έτσι και εγώ θα καμαρώνω που μοντέρνα όπλα θάχω να βιδώνω
και σεξουαλικά θα τα χερουκλώνω.
Ακόμα κι αν θα πέσω σαν ένα κλώνο
δέκα δισεκατομμύρια μάτια θα με δούν σε σινεμά φανταστικά στον ντουνιά.
Είναι ωραίο να σκοτώνεις σκεφτόμουνα
και παρ’ όλο που το στρατό λόγω φασισμού εχθρευόμουνα
από το μιλιταρισμό γοητευόμουνα
ξεχωρίζοντας τους μιλιταριστές από τα φασιστόμουνα.
Η ταξική κοινωνία τη φρίκη έχει μελοποιήσει
το θάνατο θα σου σκηνοθετήσει
έτσι που και ο θάνατος θα σε ευχαριστήσει
όταν ο καταπιεστής την σκανδάλη σε σένα πατήσει.
Αφού είδα ότι ο στρατός εξαφανίζει κάθε είδους ποιητική συμφιλίωση με τη φρίκη
και ο σινεμάς του μυαλού αποδείχτηκε φρικιαστικό χαλαμπαλίκι
φοβάμαι ακόμα κι ένα παιδάκι που κρατά στα χέρια ψεύτικο πιστόλι.
Έχουμε το διάολο του φασισμού και του πολέμου μέσα μας όλοι.
Χουφτώνω το κρανίο μ’ ανελεύθερα χέρια
σ’ αυτά τα φρικτά ελληνικά μιλιταριστικά τούτ’ ασκέρια
και βγάζω εικόνες ωμές με νηστέρια
την ψυχή ματωμένη εναέρια
της απελπισίας θητεία κι ιέρεια
κάτω απ’ του φασιστικού κέντρου τα αστέρια.

Ονειρεύομαι μια καλύβα στην άκρη της ζούγκλας ζεστή
πλάι σε μια θάλασσα ηδονιστική
όπου καμμιά ντουφεκιά δεν θ’ ακουστεί
και δεν θα υπάρχουν όπλα και οπλοβαστοί.
Και δεν θάμαστε δεμένοι μ’ ένα όπλο
και την πλακέτα αναγνωρίσεως πτωμάτων σε κάποιο λόχο.
Όπου κοιμόμαστε φέροντας μονίμως στο λαιμό το ασιμί μας
γουρούνια στην μοντέρνα εποχή μας,
μήπως και πεθάνουμε κάποια μέρα και ξεκολλήσουν απ’ το γυμνό λαιμό
του ασιμί τον νεκρό τον αριθμό…

Εγώ είμαι κρέας για τα κανόνια
είμαι κρέας για σωφρονιστικά καψόνια
όχι σινεμάς και πρωταγωνιστής στο σινεμά με γοητρόνια.
Γαμώ τα γαλόνια
πούναι πάνω από τάφους αηδόνια.
Στο σινεμά σταμάτησα να πηγαίνω
γιατί είναι σαν τον στρατό όταν μπαίνω
και βλέπω στην οθόνη κάποιο φασιστρόνι
γοητευτικά να σκοτώνει.
Μεγάλο ψυχολογικό καψόνι.
Για να με εθίσουν στο φρικτό θέαμα το κοινωνικό.
Στο πυροβολικό
τα βλήμματα των 90 κιλών τα λένε μπέμπηδες
κομματιάζουν σπίτια, νταλίκες νταλικιέρηδες
μπουλντόζες μπουλντοζιέρηδες
ζαρτινιέρες ζαρτινιέρηδες
εκπυρσοκροτούν τα μέλη τους στους φρικτούς αέρηδες
κι είναι ωραία εικόνα για του σινεμά τις έριδες,
για του θεατή τα υποσυνείδητα κενά
και για τα αισθήματά του τα νεκρά
και αφήνουνε και κέρδη εμπορικά
κι όλα πάνε καλά
αλλοιώς τα ανθρωπάκια που πηγαίνουν σκλαβωμένα σπίτι δουλειά
δεν θα καθόντουσαν στης αθλιότητας τ’ αυγά.
Φρικάρω από τρομώδη συγκίνηση
όταν βλέπω ένα βλήμα σε κίνηση
προτιμώ να κάτσω γύρω από μια φωτιά
να την κυττώ στα μάτια ζεστά να χτυπά
και να μην υπάρχει ούτε υποσυνείδητη μνήμη
από βόμβες στρατόπεδα, θανατοέτοιμα κτήνη.
Ας πιάσουμε πια το φάντασμα της λευθερίας απ’ την κνήμη,
έτσι που το τέλος του θάνατου χαρτί θα μας απονείμει.
Στη μνήμη
όλων των νεκρών συντρόφων που σκοτώθηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των νεκρών στο ‘ Αουσβιτσ και το Νταχάου που κάηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των παγκόσμιων πόλεμων.
Τέλος, στο τέλος του φιλμ των εμπόλεμων.
Δεν έχει τέλος τούτη η στροφή
ούτε και το θρίλερ του πολέμου τελειώνει πάνω στο χαρτί.
Κι η μάχιμη θητεία διαρκεί
στη Ρόδο την κοσμοπολιτική κοντά στην πρώτη γραμμή.
Ξανθές τουρίστριες χαζές
μας ζητάνε να τους πούμε ωραίες ιστορίες όμορφες μιλιταριστικές
και μείς για να τις βγάλουμε γκόμαινες αυτές
τους λέμε πως είμαστε αλεξιπτωτιστές.
Παρ’ όλο που έχουμε κοιλιές.
Δεν τις προσέχουν αυτές.
Και φθιάχνουν γενναίους ήρωες με τις φάτσες μας τις κωμικές.
Γυρνώντας στην Αυστρία
λένε μια ιστορία.
Στη Ρόδο που πήγα
γνώρισα ένα μεσογειακό γορίλλα
μ’ έσφιγγε με τα πρωτόγονα χέρια του
έτσι όπως σφίγγει ο αλεξιπτωτιστής τα ταίρια του
κι εκεί στην ντισκοτέκ
μούπιασε τον κώλο για ένα φλέρτ.
Και με ξέσκισε με το κτηνώδη σώμα του
έτσι όπως αφήνει ένας έμπειρος πολεμιστής νεκρό το πτώμα του.

1986

*Από τη συλλογή “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα – Αναμνήσεις από στρατόπεδα συγκέντρωσης της κοσμοπολίτκης Ρόδου”, Εκδόσεις Επόμενη Επανάσταση, Ηράκλειο 1988. Ευχαριστώ τον Θεόδωρο Μπασιάκο που μου έστειλε το βιβλίο.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα

Το σκουλήκι

Περιδιαβαίνοντας
διαδρόμους νεκροπόλεων
σε στάση βρώσης
αναφώνησα:

“Ω! Άνθρωποι εσείς, δολοπλόκοι.
Νεκρόφιλοι και χαμερπείς”.

***

Ο έρωτας

Ηθοποιός έρωτας
διπολικός και δορυφόρος
έρωτας εργολάβος
γελωτοποιός
σοφός ραβίνος
έρωτα είσαι τρομοκράτης
συ ‘σαι έρωτα ο μόνος επαναστάτης.

***

Περιπλάνηση

Δύο κουβέντες ψέλλισες
μετά από χρόνια περιπλάνησης
στα κάθε λογής εδώλια

Δύο κουβέντες
και οι μηχανές όλου του κόσμου έσβησαν
με μια ταχύτητα φωτός
άνεμοι σε προσπέρασαν
γερμένη πίσω
άλλοτε λεβεντόκορμη

με το δεξί στη μέση, στο σπαθί
ευθεία στάση

και άλλοτε θυσία
Λοξεία στάση
με τα μαέστρικα χέρια σου
δεόμενα δεξιά αριστερά
προς το θεό που είδες
άκουσες και άγγιξες
και που τον έκανες
αιώνια δικό σου

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Παιδιά της Αφρικής, μην προσπερνάτε.
Μη μας αφήνετε σ’ αυτό το μαύρο χάλι.
Σαπίζουμε στην έρημο της πόλης.
Φαντάζουμε φαντάσματα
ναυαγισμένων μύθων.
Απ’ της ευημερίας τους ιούς
γεμίζουν φλεγμονές τα σωθικά μας.
Μη μας εγκαταλείπετε στο έλεος
του Δυτικού πολιτισμού που μας θερίζει.
Δείξτε μια στάλα ευαισθησίας στις γιορτές.
Με είκοσι εμβόλια κατά της ιλαράς
μπορούμε ν’ αγοράσουμε φτηνά
ένα πακέτο κάρτες ανοησίας.

***

ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΣΕΣΕΙ

Έγραψα τα υπάρχοντα στη Νύχτα
κι αποχώρησα.
Ένα φιλί
μια στάμπα αίμα
λίγους στίχους
κι ένα παράπονο σκυφτό
εκτός σχεδίου.

Χωρίσαμε χωρίς αμετροέπειες
καθώς αρμόζει δηλαδή
σε καθωσπρέπει ποιητές
συμβασιούχους.
Τώρα μπορώ
να ωριμάζω ελεύθερος
στο κελί μου.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδ. Μανδραγόρας 2012.

Γιώργος Καββαδίας, Τρόμο κρατεί_

Κλαδί που λύγισε ο αέρας…
κάπως έτσι βλέπεις τη ζωή μας.
Ένα κλαδί που το λυγίζουν οι άλλοι, οι πιο δυνατοί.
Έχει όμως ελαστικότητα, επανέρχεται και συνεχίζει να
παίρνει μπόι.
Τα χρόνια όμως περνούν.
Οι εποχές αλλάζουν.
Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο,
και πάλι απ’ την αρχή.
Κι είναι ξανά οι ίδιοι άνθρωποι που σε λυγίζουν.
Πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί πια.
Κρατιέσαι καλά και πάλι, μα για πόσο;
Οι ρίζες θα κλονιστούν,
οι φωτιές θα σε τρομάξουν,
και στο τέλος η φωνή θα σπάσει.
Κι η σκέψη άλλα θα σου λέει,
θα παραμένει κόκκινη από το αίμα εκείνων που πρέπει να πληρώσουν.
Οι πράξεις σου θα πνίγονται.
Μα τα θεμέλια τα σάπια, σιγά-σιγά, θα μετατοπίζονται.
Το δάσος θα πνίξει τη μεγαλόπρεπη πόλη στο ίδιο της το λίπασμα
και θα βλαστήσουν τ’ άνθη της ελπίδας μας ξανά.

1/3/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι των Γιάννη και Χρυσόστομου Ντούβαλη και περιλαμβάνεται στη συλλογή. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

Μίλτος Σαχτούρης, Επτά ποιήματα

Ο καθρέφτης

Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

***

Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά ‘χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, από πάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

***

Το χρυσάφι

Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ’ στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά ‘χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θά ‘χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει

***

Κυριακή

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

***

Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

***

Το ποντίκι

Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν άγιο
κι ο άλλος ν’ απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό

***

Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό ‘βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή