Ν΄αφήναμε ένα διάστημα ουρανό
Ανάμεσα στους ανθρώπους
Ανάμεσα στα λόγια
Και στο ζευγάρι τους,
ανάμεσα στα πόδια
Ανάμεσα στην εικόνα και στον καθρέφτη
Ν΄ανασαίνουν
Να μπαίνουν εκεί μέσα ακούσια ή άθελα
Να βλέπουν την κλωνοποίηση
Του ίδιου τους του προσώπου
Να βλέπουν το τρεχιό
Τις συναντήσεις
Τις εγκατατλείψεις
Την αυταπάτη
Και κάπου να συνέρχονται και να λένε
Πώς μοιάζω σ΄εκείνον, σ΄εκείνον
Στον παραδίπλα
Σε αυτόν,σε αυτόν, σε αυτόν
Σ΄εαυτόν
Και πάλι να γλιστρούν, να ξεφεύγουν
Ν΄αναλαμβάνουν ρόλους
Και να λένε
Δεν χρειάζομαι ούτε αναπνοή
Ούτε γαλάζιο
*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα
ΑΝΑΛΩΣΗ
Πίσω από κολώνες
σε γωνιές παραμονεύω
τραγούδι γνώριμο πια δεν ακούγεσαι
οργώνω μίγμα των ονείρων
οργώνω λάσπη των τυχαίων βηματισμών
αναλύω τις σκιές με ακρίβεια
κρατώντας σημειώσεις κάθομαι στη μάντρα
των παιδικών μου χρόνων αγναντεύοντας πόθους
***
ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΘΕΑ
Ίσως αναζητώ
κάποιο παιχνίδι
θαμμένο στην αυλή
κάποιο παλιό σχολικό εγχειρίδιο
κάποιο βιβλίο μυθολογίας
ίσως αναζητώ
δέντρα που δημιουργούν μορφές
ένα φως του φαναριού στην είσοδο
ένα μικρό κομμάτι χρωματιστού γυαλιού
πάνω στην άσφαλτο
που αντανακλά το πρόσωπό σου
μια ανάμνηση από τον καθένα
καλώς ή κακώς
όμως ανήκω στο τώρα
καθώς μαζί ξερνούν
τα σώματά μας
τις αρμαθιές του χρόνου.
A La Huelga (Στην Απεργία)
Στην απεργία σύντροφε,
μην πας να δουλέψεις.
Άσε κάτω τα εργαλεία,
είναι ώρα να παλέψεις.
Απ’ το λιμάνι ως το χωράφι,
απ’ το εργαστάσιο στο υφαντουργείο.
Ζήτω οι άνθρωποι του λαού,
στη Γενική Απεργία.
Στην απεργία δέκα, στην απεργία, εκατό,
στην απεργία μάνα θα πάω κι εγώ.
Στην απεργία εκατό, στην απεργία χίλιοι,
εγώ γι αυτούς μάνα κι αυτοί για μένα.
Κόντρα στην κυβέρνηση της πείνας,
θα ξεσηκωθούμε.
Όλοι οι εργάτες θα παλέψουμε,
πιασμένοι αγκώνα με αγκώνα για το ψωμί.
Όλοι οι λαοί του κόσμου,
θα μας δώσουν το χέρι.
Για να κερδίσει η Ισπανία,
την χαμένη της ελευθερία.
Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα
ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ
Ο άσχημος γελωτοποιός
Περίμενε τη βροχή
Για ν’ αρχίσει να κλαίει.
Μετά έβγαλε τα παπούτσια του
Καβάλησε ένα μηχανάκι
Και με ταχύτητα ανέβαινε στον ουρανό.
Στο μεταξύ, έξω απ’ το θέατρο
Ένας φωτογράφος αποθανάτιζε τη σκηνή
Οι λασπωμένοι δρόμοι ζητούσαν αυτόγραφο
Το βρέφος που γεννήθηκε σήμερα
Έμαθε να παίζει πιάνο.
Δεν είναι δικό μου το παιδί
Δεν ήμουν ποτέ παιδί
Αφήστε για λίγο τους ηθοποιούς
Να εκφραστούν ελεύθερα
Γιατί αν σταματήσει να βρέχει
Τους ρόλους τους
Θα τους υποδυθείτε εσείς.
***
Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Ο καλός στρατιώτης
Πάντα έτρωγε χωρίς πιρούνι
Τους καλούς τρόπους ευγενείας
Τους είχε μόνο για τον πόλεμο.
Ο καλός στρατιώτης
Τις εντολές εκτελούσε σιωπηλός
Αλλά τις νύχτες στη σκοπιά του
Έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι.
Ο καλός στρατιώτης
Πάντα πυροβολούσε τις λέξεις
Όταν όμως έπεφτε σιωπητήριο
Ξέθαβε νεκρά ποιήματα.
Ο καλός στρατιώτης
Μάθαινε το ρυθμό του βηματισμού
Μα σαν έμπαινε η άνοιξη
Παραπατούσε από έρωτα.
Ο καλός στρατιώτης
Σκότωνε κάθε μέρα το χρόνο
Και τη στιγμή που απολύθηκε
Νόμιζε πως είχε πεθάνει.
*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής.
Τέσσερα ποιήματα του Ηλία Λάγιου – In memoriam
04:49΄ Η ΔΗΩ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
Αυτό το ποίημα είναι η Δηώ, με προεξάρχουσα
την υπόσταση της Δηούς.
Σ’ αυτό το ποίημα η Δηώ μια βάναυση είναι λυκοθυγατέρα
που φωνάζει.
Κόρη μου, σ’ ευγνωμονώ που μου έδωσες τόση από έλλαμψη πολλή•
στο άλλο ποίημα η Δηώ θρυμμάτιζε το φως καθώς λυκάκι.
Λυκάκι λοιπόν. Έτσι είπα σε κάποιο άλλο ποίημα
(ποτέ δεν το ’γραψα• προς τι; Επί ματαίω).
Κάτι τις αν τα ’παιρνα στα σοβαρά• θα θύμιζε ίδρυση της Ρώμης.
Πού να βρεις λεφτά για ν’ αναθρέψεις δίδυμα;
Ρώμος, Ρωμύλος• το λυκάκι ουρλιάζει•
δεν έχω αίμα και ψυχή, δεν έχω πρόσωπο•
δεν μπορεί να εκδώσει τίποτε από εμένα παρά,
ένα στοιχείο από αλατισμένο δάκρυ.
Η λύκαινα η κυρά μου τρέχει αναζητώντας τον χαμό•
χαμού χαμός, χαμότατος, δικός μου ή δικός της,
για μας αδιάφορο.
[Από τη συλλογή Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, 1998.]
***
[από τις Επιστολές στην Δηώ]
Ευδαίμων είμαι, το ξέρω τώρα, μα δεν θα πεθάνουμε ποτέ.
Η ακριβής στιγμή αυτή είναι κορυδαλλός, νερό σγουρό και πικραμύγδαλο,
το κάθε κίνημα του χεριού μου αφηγείται μια υπόσχεση:
στην Κλεομένους 34 που σου μιλώ, συλλάβισέ με.
Δεν έχω μετακινηθεί, όλα σε με προφτάσανε•
Πλούσια μου αφιερώθηκαν καθώς το θερινό φως.
Κάμαρή μου, να μεταμορφώνεσαι σε απεριόριστο τοπείο,
τηλέφωνο, κόκκινο κρασί, έλλειμα ανάμνησης.
Μόνο το ν’ αγαπάς δεν είναι τίποτε.
Εύκολα ο ένας διαχέεται στον άλλο.
Πρέπει να έχης την αγάπη προσδιορίσει,
Σε τόπο και καιρό, με τρόπο, μέχρι τέλους.
***
[από την ενότητα Μillenium]
Στον ευλογημένο τόπο Λεβόν οι λέξεις ήρθαν, εγκαταστάθηκαν
και, για πάντα, εδώ θα κατοικήσουν
Οι λέξεις, πράες και νοικοκύρισσες
Η λέξη διάρκεια, η λέξη αποθυμιά, η ρυθμική λέξη ανάσα
Γεμάτη μ’ όλη την ευωδία του ξημερώματος η λέξη καφές
Καλός εδιάβηκε ο καιρός τους, δοξασμένα τα έργα τους σταθήκανε
Πλημμυρισμένη στάχυα χρυσά η λέξη δρεπάνι
Πριν να σε συναντήσω αγαπημένη κι όμως σ’ ήξερα
Η ευγενική λέξη καλησπέρα, η λέξη επίκληση, η λέξη ερωτηματικό;
Ίσως χαιρέτησα τον άνθρωπο που κάθε βράδυ αφηγείται στις
λέξεις παραμύθια
Η λέξη χερουβείμ, η λέξη ελεβούσιον
Πόσον λαμπρά τα δώρα του Αγαπητού μου και Θεού, πες μου,
πώς να το ξέρω
Όλων των λέξεων τα σπιτικά κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία
***
του Χρήστου, παραμονή των Χριστουγέννων
Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;
Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς
να μπης.
Παλιέ μου και μονώτατε, έλα να με γιορτάσης,
ν’ ανάψη η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.
Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]
http://frear.gr/?p=6539
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Γόνη.
Γρηγόριος Σακαλής, Αγριάδα
Έγινες πολιτικός ρε μπαγάσα
έμαθες καλά τις κινήσεις των χεριών
όταν μιλάς
για να τονίσεις ή να κρύψεις κάτι
το ντύσιμό σου σένιο
θυμάμαι είχες ένα καλό παντελόνι
το βράδυ το έπλενες να είναι καθαρό
για την άλλη μέρα
έμαθες το θέατρο κι ανέβηκες ψηλά
έχεις βίλα στο Πανόραμα
θυμάσαι που μέναμε στην Εστία
σε κείνα τα μικροσκοπικά δωμάτια
όμως μη μου στεναχωριέσαι
που σε μαλώνω
δεν είσαι ο μόνος
υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένανε
όμως αν έχω κάτι να θυμάμαι
από σένα
είναι εκείνο το παιδί στα δεκαεννιά
την αγριάδα της νιότης
που ήθελε ν΄αλλάξει τον κόσμο
αυτό θυμάμαι
αυτό θυμάμαι.
Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα
Ηλιόχαρις
Και από τον ήλιο δεν καιγόσουν πια
έτσι που σε ασπίδωσαν τα αντιηλιακά κύτταρα
εσύ που έφαγες περίτρανα
κι απέβαλες στημένους όλους τους χυμούς σου
εσύ που ανέβαινες να πιάνεις ηλιαχτίδες
κι ακόνιζες στις ρόδες τους χρυσά μαλλιά
τα βλέφαρά τους
***
Δεσμώτες
Και θα τη χάραζα αγάπη μου στον ήλιο την αυλαία
από καιρό ξεκίνησα
το τέθριππόν μου κουβαλώντας
με λυσσαλέα δύναμη τα γκέμια του χτυπώντας
καλπάζοντας στα ύψη
μόνο σε αυτά τα υψόμετρα
συνθλίβονται τα κρίματα, τα πάθη, τα εγκλήματα
και όλα σου τα σφάλματα
η πίστη και οι όρκοι σου
οι όρκοι σου που τίμησες
που νόμισα πως τήρησες
στέκουν ακέραια εκεί
για τις πίστες όλες
και τους όρκους όλους
όλων ημών των σκυθρωπών
των δεσμωτών του χρόνου.
***
Το τριαντάφυλλο του Ανδρέα
αποφώνηση
Και ήταν ωραίο
το ξημέρωμα που ανέτειλε
μετά από βάθη σκότων χρόνων
που σε αφέντευαν
και η δροσιά που το συντρόφευε
πουλιών κελάηδισμα
φτερούγισμα ψυχής πια σου προσέδιδαν
και μια τέρψη
παρολίγον τόσο δα λυπημένη
Με δύο φτερά αγγέλων κατηφόριζες
τα ίδια μονοπάτια
τις ίδιες σκέψεις τώρα έκανες
του φθινοπώρου χείλη που έκλεινες
περίσσεια η συγκίνηση
που σαν παιδούλα εναγκάλιαζες
της άνοιξης τα χνώτα
σαν και πρώτα
Και ήταν τόσο ωραίο το κύμα
που σε έλουζε
ολόγυρα τριγύρω
και όχι επί τούτου
που έμαθες να περπατάς
και η αύρα που σε δρόσιζε
Με μια πτερύγια καρδιά
τώφρα τα διέσχιζες
με χέρια και με πόδια
ολούθε γύρω πιτσιλώντας
ολούθε γύρω δεν ξεστράτιζε
η αντένα από τη ρότα
σαν και πρώτα
*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.
Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα
Παρατυπίες
Μια κάποια μέρα θα ξυπνήσουν
οι θεατές και στην υποθαλάσσια σκηνή
ένα τεράστιο στόμα
πλημμυρισμένο συγκίνηση
από το χιλιοτυπωμένο δέρμα του
εκσφενδονίζοντας τον ίλιγγο
θα πει:
Το εσώτερο μιλά δυνατά
σε όσους έχουν την ικανότητα να ακούν
όσα ο ψίθυρος διηγείται
Πετράδι κόκκινο εισχωρεί στα πελάγη
και η συγκομιδή ξεκινά
Ο πετεινός πάντα την ίδια ώρα καλεί
Η φασολιά την ίδια ώρα γεννά
και η ψυχή κάθε στιγμή και ώρα εγκαλεί
Η προσήλωση στον εαυτό από το σώμα ξεκινά
Μ’ αγαπάς; ρωτά
Είσαι έτοιμος;
και αν ναι
τότε, πόσα κλωνάρια η αφή προσκυνά;
Την όσφρηση ποιου οργασμού η νότα ξεγελά
και η καρδιά πότε χτυπά δυνατά;
Μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε.
***
Στην πόλη των Αθηνών
Η σονάτα του ακανόνιστου
του απειροελάχιστου
αυτό,
τ’ αγρίμι
που τριγυρίζει το μυαλό
διαλύοντας τη σάρκα
και προσπερνά
δήθεν αθόρυβα
απ’ τους κροτάφους
διεισδύει στα εξαπτέρυγα
σύμπαντος κόσμου σου,
ανακατεύοντας εξόχως
αίμα,
αρχέτυπα,
φωτόδεντρα και φτέρες
βυθίζοντας Ναύπλιο και φλέβες
και εμείς έκπτωτοι αστοί
μαγεμένοι, πηγαίνουμε στα κλαδιά του να πνιγούμε.
Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα
Οι γλάροι
Περιμένουν να τους ονοματίσεις
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Που περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά, ω πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
***
Των ημερών μου
Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου
*Από τη Συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.
Άρης Αλεξάνδρου, Μέσα στις πέτρες

Στη φωτογραφία ο Άρης Αλεξάνδρου αναζητώντας τη νύμφη Αβαρβαρέη στο δάσος της Κομπιένης 84χλμ από το Παρίσι
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσα στις πέτρες.







