Βερονίκη Δαλακούρα, Δύο ποιήματα

Λιθοβολισμός

Δώστε μου χιόνι·
βυθίζονται τα πόδια σκύλου
ερημιά.

Φέρτε τους πάγους –
κρέμονται από τα μάτια ωχρής γυναίκας
τη σάρκα έκλεψε πριν
η ελπίδα μας μαγέψει.

Αλλάξτε το πρόσωπό μου
σε ορυχείο ασήμαντο·
το χαμόγελο μάταια περιμένει
στερέωμα διάστικτο
εμένα.

Επιστρέψτε στις πόλεις σας
μ’ ακούτε; Αργές περπατησιές
βλέμματα πόθου, φόβος
συντριβής.

Σας έφερα το παιδί της νύχτας
δεν βλέπετε στο δέρμα του ακίδες
και ένα φως από το σκοτεινό
καμένο;

Γυρίστε μου τη φιδομάνα·
την έβαλα σ’ ένα καλάθι
που το αγκάλιαζα στην κόγχη
και τρέλανα από τη βία
της αγάπης.

Όλα τελειώσαν, άνθρωποι,
μέσα σε χύτρες αποφόρια
και λιμάνια με τη βρομιά
ενός λαδιού από στουπί που
βύζαινα πριν
δώσω στη σκιά ό,τι
οφείλω.

*

Πεινασμένο

Αναμαλλιασμένο
σε βρίσκω
μες στο μεθύσι των σκουπιδιών
στεγνή θάλασσα άλαλες αχιβάδες
μυστικός στρατός, βαρήκοε.
Κλειδαμπαρωμένοι οι βασανιστές μου
για να μη βλέπω
και να μη θυμάμαι τον ακέφαλο
μύλο που ξεδοντιασμένος
αποχαιρετά.
Τώρα σ’ αγκαλιάζω
επισκέπτη
μοναδικέ προστάτη μου
έως ότου φύγει
για πάντα το φιλέρημο.

*Από τη συλλογή “Καρναβαλιστής”, Εκδόσεις Κέδρος, 2011.

Γιώργος Κοζίας, Το πορτρέτο του καλλιτέχνη τον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας

Καστέλι τοῦ Μωριᾶ καὶ κάστρο
τοῦ Καράμπαμπα γιὰ χαμηλῶστε λίγο

Κι ὅπως ἀνέβαινα μὲ τὸ κερὶ στὸ στόμα
τὴ σκάλα τῶν θαυμάτων
τραβᾶνε τὰ σχοινιὰ εὐυπόληπτοι
φιλήσυχοι ἀστοί
μελανοχίτωνες, γιάνκηδες
καὶ πέφτω
σὰν τὸν Δανιὴλ στὸν λάκκο τῶν λεόντων

Τοὺς γραμματεῖς καὶ
φαρισαίους νὰ φοβᾶσαι, ὦ ψυχή μου…

Ξάφνου μὲ πιάνει ὁ σεβντάς, τινάζομαι
Ἐγὼ στὶς λάσπες, λέω, δὲν πατῶ, μήτε
βορὰ θὰ γίνω τῶν θερίων
Παρὰ μονάχα τὴν ψηλὴ σκάλα
θὰ ἀνεβαίνω
ἀγέρωχος, εὐθυτενὴς
μὲ τὰ κουδούνια καὶ τὸ ξυράφι τῶν τρελῶν

Τοὺς γραμματεῖς καὶ
φαρισαίους νὰ φοβᾶσαι, ὦ ψυχή μου…

Πάνω ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων
τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὴ μικρότητα
Τί λάμπει, τί βροντᾷ στὸ ἀστροφώτιστο κενὸ
καὶ τὸ σπαθὶ σηκώνει
Ἕνα βουβὸ ἄφες αὐτοῖς μᾶς στεφανώνει.

*Από τη συλλογή “Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Adrian Kasnitz, Αφεντικά

Ο πατέρας μου δούλεψε σε πολλές φάμπρικες
στην πόλη. Πουθενά δεν έμεινε πολύ και παντού
τον θεωρούσανε ηλίθιο. Ακόμα κι όταν
έκανε ακριβώς τη δουλειά που του είχαν αναθέσει.
Όχι όμως όσο γρήγορα όφειλε. Στη γραμμή συναρμο-
λόγησης, στην αποθήκη, κάποιες φορές στον κήπο.
Μπορούσε τα πάντα και δεν μπορούσε τίποτα.
Έκανε λοιπόν τα πάντα ποτέ όμως όπως
ήθελαν οι διοικούντες, που δεν ήξεραν καν
το όνομά του. Ήταν  απλά ένας ανειδίκευτος
που δεν ήξερε καλά καλά να γράφει.
Μπορούσε όμως να διαβάσει τα σπειρώματα, τις ραβδώσεις,
τους αρμούς και τις θυρίδες. Παραήταν δυνατός
παραήταν αδύνατος, πάντα έβρισκαν τρόπο
για να τον ξεφορτωθούν. Ήμασταν ευτυχείς όταν
είχε δουλειά, γιατί τότε δεν παρίστανε στο σπίτι
το αφεντικό. Δούλεψε στην Busch-Jaeger
Στη Phoenix, στη Vossloh, στη Wilesco και
κάθε που διασχίζουμε την πόλη με τ’ αυτοκίνητο
πάντα μου δείχνει τα μέρη όπλο δούλεψε: “Έχω δουλέψει
εδώ, κι εδώ, κι εδώ”. Ποτέ δεν είπε: “Πέθανα
Στη δουλειά”, ποτέ δεν είπε: “Δούλευα σαν το σκυλί”.
Η δουλειά ήταν αναγκαίο κακό, ποτέ δεν σε καθόρισε
ποτέ δεν ήταν έκφραση της ταυτότητάς σου. Αυτό
ισχύει ακόμα για μας. Δεν ανήκουμε πουθενά και σε κανέναν.
Είμαστε απλά άνθρωποι, απλοί άνθρωποι, που δεν θέλουμε
να είμαστε αφεντικά, που δεν ανεχόμαστε τ’ αφεντικά.

Adrian Kasnitz (1974)  από τα «Εννέα Ποιήματα», μετάφραση από τα γερμανικά Zazra Khaleed, περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 33. Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Για μια σκέψη του Σαρτρ

Η κόλαση
είναι
οι άλλοι

αν
οι άλλοι
είσαι
εσύ

τότε
η κόλαση
είσαι
εσύ

*

Μαντάμ

Ζητάς να σου δανείσω
την Μποβαρύ

την Έμμα
που εγκαταλείπει
δυο ζωές

την Μποβαρύ
αν θέλεις
την τολμάς
δεν τη δανείζεσαι

*

Ιωνάθαν

Στην ταχυσφυγμία
εδρεύει το κλάσμα εξώθησης
μικρή
είχες μπούκλες ξανθές
σε βάζανε στο κεφαλόσκαλο
δεν κούναγες
ώσπου να σε μαζέψουμε
δυο μέτρα ύπαρξη
κουκλάρα

σε λένε Ιωνάθαν
αρσενικό γλαρόνι με άνοιγμα φτερών

*από τη συλλογή “στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, αποσπάσματα

Η γάτα

Κάτι αναπτύσσεται σ’ αυτές τις κάμαρες, μέσ’ από γέλια και ψιθυρίσματα, που κάποια μέρα θα στραφεί εναντίον μου σα γάτα που αγριεύει. Η καμπύλη μιας ράχης τινάζεται κάποτε αχνή στον αέρα, με μιαν ένταση σπάνια για δοκιμή. Θα είναι, σκέφτομαι, η σπανιότερη γάτα του κόσμου. Βάζω φαγάκι και νερό σε μια γωνιά, καλοπιάνω τις γάτες που ξέρω. Και νιώθω ανίσχυρη, πάμφτωχη. Δε θα μερώνει, δε θ’ αγοράζεται, θα μου βγάλει εξάπαντος τα ωραία μου μάτια.

[Ο μέγας μυρμηγκοφάγος]

8

Από χρυσό και μαύρο


Νύχτα, εσύ που περνάς τ’ αστεράκια σου απ’ το πιο ψιλό κοσκινάκι, και κρατάς μόνο τα λεπτά, τα λαμπερά, τα φίνα, δίδαξε και μένα πώς να φτιάξω, από χρυσό και μαύρο, μια μικροσκοπική αστροφεγγιά.

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Τρία ποιήματα

στην Επταχάλκου

Φορές που φιληθήκαμε πολύ στην Επταχάλκου
με ημίπαλτο, λυκόφως και βροχή πλάι στο βράχο με τα δίφυλλα παράθυρα και τις κορνίζες στα καθιστικά και τα υπνοδωμάτια και την άσπρη πινακίδα παραδίπλα, “Διατηρείτε το βράχο καθαρό” έγραφε, μέναμε να αναρωτιόμαστε γιατί μόνο τον βράχο και όχι όλο τον ωραίο δρόμο Επταχάλκου με τα γκρενά περβάζια του και τις φωτογραφίες γάμων στις κορνίζες.
Κρίμα να μέναμε με τέτοιες απορίες, άλλοτε πριν, ή και εν μέσω, κι άλλοτε αμέσως μετά τις τρυφερές μας περιπτύξεις.

*

Κάτω από τα δόντια του μεσημεριού

Ξέρω πως
αν τεντώσω τα χέρια μου θα σ’ ακουμπήσουν
και
το χιόνι στις σόλες μου και στο γιακά μου
και στις στέγες των σπιτιών με το ωραίο φινίρισμα
και
σ’ εκείνα τα φασαριόζικα πουλιά στα βουλεβάρτα,
το χιόνι, λέω, θα λιώσει
και τότε ιθύνοντες και περαστικοί θα μαγευτούν
και θα στήσουν ψιλή κουβέντα με το σώμα τους
και ποια μέρη τους υπάρχουν αυθύπαρκτα
και ποια μέσα από τα σώματα
που έχουν αγγίξει με τα χέρια τους
κάτω από τα δόντια του μεσημεριού και αλλού

*
Είναι ήδη νωρίς

-Μίλα μου.
-Να σε φιλήσω θέλω. Να σε φιλήσω φιλώντας σε.
-Μίλα μου ακόμα.
-Να με φιλήσεις θέλω. Να με φιλήσεις φιλώντας με.
-Λευκό το μαύρο μου στο σώμα σου.
-Πάμε τώρα. Πάμε. Είναι ήδη νωρίς.

]
*Από την συλλογή “stanza”, Εκδόσεις Gutenberg 2021.

Μαρία Πανούτσου, Μήπως και βρέξει

Εικόνα πρώτη:
Έχουμε πεθαμένους,
ζωντανούς νεκρούς, για ποικιλία.

Εικόνα δεύτερη:
Όσοι ονειρεύονται ακόμη λευτεριά,
θυμούνται στιγμές ζωής,
μα δεν θρηνούν φανερά,
ντρέπονται που δεν τα κατάφεραν.

Εικόνα τρίτη:
Στο πέλαγος, εκεί που πλέναν τα πόδια τους κάποτε,
πλέουν φωτογραφίες προγόνων,
όμως δεν θρηνούν και πάλι.

Εικόνα τέταρτη:
Εκεί έξω, κάποιοι κλέβουν ό,τι άφησαν οι τελευταίοι,
και οι διαθήκες πετσοκομμένα κορμιά… κι αυτές.

Εικόνα πέμπτη:
Η γη δεν συμμετέχει.

Επίλογος:
Θυμήθηκα πως κάθε φορά που έβρεχε,
έκανα μια ευχή, όχι συγκεκριμένη —
απλά έβγαινε ένα «αχ».
Και αμέσως η μνήμη απολάμβανε στιγμές,
ενώ εγώ, παρατηρητής,
ανήμπορος ακολουθούσα

2025 

Κώστας Ριτσώνης (1946-2015), Τρία ποιήματα

Σας αγαπάω κορίτσια
εργάτριες στο καινούργιο εργοστάσιο
που φτιάξαν ξένοι στο χωριό
για φτηνότερα χέρια

Πόσο μ΄αρέσει τ’ άγριό σας πρόσωπο
όλο χωριάτικη πονηριά

Πλουτίζοντας τους βιομηχάνους
γίνατε πιο ελεύθερες
με τα λεφτά σας αγοράζετε μπλου-τζην
που τώρα τα ανέχεται η ηθική
του σεμνού σας χωριού

κι όταν καμιά φορά βάζετε τα καλά σας
στο νυφοπάζαρο της πλατείας
πολύχρωμα φουστάνια
με φύλλα και κλαδιά
κοιτάζοντάς σας νομίζω πως είστε
δέντρα

*

Τα ποιήματα
το ένα δίπλα στ’ ‘άλλο
θυμίζουν σπίτια

Ανάλογα με τους στίχους
τα πατώματά τους

Για μένα πιο όμορφα
είναι τα χαμηλά
σαν τσαρδάκια

*

Δυό ξανθιά μερμήγκια
κουβαλούν στις πλάτες τους
ένα κόκκο ζάχαρη
ένα κόκκο καφέ
για το καφενείο
της μερμηγκοφωλιάς

*Από τη συλλογή “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης”, Εκδόσεις Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη 1982.

Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Τρία ποιήματα

2024), Τρία ποιήματα

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Και που να πάω μου λες
γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα
πέθανα κι αναστήθηκα εδώ

Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά
όταν με πήρανε φαντάρο

Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές
την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ
χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες

Και πού να πάω μου λες
κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα
άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω
πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας

*

ΜΙΣΗ ΣΑΡΔΕΛΑ

Βομβάρδιζαν οι Ιταλοί με τ’ αεροπλάνα τους
σαφής η διαταγή πάση θυσία
αποκατάσταση της επικοινωνίας
Υπάκουσες ανέβηκες στο τηλεγραφόξυλο
διόρθωσες τη ζημιά βγήκες ζωντανός
Σαν αναγνώριση ανδρείας η πατρίδα
σε αντάμειψε με μισή —στο μπράτσο σου— σαρδέλα
Από τότε με τα μάτια κλειστά κάνεις τον πεθαμένο
κι άλλοτε πως κοιμάσαι μα δε με ξεγελάς
εμένα που σ’ αγάπησα πολύ
ούτε κοιμάσαι ούτε πέθανες
μόνο δείχνεις στον μονάκριβό σου
πώς να γλυτώνει απ’ τις σφαίρες

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας


*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Αλέκος Λούντζης, Ξεκούρδιστο πορτοκάλι

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

κι εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ τους
σε κουκλοθέατρο
γενέθλια σε κλουβί

δεν είναι για γραφή απ΄ τη μεριά αυτή
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποιος λόγος σβήνει το νερό για να μας νανουρίσει;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
νησάκι στην αγρύπνια μας κάθε μισός Μεσσίας
Άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
Άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως γνωρίζετε
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, Εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός, 2021