Φώτης Αγγουλές (1911-1964), Αν το λέμε…

Οι φτωχές μας καλύβες σηκώνουνε τις μεγάλες
πατρίδες,
κι οι καλοί πατριώτες
τεχνουργούν για τα χέρια μας δυνατές αλυσίδες.
Αν πονούμε, μας δείρανε όμοια εχθροί κι όμοια φίλοι,
κι αν το λέμε, αν το ξέρουμε
της ζωής το τραγούδι, το μάθαμε απ’ του Χάρου
τα χείλη.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τραγούδι

Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα΄, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα’ αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυΐα και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει το ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.

*Από τη συλλογή “Η παρακμή του Έρωτα”, Εκδόσεις Διογένης 1976.

Τάσος Πορφύρης Ό,τι είχα για σένα 

Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους.
Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ
ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ᾿ το στερνό μου
αίμα· μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με
τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της
ξεπηδάνε τριαντάφυλλα πού με πληγώνουν
Και με μεθάνε.

*Από τη συλλογή “Η πέμπτη έξοδος”, Έκδοση “Σημειώσεις”, 1980.

Hashim Saraj, Το λευκό κείμενο

Γραφή
Μια μάταιη πράξη
Στο παιχνίδι των νοημάτων
Έχω κουραστεί
Έλα
Κράς και κεβά μαρόν σου *
Βγάλε
Ιδού
Το Νεβρόζ έχει περάσει μέχρι να βάλουμε φωτιά**
στα ρούχα στη γωνιά του λευκού δωματίου
Και
Με το παιχνίδι των σωμάτων και την μπλε ηδονή
Ας εκφράσουμε την ματαιότητα της ύπαρξης
Επειδή
Αυτή η βαθιά και αιώνια απελπισία
Ούτε
Από τον
(Σόρεν Κίρκεγκορ)
Θεραπεύτηκε
Ούτε
Από τον
(Μάρτιν Χάιντεγκερ)!

*Κράς και κεβά – παραδοσιακή κουρδική γυναικεία φορεσιά.
**Νεβρόζ. Η κουρδική Πρωτοχρονιά, που γιορτάζεται στις 21 Μαρτίου και συμβολίζει την αναγέννηση και την ανθεκτικότητα του κουρδικού λαού. Κεντρικό στοιχείο της γιορτής είναι το άναμμα μεγάλων φωτιών, γνωστών ως “φωτιές του Νεβρόζ”. Αυτές συμβολίζουν τον εξαγνισμό και τον θρίαμβο του φωτός επί του σκότους. Οι Κούρδοι συγκεντρώνονται γύρω από τις φωτιές, χορεύουν και τραγουδούν, γιορτάζοντας την πολιτιστική τους ταυτότητα και την ελπίδα για το μέλλον. Το Νεβρόζ αποτελεί σύμβολο ενότητας και αντοχής του κουρδικού λαού απέναντι στις προκλήσεις.

***Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Το ποίημα του μηδενός

Γιατί τέτοιο σκοτάδι απόψε;
Ο χώρος μοιάζει με μια ακαθόριστη ηλικία
και το στερέωμα –φυλακή τεράτων- παραφυλά
σαν λαιμητόμος πάνω από το κρεβάτι μας.

Ούτε η έκλαμψη του σύμπαντος δεν δίνει ήχο απάντησης·
οι καμπανούλες των πολύχρωμων γαλαξιών
σήμαναν σιωπητήριο στη νυχτερινή μας αγρύπνια.
Κι άλλη αγωνία στην αγωνία μας. Κι άλλο έρεβος στον βορβορώδη
πόρο της ύπαρξής μας.

Γιατί τέτοιο σκοτάδι απόψε;
Η σελίδα μαύρισε στη μαυρίλα της τόσης απεραντοσύνης
που έγινε από μόνη της το ποίημα του μηδενός.

Lola Ridge, Reveille / Αφυπνιστείτε

Come forth, you workers! 
Let the fires go cold— 
Let the iron spill out, out of the troughs— 
Let the iron run wild Like a red bramble on the floors—
Leave the mill and the foundry and the mine  
And the shrapnel lying on the wharves— 
Leave the desk and the shuttle and the loom—
Come, 
With your ashen lives, 
Your lives like dust in your hands.  

I call upon you, workers. 
It is not yet light 
But I beat upon your doors. 
You say you await the Dawn 
But I say you are the Dawn. 
Come, in your irresistible unspent force  
And make new light upon the mountains.  

You have turned deaf ears to others— 
Me you shall hear.  
Out of the mouths of turbines, 
Out of the turgid throats of engines, 
Over the whisling steam,  
You shall hear me shrilly piping.  
Your mills I shall enter like the wind,  
And blow upon your hearts, 
Kindling the slow fire.  

They think they have tamed you, workers— 
Beaten you to a tool 
To scoop up a hot honor 
Till it be cool— 
But out of the passion of the red frontiers 
A great flower trembles and burns and glows 
And each of its petals is a people.   

Come forth, you workers— 
Clinging to your stable 
And your wisp of warm straw— 
Let the fires grow cold, 
Let the iron spill out of the troughs, 
Let the iron run wild 
Like a red bramble on the floors . . .  

As our forefathers stood on the prairies  
So let us stand in a ring, 
Let us tear up their prisons like grass 
And beat them to barricades— 
Let us meet the fire of their guns 
With a greater fire, 
Till the birds shall fly to the mountains
For one safe bough. 

Αφυπνιστείτε

Βγείτε έξω, εργάτες!
Αφήστε τις φωτιές να παγώσουν…
Αφήστε το σίδερο να χυθεί, έξω από τις γούρνες…
Αφήστε το σίδερο να τρέξει σαν κόκκινο θάμνο στα πατώματα…
Αφήστε το μύλο, το χυτήριο και το ορυχείο…
Και τα θραύσματα να κείτονται στις αποβάθρες…
Αφήστε το γραφείο και τη σαΐτα και τον αργαλειό…
Ελάτε,
Με τις σταχτί ζωές σας,
τις ζωές σας σαν σκόνη στα χέρια σας.

Σας καλώ, εργάτες.
Δεν είναι ακόμα φως
Αλλά χτυπάω τις πόρτες σας.
Λέτε ότι περιμένετε την αυγή
Αλλά εγώ λέω ότι εσείς είστε η Αυγή.
Ελάτε, με την ακαταμάχητη αστείρευτη δύναμή σας
Και φτιάξε νέο φως στα βουνά.

Έχετε κλείσει τα αυτιά σας στους άλλους…
Εμένα θα με ακούσετε.
Από τα στόματα των τουρμπίνων,
Από τα πρησμένα λαρύγγια των μηχανών,
Πάνω από τον ατμό που σφυρίζει,
θα με ακούσετε να σφυρίζω.
Στους μύλους σας θα μπω σαν τον άνεμο,
και θα φυσήξω στις καρδιές σας,
ανάβοντας την αργή φωτιά.

Νομίζουν ότι σας εξημέρωσαν, εργάτες…
Σας έκαναν εργαλείο…
Για να μαζέψετε μια καυτή τιμή
Μέχρι να κρυώσει…
Αλλά από το πάθος των κόκκινων συνόρων…
Ένα μεγάλο λουλούδι τρέμει και καίγεται και λάμπει
Και κάθε πέταλο του είναι ένας λαός.

Βγείτε έξω, εργάτες…
Γαντζωμένοι στο στάβλο σας
και το ζεστό σας άχυρο…
Αφήστε τις φωτιές να κρυώσουν,
Αφήστε το σίδερο να χυθεί από τις γούρνες,
Αφήστε το σίδερο να τρέξει άγρια
σαν κόκκινη βάτα στα πατώματα…

Όπως οι πρόγονοί μας στέκονταν στα λιβάδια
Έτσι ας σταθούμε σε ένα δαχτυλίδι,
Ας σκίσουμε τις φυλακές τους σαν χορτάρι
Και να τους χτυπήσουμε σε οδοφράγματα…
Ας αντιμετωπίσουμε τα πυρά των όπλων τους
με μια μεγαλύτερη φωτιά,
Μέχρι τα πουλιά να πετάξουν στα βουνά
Για ένα ασφαλές κλαδί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

ένα έτσι, η αλήθεια είναι δύο

Φωτογραφία: ένα έτσι

η αλήθεια είναι δύο
αναλογίσου την ευκαιρία και χτύπα

πόσα σύνορα επιστρέφουν την λέξη
πατρίδα
στην αγκαλιά ενός αγνώστου

η ακτή κι ο ορίζοντας
δεν είναι εύκολη υπόθεση

το καλό και το δίκαιο

το παιδί που θα μεγαλώσει
τον κόσμο
μέχρι να χωρέσει στα μάτια μου

υψώνω το δάχτυλο
την σιωπή μου να παραδεχτώ
μόνος μαζί
με τον φροντιστή της σκηνής

ποτέ δεν είμαστε αυτό που έρχεται
είμαστε πάντοτε αυτό που φεύγει

στην άκρη της γλώσσας
κρέμεται αυτό το χαζό αστείο

σαν σημαία καρφωμένη
στο ολόγιομο νέο φεγγάρι

https://enaetsi.wordpress.com

Joyce Mansour, Από τα “Ερωτικά”

Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.

*

Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
Μαλλιά μπερδεμένα
Αιδοία γαντζωμένα
Με το στόμα σου για προσκεφάλι
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
Δίχως να μας χωρίζει ανάσα
Δίχως λέξεις να μας περισπούνε
Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
Δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
Συσπασμένη και ιδρωμένη
Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
Απʼ την αδράνεια φαγωμένη
Της έκστασης τρελή
Πάνω στον ίσκιο σου νά ʽχω ξεμείνει
Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού
Τα σάπια
Ευτυχισμένη.

*

Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου

*

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.


Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

*

Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

*

Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*“Ερωτικά”, Εκδόσεις Κείμενα, 1978. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το «Κιβώτιο». Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

*

ΜΝΗΜΗ

Μες στο θυμάρι, ανάμεσα στις πέτρες
(καλύτερα να σωπαίνεις, δεν θέλω να μιλώ)
Κάτω απ’ τον γαλάζιο ανοιξιάτικο ουρανό
(να ξεχνάς, αυτό τριάντα σου πήρε χρόνια)
Στους αγκαθότοπους θυμάρι ανθίζει
(ήταν στης νιότης την αυγή οι τρεις μου φίλοι)
Μια μέρα τ’ Απρίλη, μέρα ηλιόλουστη λαμπρή,
κείτονταν στο σωρό, είχαν κι οι τρεις τουφεκιστεί.

*

ΕΣΤΕΤ

Η ζωή έχει πρόσωπο, έτσι δεν είναι;
Στη φυλακή έλεγα…
Ο χρόνος το σβήνει όπως…
Βάλτε ένα νόμισμα στις γραμμές.
Όταν περάσει το τραίνο,
το νόμισμα μένει γυμνό,
χωρίς κορόνα, χωρίς γράμματα.
Είν’ ό,τι θέλω να πω…
η γυμναστική της φυλακής μ` εκνεύριζε.
Όχι, αυτό είναι λάθος. Με συγχωρείτε.
Μιλάω άσχημα τα γαλλικά.
Έπρεπε να πω
αυτό μου ήταν ανυπόφορο.

*

Ο ΣΦΥΓΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Πέφτει απαλά η βροχή στη γη
μα οι σταγόνες της ξανανεβαίνουν
στον ουρανό.

Πάει κι έρχεται η απαλή βροχή,
ανεβαίνει-κατεβαίνει με ρυθμό
και μέτρο,
σταθερά, όπως ο σφυγμός του κόσμου,

ο σφυγμός που κάνει το αίμα μου βροχή
να πέφτει,
που κάνει τη βροχή αίμα μου ν’ ανεβαίνει.

Λοιπόν, απατάσθε, αγαπητέ μου Κύριε.
Έχω βροχή περίσσια ακόμα στο κορμάκι μου
κι εσείς ήρθατε πολύ νωρίς, φίλε μου Θάνατε.

*

ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ

Το συρματόπλεγμα, ο καταυλισμός, καταλαβαίνετε,
συρρικνώνονταν καθημερινά,
τα σύρματα έπεφταν κατά πάνω μας
απ’ όλες τις πλευρές,
τ’ αστέρια κάθε μέρα χαμηλότερα.
Τα σκουριασμένα σύρματα πιο κοντά,
το στρατόπεδο πιο στενό,
το φως σκουριασμένο,
τ’ αστέρια από μέταλλο
καθημερινά κατέβαιναν
Καταλαβαίνετε;
Όχι, δεν κατάλαβαν.
Ήταν σιωπηλός! Ακόμη κι αυτός
δεν μπορούσε να εξηγήσει
πώς τ’ αστέρια έχουν γίνει
αγκάθινο στεφάνι.
Σαν τίποτα να μην είχε συμβεί,
πώς καταφέραμε να φορέσουμε
ένα συρμάτινο στεφάνι
για καπέλο.

*

ΣΑΦΗΝΕΙΑ

Όσο η θάλασσα κι αν ήταν ταραγμένη
όσο κι αν είναι σήμερα ήρεμη και λαμπερή.
Κι εγώ, πνιγμένος στο φως,
βλέπω ξαφνικά στο βάθος έναν αμφορέα,
που κινείται απαλά
απ’ τα θαλάσσια ρεύματα του βυθού.
Ένας αμφορέας ώχρας
με σχεδόν ξεθωριασμένα μαύρα σχέδια.
Βλέπω μέσα απ’ τα γαλανά νερά
τον αμφορέα μαύρο, με σχέδια ώχρας,
που μου θυμίζει κάτι ξαναϊδωμένο,
έναν αμφορέα διάφανο πολύ
με σχέδια γαλάζια
και φόντο κόκκινο της ώχρας.
Ναι, τον γνωρίζω!
Είναι το κεφάλι ενός αγάλματος.
Είναι –το γνωρίζω καλά– το ελληνικό μου
κεφάλι. Καρατομημένο.

*Αναδημοσίευση από το Νέο Πλανόδιο στο https://neoplanodion.gr/2025/06/16/exercices-de-redaction/?sfnsn=mo&fbclid=IwY2xjawK85g5leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFXTjZQeHM1bGVJM1l2eXJDAR5WqBSlM9ngwlMylk8ByfqKhIwivQgnWk8Oe2h_-7HoU2o2Yzq7gbYxLa6uJA_aem_Xr8AQ6G3pydhzstQ_lYrhw

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Σαν ένα κύμα

Σαν ένα κύμα θα ‘ρτει. Ή σαν το ξαφνικό φως που αστράφτει
στον ορίζοντα -φανάρι που δεν το ‘δειχναν οι χάρτες.
Σαν ένα κύμα. Πάνω στα λάδια και τα γράσσα, πάνω στα
μαύρα κουρασμένα σίδερα.
Σαν ένα κύμα. Στα βρώμικα, κρυφά φορτία. Στα σκοτεινά και φοβισμένα αμπάρια.
Σαν ένα κύμα θα’ρτει -μα εσύ πορεία μην αλλάξεις.
Δώσε το στίγμα κι ετοιμάσου μια για πάντα να ξυπνήσεις.

*Από τη συλλογή “Νόστιμον ήμαρ”, 1988.