ένα έτσι, είναι γοητευτική η αποχώρηση

Φωτογραφία: ένα έτσι

είναι γοητευτική η αποχώρηση

κοιτάς τους ανθρώπους
και σου θυμίζουν
ολοένα και λιγότερα πράγματα

καθώς χάνονται στο τοπίο
σε κάτι που μοιάζει με τοπίο
καθώς χάνεσαι κι εσύ

το ίδιο αισθάνονται κι αυτοί
είσαι απόλυτα βέβαιος για αυτό
καθώς σε κοιτούν να φεύγεις

κι αυτή τους η αίσθηση
τα μάτια τους όπως κεντρώνουν
το τίποτα μέσα από σένα

είναι ίσως η μισή ευχαρίστηση
το μισό βήτα
από την γοητεία μιας αποχώρησης

Τάσος Δενέγρης, Έξω απ’ το παράθυρό μου

Έξω απ’ το παράθυρό μου
Σωρός μαζεύτηκε το χώμα
Οι σκάλες γέμισαν σκουπίδια
Υπόγειο το βασίλειό μου
Κι η ερωμένη μου στο στρώμα
Κατάκοιτη, την ζώσαν φίδια.

Άνυδρη στέπα το μυαλό της
Δυο μήνες περπατούσαν λύκοι
Υπόγειο το βασίλειό της
Άγχος η θάλασσα και φρίκη.

Κοιτάζω απ’ το παράθυρό μου
Τις σκάλες και τον ουρανό
Και τα σκουπίδια όπως σας είπα
Κι αντί για θρόνο έχω σανό
Και για τροφή μου έχω μια τρύπα.

Η τρέλα τσάκισε το πάθος
Το πάθος που δεν έχει σβήσει
Ξυπνήσανε πανάρχαια μίση
Και μεις βουλιάζουμε σε βάθος.

Σε βάθος και πηχτό σκοτάδι
Το πάθος έσπασε στα τρία
Παγίδα τα ψυχιατρεία
Και το μυαλό σου στο πηγάδι.

Πρέπει να βγούμε από το έλος
Κι αν είναι κάποιος να επιζήσει
Αυτή είσαι εσύ που ‘χεις το βέλος
Σαν σύμβολο και έμβλημά σου
Τώρα πληρώνεις το έγκλημά σου
Και το ασυγχώρητο το λάθος
Να κρύβεις μέσα στην καρδιά σου
Τόση ζωή και τέτοιο πάθος.

Μεγάλη Τρίτη, 9 Απριλίου 1974

*Από τη συλλογή ”Ακαριαία”, Εκδόσεις Ύψιλον, 1985.

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Ποιήματα 

Μέ τό ‘να καί με τ’ άλλο
είχα δυό χρόνια ν’ ανεβώ στην ταράτσα
άπό τότε δηλαδή
πού τά πράγματα πήγαιναν καλά
Στό μεταξύ τό χωματόδρομο τόν στρώσαν βότσαλα
ή θάλασσα έμενε ακόμα καθαρή
οί γείτονες μεγαλώναν τό μωρό τους
τά γιασεμιά ψηλώσανε προς τήν ταράτσα
χρειάστηκε νά τά δέσουμε
μά_ πάλι δέν ανέβηκα
κι έστειλα τό παιδί του γείτονα

Εδώ πάνω έχετε ξεχάσει τά μάτια σας

Ήταν τά παλιά μου μάτια
θά ξεθώριασαν απ’ τόν ήλιο σκέφτηκα

Τό παιδί κατέβασε τά μάτια
εγώ έβαφα τά κάγκελα
—Τό γιασεμί δέθηκε είπε
καί πήρε φιλοδώρημα

Τά μάτια δέν είχαν ξεθωριάσει
είχαν σκουρήνει
σκούρο γαλάζιο του καπνού
τά τύλιξα σε καθαρό χαρτί
και τα φύλαξα στό μπαούλο μέ τα θυμητικά

Τό βράδυ ήρθαν φίλοι και ψήσαμε τ αρνί
τα πηρούνια μας ήταν πιό άνθρωποι άπό μας
κόκκινα μάτια κι ή άχνα του κρασιού
και θυμήθηκα τά μάτια μου
Όμως δεν ήταν στό μπαούλο
Κι ετσι άνέβηκα στήν ταράτσα μου μετά 8υό χρόνια
από τότε δηλαδή που ώς έλεγαν τά πράγματα
πήγαιναν καλά
Κι είδα πώς ή ταράτσα μου ήταν καράβι ·
—μπροστά ή θάλασσα νυχτωμένη
πίσω τό βουνό με τις ελιές—
και τά παλιά μάτια μου εκεί
φαναράκια δεξιά και ζερβά
του καραβιού (…)

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Ποιήματα

Μέτωπο μέταλλο κρούει τους καθρέφτες
άθικτος ορίζοντας
μεσίστιο βλέφαρο θαμπώνει ωκεανό,
αγάπησα έως εκεί που αρχινά το τελευταίο
κύμα

ύστερη ανάγκη αναδημιουργίας,
το καράβι επιταχύνει
στη θάλασσα τα σύννεφα
φτερά αγγέλου
πέρα, φωτιά στο δάσος
πέφτουν βελόνες πυρωμένες
σβήνουν πάνω μου
όπως τη νύχτα χάνονται ανάλαφρα τ’ άστρα

κάποιος σε στολίζει,
δεν είναι ο πεθαμένος
δεν είναι ο περσινός φίλος.

Μάτια διάπυρα ασύλληπτου ανθοφόρου.

Πιο κάτω ο ψαράς,
σκυφτός ξέπλεκε τα δίχτυα
όταν τα χέρια ακούμπησαν τα φρέσκα του
χρόνια
σκέφτηκε μήπως εξαπατήθηκε
τότε μίλησε για τη διαθήκη των άστρων
και γλώσσα χτυπούσε ακατάληπτη,

τελευταίο φεγγάρι στριμώξαμε στο μάτι
αφήσαμε στα δάχτυλα να πέσει
και τράβηξε μακριά
τα έδειξε ζωηρά και κίτρινα,
πείσμωσα σαν το πέτρινο κυκλάμινο
περιμένει άδειες ώρες να γεμίσει
εκείνες που κράτησαν την αφθονία των κύκνων
τους ηλιόλουστους τοίχους.

Με αναμμένη πέτρα θα γίνουμε φωτιά ξανά.

*Από τη συλλογή ”τοκάτα”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.

Αλόη Σιδέρη (1929-2004), Ραντεβού ΙΙ

Ήταν κιόλας αργά κι όμως δε φεύγαμε
πικρή η συνομιλία και δεν τέλειωνε
και τι συνομιλία να πεις – φράσεις μισές
“τώρα πια μόνο…” ή “ποιος ξέρει αν…”

Αν εξαιρέσουμε τυχαία συναπαντήματα
είχαμε κοντά χρόνο να ιδωθούμε
ή μάλλον πιο πολύ, ναι από τότε που…
κι τώρα τι να πρωτοπείς, τι να…

Όσο να με καλωσορίσει, όσο να παραγγείλουμε
είχε γυρίσει ο ήλιος, άλλαζε το φως
προχωρημένο πια Φθινόπωρο κι έκανε ψύχρα
ίσως δεν έπρεπε να κάτσουμε σ’ αυτό το τραπεζάκι.

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, Εκδόσεις Άγρα, 1999. Επίσης, δημοσιευμένο στο περιοδικό “Ποίηση”, τ. 12, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1998.

Βασίλης Μόσχος, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΓΚΗ

Αγκάλιασε

τον πόνο και την θλίψη και την αγωνία.

πιάσ’ τη ζωή και ξεφλούδισ’ την
πέτα στολίδια και καυχήματα.

Την ομορφιά της παραμέρισε
επικεντρώσου στην ασκήμια

όσα το βλέμμα κι η ψυχή αποστρέφονται
με ειλικρίνεια πόθησέ τα.

Συμφιλιώσου με την οργή
και τις αμέτρητες απώλειες.

Την πνιγηρή λαχτάρα για ευτυχία περιφρόνησε.

*

ΕΞΟΔΟΣ

Θα ξυπνήσεις ένα πρωινό και θ’ ανασάνεις
ήχους από βλέμματα αγαπημένα.

Θα ξαναβγείς στην πόλη.

Ποτέ δεν έλειψα, θα πεις, από τις άδειες
λεωφόρους τα ηλιοβασιλέματα επάνω

σε ταράτσες όλο σίδερο
πετρέλαιο και μπετόν.

Από ‘κει πάνω κοίταζες τον κόσμο

που περιμένει πάλι να σε πιει
σε διψασμένο όνειρο.

*Από τη συλλογή “Γιούνικ”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Θανάσης Πάνου, Στάχτη στο πάπλωμα

Βρήκε τον τρόπο
να με αλλοιώνει
να υπολογίζει τις συντεταγμένες μου
κατά το δοκούν
ν’ απαριθμεί τις άρρυθμες διαδρομές
γεμάτες σκόνη στο διάφραγμα
να με συμβουλεύει για το άδικο όνομα
να με συμπονά·
χωρίς ν’ αλλάξει καμία λειτουργία
χωρίς ν’ ακουστεί ούτε μια στάχτη
να πέφτει στο πάτωμα.


*Από τη συλλογή « Ασπρόμαυρα πλάνα», Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2025.

Asha Karami, Δεν δουλεύω πια για εσάς

αυτή ήταν η τελευταία φορά που μπήκα στο εταιρικό μου μέιλ
δεν είμαι πια το τέρας που ήμουν

στη ζωή μου δεν είχα το κομμάτι από την πίτα που δικαιούμουν
από εδώ και στο εξής θα με διαχωρίζω σαφώς από το περιβάλλον μου

παίρνω την ατζέντα μου
σήμερα αποφασίζω να ξεκινήσω αύριο
μια γαμημένη τελευταία προσπάθεια ανάκαμψης

γεννήθηκα με δύο κόλπους
και δεν πιστεύω στις πόρτες
είναι ο τρίτος μου θάνατος και είμαι ακόμα στα τριάντα

ούτε πιστεύω στους εμφύλιους πολέμους
κι ας μισώ την κουλτούρα σου
ίσως είμαστε οικογένεια γιατί κάπου εκεί έξω
υπάρχουν δυο ετεροθαλείς αδερφοί μου

όταν πεθάνω θέλω να είμαι παρούσα
δεν θέλω να συμβεί στον ύπνο μου θέλω
να πω αντίο να μην πεθάνω χωρίς εμένα

*Μετάφραση: Νάντια Πούλου

**Δημοσιεύτηκε στο στο τεύχος 32 (Χειμώνας-Άνοιξη 2025) του ΤΕΦΛΟΝ (αφιέρωμα στη σύγχρονη ποίηση από την Ολλανδία).

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΞΥΛΙΝΟ ΦΕΡΕΤΡΟ

…πετάει ο αγέρας κουρελόχαρτα
για ελευθερία και ειρήνη.

Άδειοι οι δρόμοι (1986)
(Σταύρος και Μαρία Κουγιουμτζή,
Γιώργος Νταλάρας)

Πεθαίνει ο κόσμος
από τις ισραηλινές βόμβες
από ματαιωμένες εξεργέσεις
από την καθημερινή ανοησία
από τη φτώχεια,
πεθαίνει ο κόσμος
στη Γάζα
στα Τέμπη
στα εργατικά διαμερίσματα
στις απλήρωτες υπερωρίες.

Πεθαίνει ο κόσμος
πεθαίνω κι εγώ
κι η νέα γενιά θα με φτύνει
με τραγούδια τραπ
για βιασμούς και για όπλα
πάνω από το ξύλινο φέρετρο.
Ξέρω, κανείς δεν αγάπησε
τα ποιήματα μου
για την Επανάσταση και τον Έρωτα,
ούτε κι εγώ.

*

ΚΥΡΙΕ ΛΟΓΑΓΕ!

Κύριε λογαγέ
των ισραηλινών στρατευμάτων!
Με το μπουζούκι παρά πόδα
στέκομαι προσοχή,
ορκίζομαι
θα υπερασπίζω με πίστην και αφοσίωσιν,
μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματος μου
τον αμυντικό πόλεμο στη Γάζα.
Με τις νότες μου θα χαρίσω
λίγες στιγμές ξεκούρασης
στους στρατιώτες μας,
τίποτα δεν ζητώ
παρά μόνο
μια καλή αμοιβή
για τις υπηρεσίες μου.

*

ΜΕ ΤΟ ΟΠΛΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Με το όπλο στο χέρι
με το μαχαίρι στα δόντια
πεινασμένος, άγρυπνος
και γυμνός
θαμμένος στα χαλάσματα
αντιστέκεσαι.
Ψηλά στον ουρανό
τα κοράκια
υμνούν το τέλος
της αντίστασης,
γύπες προσμένουν
το θάνατο σου
χωρίς να νιώθουν
πως η αθάνατη ψυχή σου
έχει ήδη νικήσει,
τα άρματα μάχης
τις αερομεταφερόμενες ταξιαρχίες
τα βομβαρδιστικά
τις έξυπνες βόμβες.
Εκεί που χύθηκε
το αίμα σου
εκεί αναστήθηκε
η Παλαιστίνη.

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

Το κράνος και το φορτίο

Στάθηκα στὴν καμπὴ τοῦ δρόμου
στὸ βουνὸ μὲ τὰ βράχια,
κι ἕνα βοσκόπουλο
μοῦ πρόσφερε μαῦρο
γλυκὸ ψωμί, νερὸ
καὶ πικραμύγδαλα.
 
Λιβάδια ζοφερὰ τὴν αὐγή,
ὁμιχλώδη βουνὰ τῆς Μουργκάνας,
τοπία νεκρά,
μοῦ’ χετε κλέψει τὰ νιάτα
καὶ τὸ γέλιο.

*

Άδεια νοσοκομεία (απόσπασμα)

(…)
Τα μεσάνυχτα οι φτωχοί ποιητές/
με χειρόγραφα στις τσέπες/
των φθαρμένων μαύρων κοστουμιών τους/
στέκουν ακίνητοι σαν παγωμένοι/
στο πλακόστρωτο του λιμανιού/
προσμένοντας μ’ απελπισία τον Άνθρωπο/
που δεν έρχεται από πουθενά/
και που δεν πρόκειται να φτάσει/
αφού δεν υπάρχει. (…)

 
*Από τη συλλογή“Τρωτό σημείο” (1949)]. Μετάφραση: Γιώργος Δανιήλ. Παρατίθεται στο βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ “Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης”, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981, σελ. 189 (του πρώτο) και σελ. 201 (του δεύτερο). Αναδημοσίευση από εδώ: https://vardavas.wordpress.com