Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Δύο ποιήματα

ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΑ


Το σκοτάδι ανάβει και όλα γίνονται
η ίδια μαύρη σάρκα.
Τα σπίτια μαζεύουν τα μωρά τους,
οι γάτες ανοίγουν τα μάτια τους,
ενώ η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.
Τα ανθρώπινα επιτεύγματα εξοικονομούν ενέργεια
από το φεγγαρόφωτο που σκαλώνει στοργικά
στα παιδικά χείλη.
Τα τελεσίγραφα των αδιόρθωτων εχθρών
εφημερίδες που καίγονται για να καπνίσουν ρέγκες,
ενώ η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.
Η τέχνη της επίμονης προσπάθειας ανήκει στις γυναίκες.
Όταν τα χέρια των ανδρών βρίσκονται μονίμως στη σκανδάλη
αυτές, μόνο με μια καλή τους σκέψη, γεμίζουν τις χύτρες φαγητό
κι αυτό το λένε ειρήνη,
ενώ η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.
Τα παιδιά με μια καρδιά στο στόμα
προετοιμάζονται για την απώλεια
και νιώθουν τη δύναμη πρώτα στα πέλματα,
μετά πετούν,
ενώ η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.
Οι σειρήνες όλου του γνωστού κόσμου προειδοποιούν
ότι μπορούμε να ξανοιχτούμε στα άστρα
την ίδια ώρα που βομβαρδίζουμε τους νέους κόσμους με παλιούς,
ενώ η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.
Η ζωή αναπαράγεται ακατάπαυστα.


*


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΙΜΑΝΙ


Ψάχνουν οικόπεδα να στήσουν
νέο παράδεισο,
κι εδώ στα μέρη μας
ο έρωτας βασανισμένος
χάνεται στα άσυλα
κι ο θάνατος, σαν το ψωμί που κόβω,
μοιράζεται δίχως να τελειώνει,
όλοι παίρνουν το κομμάτι τους.
Το σπίτι μου δεν έχει χέρια
και κλειδιά, μα πάει καιρός
που δεν έχει πια και πόρτα.
Πάνω σε χαρτί γυαλιστερό
με κόκκινα γράμματα
θα γράψω ίσα ίσα
για το βλέμμα που ανασαίνει
και το τραγούδι που με λύγισε
θα το παγιδέψω στην αιωνιότητα
με μια λούπα.


*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Έναστρον Εκδόσεις, 2024.

Erich Mühsam, Song of the Young Anarchists / Τραγούδι των Νέων Αναρχικών

Freedom! It is urged from out of the graves,
That mark the fighters of yesterday.
Freedom! It is enticed from the winds,
That future storms will awaken.
That freedom will be predestined
Upheld, tomorrow’s children, ready for you.
Purify the desecrated earth –
Help to bring to light the new age!


Free men shall live,
Where the forced slaves creep,
Men from all walks of life
who greet and toast each other richly.
Unburdened by rules,
Without lords and without state –
freedom only can heal the world.
Tomorrow’s children, through your act!


Youth, gather into crowds.
Fighting to win your future.
Who would fully live life,
Let him live with death.
Future ones! Through holy forebears
Thirsted the world after happiness and light.
Think to the black halyards:
Freedom is youth’s duty!


Ελευθερία! Ζητείται από τους τάφους,
Που σηματοδοτούν τους μαχητές του χθες.
Ελευθερία! Προκαλείται από τους ανέμους,
Που θα ξυπνήσουν μελλοντικές καταιγίδες.
Αυτή η ελευθερία θα είναι προορισμένη
Να διατηρηθεί, παιδιά του αύριο, έτοιμη για εσάς.
Καθαρίστε τη βεβηλωμένη γη –
Βοηθήστε να φέρει στο φως τη νέα εποχή!


Οι ελεύθεροι άνθρωποι θα ζήσουν,
Εκεί όπου οι αναγκαστικοί σκλάβοι σέρνονται,
Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα
που χαιρετούν και προπονούν ο ένας τον άλλον πλούσια.
Απαλλαγμένοι από κανόνες,
Χωρίς άρχοντες και χωρίς κράτος –
μόνο η ελευθερία μπορεί να θεραπεύσει τον κόσμο.
Παιδιά του αύριο, με τη δράση σας!


Νέοι, συγκεντρωθείτε σε πλήθη.
Παλέψτε για να κερδίσετε το μέλλον σας.
Όποιος θέλει να ζήσει πλήρως τη ζωή,
Ας ζήσει με το θάνατο.
Μελλοντικοί! Μέσα από τους ιερούς προγόνους
Ο κόσμος διψούσε για ευτυχία και φως.
Σκεφτείτε τα μαύρα σχοινιά:
Η ελευθερία είναι καθήκον της νεολαίας!


*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης
**Πηγή: http://www.bachlund.org/Gesang_der_jungen_Anarchisten.htm

Nίκος Σφαμένος, Μονάχα

Φωτογραφία: Evren Coskun

τον συναντώ κάθε βράδυ
στους μοναχικούς μου περιπάτους
έξω απ’ το κατάστημα παιχνιδιών
της γειτονιάς
να κουνά γελώντας
το κουδούνι του
με τη στολή
του Αϊ Βασίλη


τα παιδιά διασκεδάζουν 
μαζί του 
φωτογραφίζεται
με το πλήθος
ενώ ακούγονται 
χαρούμενα τραγούδια


μονάχα αργά
τις νύχτες του
όταν βγάζει τη στολή
ανοίγει το παράθυρο
κάτι μουρμουρίζει
και -τι παράξενο-
κλαίει

Ρωξάνη Νικολάου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Christine Hagia

Κόκκινη άμμος


Κοιμήθηκε το καημένο
στα πόδια μου
του θανατά θλιμμένο
το ένιωθα που ονειρευόταν
κατάχαμα λέει καθόταν
κι έγραφε
μέσα στα ερείπια τ’ ουρανού


κι από τις άκριες των ματιών του
έτρεχε κόκκινη


έσταζε πάνω
στο κέλυφος του θανάτου
και πάνω στα χέρια τους


κόκκινη άμμος


αυτών που έξω απ’ τ’ αμάξι τον σύρανε
κι εκείνου που είπε
“αφήστε τον σ’ εμένα!”


γίναν κλεψύδρα


στης κόλασης το χρόνο.


*


Διπλός ίσκιος


Πίσω από το παραθυράκι με το ολονύχτιο φως
κοιμάται μια γυναίκα, πίσω από το δωμάτιο
που κοιμάται είναι η αυλή και πιο μέσα
τα νύχια της είναι βαμμένα σκούρο βυσσινί
ακούγεται η φωνή του άντρα της (θα πεθάνει
πριν απ’ αυτήν μ’ ακόμα δεν το ξέρουν)


τρέχω με τα παιδιά της ανάμεσα
στους τενεκέδες με τα λουλούδια
ανοίγουμε την πόρτα της αυλής, βγαίνουμε
στο δρόμο έρχονται κι άλλα παιδιά
συνεχίζουμε να παίζουμε μέχρι να σκοτεινιάσει
μέχρι η φωνή της μητέρας να με καλέσει δυνατά
από το σπίτι με τις φοινικιές.


Αφήνω απρόθυμα το παιχνίδι και κατεβαίνω.


το σπίτι μας μοιάζει μακρινό, αφύσικα στημένο
τα δέντρα στέκονται ασάλευτα στον ξαφνικό αέρα
κι η μητέρα αγέλαστη στην πόρτα


μου δείχνει τον ίσκιο που μας κοιτάζει.


Πηγαίνω κοντά του και προσπαθώ να του μιλήσω
Σε μια γλώσσα που έχει χαθεί.


*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης“. Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2022.

Lidija Dimkovska, Emptiness / Κενό

The owner of the house
of glass and bricks has died.
In the yard stand forlorn
the helicopter under the tarpaulin,
the motorbike leaning on the fence,
the two hens curled up,
one here, one there,
and the rooster,
waking up only himself,
(emptiness, emptiness)
wondering
what he’s still doing here.

An image crosses his mind,
of street prostitutes
warming themselves by a fire
while the clients in cars
drive in circles round them
pushing hard on the gas pedal,
and he and the hens
fly above them towards death.
Emptiness, emptiness.
The owner didn’t get to cut his head off,
but the rooster can no longer feel
his own head.

Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού
από γυαλί και τούβλα έχει πεθάνει.
Στην αυλή στέκονται εγκαταλελειμμένα
το ελικόπτερο κάτω από το μουσαμά,
η μοτοσικλέτα ακουμπισμένη στο φράχτη,
οι δύο κότες κουλουριασμένες,
η μία εδώ, η άλλη εκεί,
και ο κόκορας,
που ξυπνάει μόνος του,
(κενό, κενό)
αναρωτιέται
τι κάνει ακόμα εδώ.

Μια εικόνα περνά από το μυαλό του,
με πόρνες του δρόμου
να ζεσταίνονται δίπλα στη φωτιά,
ενώ οι πελάτες τους με τα αυτοκίνητα
κάνουν κύκλους γύρω τους
πατώντας δυνατά το γκάζι,
και αυτός και οι κότες
πετούν πάνω τους προς το θάνατο.
Κενό, κενό.
Ο ιδιοκτήτης δεν κατάφερε να του κόψει το κεφάλι,
αλλά ο κόκορας δεν μπορεί πλέον να αισθανθεί
το κεφάλι του.

*Μετάφραση από τα Μακεδονικά στα Αγγλικά: by Ljubica Arsovska και Patricia Marsh-Stefanovska. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Σχετικός σύνδεσμος: https://www.benningtonreview.org/twelve-dimkovska

Diane Di Prima, Revolutionary Letter #75 / Επαναστατική Επιστολή #75

RANT


You cannot write a single line w/out a cosmology
a cosmogony
laid out, before all eyes
there is no part of yourself you can separate out
saying, this is memory, this is sensation
this is the work I care about, this is how I
make a living
it is whole, it is a whole, it always was whole
you do not ‘make’ it so
there is nothing to integrate, you are a presence
you are an appendage of the work, the work stems from
hangs from the heaven you create
every man / every woman carries a firmament inside
& the stars in it are not the stars in the sky
w/out imagination there is no memory
w/out imagination there is no sensation
w/out imagination there is no will, desire
history is a living weapon in yr hand
& you have imagined it, it is thus that you
‘find out for yourself’
history is the dream of what can be, it is
the relation between things in a continuum
of imagination
what you find out for yourself is what you select
out of an infinite sea of possibility
no one can inhabit yr world
yet it is not lonely,
the ground of imagination is fearlessness
discourse is video tape of a movie of a shadow play
but the puppets are in yr hand
your counters in a multidimensional chess
which is divination
& strategy
the war that matters is the war against the imagination
all other wars are subsumed in it.
the ultimate famine is the starvation
of the imagination
it is death to be sure, but the undead
seek to inhabit someone else’s world
the ultimate claustrophobia is the syllogism
the ultimate claustrophobia is ‘it all adds up’
nothing adds up & nothing stands in for
anything else
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
THE ONLY WAR THAT MATTERS IS THE WAR AGAINST
THE IMAGINATION
ALL OTHER WARS ARE SUBSUMED IN IT
There is no way out of the spiritual battle
There is no way you can avoid taking sides
There is no way you can not have a poetics
no matter what you do : plumber, baker, teacher
you do it in the consciousness of making
or not making yr world
you have a poetics : you step into the world
like a suit of readymade clothes
or you etch in light
your firmament spills into the shape of your room
the shape of the poem, of yr body, of yr loves
A woman’s life / a man’s life is an allegory
Dig it
There is no way out of the spiritual battle
the war is the war against the imagination
you can’t sign up as a conscientious objector
the war of the worlds hangs here, right now, in the balance
it is a war for this world, to keep it
a vale of soul-making
the taste in all our mouths is the taste of our power
and it is bitter as death
bring yr self home to yrself, enter the garden
the guy at the gate w/the flaming sword is yrself
the war is the war for the human imagination
and no one can fight it but you / & no one can fight it for you
The imagination is not only holy, it is precise
it is not only fierce, it is practical
men die everyday for the lack of it,
it is vast & elegant
intellectus means ‘light of the mind’
it is not discourse it is not even language
the inner sun
the polis is constellated around the sun
the fire is central


ΠΑΡΑΠΟΝΟ


Δεν μπορείς να γράψεις ούτε μια γραμμή χωρίς μια κοσμολογία,
μια κοσμογονία,
απλωμένη μπροστά στα μάτια όλων.
Δεν υπάρχει κανένα μέρος του εαυτού σου που να μπορείς να διαχωρίσεις,
λέγοντας: αυτό είναι μνήμη, αυτό είναι αίσθηση,
αυτό είναι το έργο που με ενδιαφέρει, έτσι
βγάζω τα προς το ζην.
είναι ολόκληρο, είναι ένα σύνολο, πάντα ήταν ολόκληρο
δεν το «κάνεις» έτσι
δεν υπάρχει τίποτα να ενσωματώσεις, είσαι μια παρουσία
είσαι ένα παράρτημα του έργου, το έργο πηγάζει από
κρεμάμενα είδη από τον ουρανό που δημιουργείς
κάθε άντρας / κάθε γυναίκα κουβαλάει ένα στερέωμα μέσα του
και τα αστέρια σε αυτό δεν είναι τα αστέρια στον ουρανό
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει μνήμη
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει αίσθηση
χωρίς φαντασία δεν υπάρχει θέληση, επιθυμία
η ιστορία είναι ένα ζωντανό όπλο στο χέρι σου
και εσύ την έχεις φανταστεί, έτσι είναι που
«ανακαλύπτεις μόνος σου»
η ιστορία είναι το όνειρο του τι μπορεί να είναι, είναι
η σχέση μεταξύ των πραγμάτων σε ένα συνεχές
φαντασίας
αυτό που ανακαλύπτεις μόνος σου είναι αυτό που επιλέγεις
από μια άπειρη θάλασσα δυνατοτήτων
κανείς δεν μπορεί να κατοικήσει στον κόσμο σου
αλλά δεν είναι μοναχικός,
η βάση της φαντασίας είναι η ατρόμητη διάθεση
ο λόγος είναι η βιντεοκασέτα μιας ταινίας με σκιές
αλλά οι μαριονέτες είναι στα χέρια σου
οι πιόνια σου σε ένα πολυδιάστατο σκάκι
που είναι μαντεία
και στρατηγική
ο πόλεμος που έχει σημασία είναι ο πόλεμος ενάντια στη φαντασία
όλοι οι άλλοι πόλεμοι υποτάσσονται σε αυτόν.
η απόλυτη πείνα είναι η πείνα
της φαντασίας
είναι σίγουρα θάνατος, αλλά οι ζωντανοί νεκροί
επιδιώκουν να κατοικήσουν στον κόσμο κάποιου άλλου
η απόλυτη κλειστοφοβία είναι ο συλλογισμός
η απόλυτη κλειστοφοβία είναι «όλα ταιριάζουν»
τίποτα δεν ταιριάζει και τίποτα δεν αντικαθιστά
οτιδήποτε άλλο
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΑ
ΣΤΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΕΝΣΩΜΑΤΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ
Δεν υπάρχει διέξοδος από την πνευματική μάχη
Δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις να πάρεις θέση
Δεν υπάρχει τρόπος να μην έχεις μια ποιητική
ανεξάρτητα από το τι κάνεις: υδραυλικός, φούρναρης, δάσκαλος
το κάνεις με τη συνείδηση ότι δημιουργείς
ή δεν δημιουργείς τον κόσμο σου
έχεις μια ποιητική: μπαίνεις στον κόσμο
σαν ένα έτοιμο κοστούμι
ή χαράζεις στο φως
το στερέωμα σου χύνεται στο σχήμα του δωματίου σου
στο σχήμα του ποιήματος, του σώματός σου, αυτών που αγαπάς
Η ζωή μιας γυναίκας / η ζωή ενός άνδρα είναι μια αλληγορία
Καταλάβετέ το
Δεν υπάρχει διέξοδος από την πνευματική μάχη
ο πόλεμος είναι ο πόλεμος ενάντια στη φαντασία
δεν μπορείτε να δηλώσετε αντιρρησίες συνείδησης
ο πόλεμος των κόσμων κρέμεται εδώ, αυτή τη στιγμή, σε ισορροπία
είναι ένας πόλεμος για αυτόν τον κόσμο, για να τον διατηρήσουμε
μια κοιλάδα δημιουργίας ψυχής
η γεύση στο στόμα όλων μας είναι η γεύση της δύναμής μας
και είναι πικρή σαν τον θάνατο
φέρε τον εαυτό σου σπίτι στον εαυτό σου, μπες στον κήπο
ο τύπος στην πύλη με το φλεγόμενο σπαθί είναι ο εαυτός σου
ο πόλεμος είναι ο πόλεμος για την ανθρώπινη φαντασία
και κανείς δεν μπορεί να τον πολεμήσει εκτός από σένα / & κανείς δεν μπορεί να τον πολεμήσει για σένα
Η φαντασία δεν είναι μόνο ιερή, είναι και ακριβής.
Δεν είναι μόνο έντονη, είναι και πρακτική.
Άνθρωποι πεθαίνουν κάθε μέρα από την έλλειψή της.
Είναι απέραντη και κομψή.
Intellectus σημαίνει «φως του νου».
Δεν είναι λόγος, δεν είναι καν γλώσσα.
Είναι ο εσωτερικός ήλιος.
Η πόλη είναι συγκεντρωμένη γύρω από τον ήλιο.
Η φωτιά είναι κεντρική.


*Από το βιβλίο Diane Di Prima’s Revolutionary Letters, Silver Press, 2021. Αρχικά εκδόθηκε από το City Lights Books το 1971. Ακολούθησαν επανεκδόσεις το 1974, 1979,2007 και 2021.
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Dina Kafiris (Ντίνα Καφίρη), Ωσάν Θεός

για τον Νάνο Βαλαωρίτη


Στιγμή μνημειώδης/ αυτή η κενή οθόνη/


συναντιέστε ξανά σαν παλιοί φίλοι/ κατά πρόσωπο/ χωρίς ίχνος απόρριψης/ χωρίς τεχνάσματα/ ατόφιο μυθιστόρημα χωρίς περικοπές/ παραμένεις πιστός/ ευελπιστείς πως οι λέξεις θα ξεπηδήσουν χωρίς τη συμβολή σου/ θα ξετυλίξουν μια ιστορία μπρος στα μάτια σου/ καλωσορίζεις τη σκέψη/ σταθμίζεις τις πιθανότητες/ οραματίζεσαι τη διασκευή/ αναρριγείς στην προοπτική/ την περίπτωση να επιβιώσει/ απελευθερωμένος από το αβάσταχτο ιδροκόπημα και τις άυπνες βραδιές/ ιδέες που ανακύπτουν όσο διαρκεί το πρωινό ρόφημα/ ή όσο μουλιάζεις μες στην μπανιέρα προσπαθώντας να σβήσεις τις έγνοιες της ημέρας/


μύτη χωμένη μες στην εφημερίδα/ κρύβεις το τσιγάρο που σε κατέστησε απόκληρο/ αναπολείς την εποχή που το μουτζουρωμένο σου τετράδιο βρισκόταν πλάι στην κούπα του καφέ κι εκείνο το πιστό πακέτο/ γιατί άραγε όλα πρέπει να αλλάζουν αναρωτιέσαι/ εκείνες ήταν οι ημέρες οι ευοίωνες/ οι ημέρες που έγραφες έπη/ προσμένοντας/ ξανά/ να αποπνεύσεις ένα μυθιστόρημα με την ίδια ευκολία που οι συγγραφείς υπερέβαλλαν στο πίσω μέρος μίας παμπ ή ενός καφέ/


η σιωπή σε ενοχλεί/ αθεράπευτα νοσταλγός του ήχου της παλιάς σου γραφομηχανής/ ο υπολογιστής ξέρει μόνο να ψιθυρίζει/ τaπ-ταπ τaπ-ταπ/ πιστεύεις ότι οι λέξεις κερδίζονται μόνο όταν τα δάχτυλα πονούν/ ανέλπιστα αυτό σε ευχαριστεί/ ούτε αρθρίτιδες ούτε επισκέψεις σε γιατρούς πια/ παρ’ όλ’ αυτά/ μελαγχολείς/ η οικειότητα έχει χαθεί/ οι λέξεις δεν φέρουν πια το βάρος τους/ παλιά η αόριστη λέξη είχε λόγο/ παλιά σκεφτόσουν την κάθε μία σχολαστικά/ παλιά το μελάνι τις τύπωνε στο χαρτί/ το ένα πλήκτρο μετά το άλλο/ τώρα είναι πολλές/ σειρές γεμάτες λέξεις/ που σβήνεις αβίαστα/ αντιγράφεις/ αποκόβεις κι επικολλάς/ θέλεις να νιώθεις τις λέξεις σου/ ένα βουβό πληκτρολόγιο υπαινίσσεται μυστικά/ γράφεις για να διαβαστούν δυνατά/ να ακουστούν φωναχτά πάνω από τον Τάμεση/ δεν έχεις τίποτε να κρύψεις/ κι έτσι επιθυμείς ο φορητός υπολογιστής σου να ξεφωνίζει αισχρολογίες/ γιατί η γραφή πρέπει να αποκτήσει κίνηση/ οι χαρακτήρες να διατρέχουν την ιστορία/ ευάλωτος γίνεσαι στα καπρίτσια τους/ δεν ξέρεις να προδίδεις/ (όχι ακόμα)/ θύμα των ελαττωμάτων των χαρακτήρων σου/ επινοείς ξανά τον εαυτό σου μέσα από το σώμα του κειμένου/


ο συγγραφέας λαχταρά να ανασάνει/ παλεύει να διαχωρίσει τη ζωή του από την άλλη τη φανταστική/ η πραγματικότητα δεν μοιάζει και τόσο ικανοποιητική/ αναρωτιέται ποιος έκλεψε ποιανού τη ζωή/ εσύ ή ο πρωταγωνιστής σου/ τι σημασία έχει/ είσαι το δίχως άλλο ζωντανός/ γεννήτορας φιλοδοξιών/ άπιστος με όσους πάνε κι έρχονται στο γραφείο σου/ δυστυχώς/ δεν μετατοπίζεσαι/ δεν μπορείς/ αφού μπροστά σου έχεις ένα δώρο πολύ μεγαλύτερο/ το πιο αυθεντικό δώρο/ την ταραχώδη περιπέτεια μίας ψυχής/ το δημιούργημά σου/ τι χαρά/ να τους πλάθεις έτσι χωρίς να τους αφήνεις περιθώρια να προσδοκούν μα μόνο να φοβούνται/ εσύ/ ο άρχοντας των γραμμάτων/ τους αφήνεις τρωτούς/ να αναζητούν τον εαυτό τους μες στο άδετο χειρόγραφο/ με το φόβο πως οι αδυναμίες τους καταγράφονται/ εσύ ο πανόπτης της ύπαρξής τους/ αν και η γοητεία για σένα κρύβεται πέρα από το οικείο/ δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον/ αρέσκεσαι στις συμφορές των ξένων/ ακολουθείς πιστά τις σκιές τους/ τις πατημασιές τους/ όσα τα χέρια τους αγγίζουν/ σε οδηγεί η διακριτικότητά τους/ τα τρωτά τους σημεία/ συλλέγεις κίνητρα για τις πράξεις τους/


οι εβδομάδες κι οι μήνες κυλούν/ το τελικό σου γραπτό είναι έτοιμο να βγει από το δωμάτιο/ να αντιμετωπίσει τους κριτικούς/ στα ξένα χέρια/ μοιάζει διαφορετικό/ περιστασιακά δεν εκτιμάται/ υποτιμάται/ πείσμονες άνδρες υπαγορεύουν τι μπορείς και τι δεν μπορείς να πεις/ και πώς να το πεις/ με άλλα λόγια/ τον τρόπο να εκφράζεσαι/ αμφισβητούν τους πειραματισμούς στο αφηγηματικό ύφος/ το έντονο ύφος/ το πατριωτικό συναίσθημα/ τη δογματική σου προσέγγιση/ παραμένουν πεπεισμένοι/ οι τάσεις παρέρχονται/ χαμογελάς σαρκαστικά/ καθώς περνάς από τις κλειστές λέσχες όπου στο όνομά σου γίνεται μνεία/ κι όμως υπακούς/


Γίνεσαι εμπορικό σήμα/ επιχείρηση/ αποκαλείσαι ο επόμενος Μπέκετ/ Τζόυς/ όλα γίνονται απρόσωπα/ τι απέγινε το λογοτεχνικό εγχείρημα άραγε/ πότε η πένα σου άρχισε να μιμείται τους σύγχρονούς σου/ πότε μελετητές από ιδιωτικά σχολεία άρχισαν να μπερδεύονται με τους αναρχικούς των μυθιστορηματικών σελίδων/ δεν ήταν άραγε οι προκάτοχοί τους που μεροληπτούσαν στο παρελθόν/ όταν αριστουργήματα αυτόκλητα παραγκωνίζονταν άγνωστα μεταξύ άγνωστων/ όταν οι μικροί εκδοτικοί οίκοι ήταν πιο τολμηροί/ τότε που τα κινήματα εξελίσσονταν/ και σχολές συγγραφέων ιδρύονταν/ σίγουρα/ πώς γνωρίζουν άραγε όσα οι ίδιοι δεν επιτέλεσαν/ τόσο αδέκαστοι να κρίνουν το ανοίκειο/ διαβάστε λένε/ όλα είναι στο διάβασμα/ τους αποκαλείς παράσιτα/ οι απ’ έξω/ όλοι εκείνοι που ποτέ δεν θα συγγράψουν ολοκληρωμένο μυθιστόρημα/ λάμποντας ανυπόμονα να αμαυρώσουν όσους τόλμησαν/ και πέτυχαν/ πανηγυρίζοντας την εξουσία τους δίχως ίχνος δισταγμού ή ενοχής/


αδιαφορείς/ η σωτηρία είναι στα χέρια των αναγνωστών/ το έγραψες για Εκείνους/ εσύ/ ο αφηγητής σε διαρκή αναζήτηση του ‘κοινού’/ έπρεπε να ειπωθεί/ για αυτό/ ανυπόμονα/ προσμένεις/ ευγνώμων για όποια ανατροφοδότηση/ να επιβεβαιώσεις αν έκανες το σωστό/ αν έθεσες κάποιο είδος δικαίου/ για τον βασικό σου χαρακτήρα/ για σένα/ ώστε όταν φεύγεις από το σπίτι κάθε πρωί να νιώθεις σίγουρος πως η επιλογή σου ήταν η σωστή/ πως άφησες τον πρωταγωνιστή σου να προχωρήσει δίχως τύψεις/ κι εσύ να απελευθερωθείς από την ευθύνη/ να επιστρέψεις εν τέλει στη ζωή του ερημίτη/ έτοιμος να αντιμετωπίσεις μια νέα ιδέα που προσμένει μια αρχή.


Αθήνα, 12 Φεβρουαρίου 2008


*Από τη συλλογή ‹‹Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη››. Μετάφραση: Ελένη [Νέλλη] Μπουραντάνη. Εκδόσεις Γκοβόστη, 2024.

Abdellatif El Ouarari, Είμαι απλώς ένας κλέφτης

Δεν είμαι ποιητής.
Είμαι ένας δύστροπος.
Μαλώνω με όλους γύρω μου για τους πιο ασήμαντους λόγους.
Και μου έρχεται να τους επιτεθώ και να τους κατηγορήσω άδικα.
Ανάμεσα στους καγχασμούς των ηλιθίων, των κατά συρροή εγκληματιών και όσων πεθαίνουν για ωραία λόγια.
Δείχνω την αχαριστία μου ακόμη και σ’ εκείνους που οφείλω τα πάντα
και περιφρονώ τις χάρες τους.
Δεν ξέρω ποιος οδήγησε κάποιον σαν εμένα στην ποίηση,
έλεγα ψέματα όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιώντας κουφές λέξεις.
Η ποίηση είναι ένα φτωχό, χαζό πράγμα.
Δεν είναι σε θέση να απαλλαγεί από ληστές,
Τι μπορούν να κάνουν οι μεταφορές
Εναντίον ενός λακέ με κλεμμένα μετάλλια.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης
Λεηλάτησα την κληρονομιά των πιο καλών ποιητών της γης που εργάστηκαν τόσο σκληρά
Για να αγκαλιάσουν το δέντρο της ζωής και να πουν
«Καλημέρα, ω κόσμε»
Στα πουλιά, στα λουλούδια και στις αναμνήσεις που ανθίζουν το ξημέρωμα.
Δωροδόκησα την Ιντερπόλ
Και παζάρεψα με τις ενώσεις των κριτικών που φορούν χοντρά γυαλιά
Αντάλλαξα τα μεταμοντέρνα εργαλεία αποδόμησης τους
Με έσοδα πωλήσεων από ιδρύματα για άτομα με αναπηρία
Και έθεσα τους πιθανούς εχθρούς μου σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης,
Ένας πολύ επικίνδυνος κλέφτης και συνεργός των αραβικών καθεστώτων
Είμαι απειλή για την ασφάλεια του κόσμου. Διαταράσσω τον ύπνο του με τις κραυγές των αποκαλυπτικών ισχυρισμών μου.
Δεν νιώθω λύπη ή ντροπή για όσα έχω κάνει μέχρι τώρα.
Δεν κατανοώ τι λένε η ηθική και οι νόμοι όλη μέρα
Για να μετανοήσω και να σταματήσω να δείχνω το μεσαίο δάχτυλο·
Γιατί δεν έχω συνείδηση.
Μόλις πέσει η σκοτεινή, άναστρη νύχτα
Τα νύχια μου, τα αποστήματα και τα μαλλιά μου απλώνονται
Επίσης το ρούχο μου μακραίνει σέρνοντας τις αμαρτίες μου ξοπίσω.
Να ‘μαι ένας ποιητής που πεινάει για την κάτωχρη ώρα
Χαμένος σε εφιάλτες
Νομίζοντας τον ουρανό έναν κινητήρα αερίου
Όπου μέσα καίγονται οντότητες που δεν λέγονται
ενώ χιλιάδες τραχιά ποιήματα
Και σμήνη από λευκά θαλασσοπούλια
Σφαδάζουν κάτω από σκουριασμένες λόγχες.
Είμαι απλώς ένας κλέφτης,
Απλώς ένα βλακώδες και ζοφερό λεξικό
Προσπαθώντας να ξεφύγω με καταραμένες λέξεις
Και τη θλίψη του κόσμου.


*Abdellatif El Ouarari (γεν. 1972)


**Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου (από την αγγλική μετάφραση του Norddine Zouitni).


***Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/

Richard Brautigan, Πέντε ποιήματα

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Μια ζεστή βροντή και καταιγίδα με αστραπές
απόψε στο Τόκιο με πολλή βροχή και ομπρέλες
γύρω στις 10 το βράδυ.
Προς το παρόν αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια
αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ σημαντική
μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια όταν αρχαιολόγοι
θα ψάχνουν στα ερείπιά μας, προσπαθώντας
να μας κατανοήσουν.
.
Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976


*


ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ

Σταματήσαμε στις υπέροχες μέρες
και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Ο αέρας έριξε μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά της.
Ήταν τόσο απλό.
Γύρισα να πω κάτι-


*


ΖΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ

Ζω στον εικοστό αιώνα
και ξαπλώνεις δίπλα μου. Ήσουν
θλιμμένη όταν ξάπλωσες.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για
αυτό. Ένιωσα απελπισία. Το πρόσωπό σου
είναι τόσο όμορφο που δεν μπορώ να σταματήσω
να το περιγράφω, και δεν μπορεί τίποτα
να γίνει για να σε κάνω ευτυχισμένη ενώ
κοιμάσαι.


*


ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ


Δεν με νοιάζει πόσο γαμημένα έξυπνοι
είναι αυτοί οι τύποι: βαριέμαι.
Όλη μέρα βρέχει απαίσια
και δεν έχω τίποτα να κάνω.


*


Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ


Μ’ αρέσει αυτός ο ταξιτζής,
τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους του Τόκιο
λες κι η ζωή δεν έχει νόημα.
Νιώθω, ακριβώς, το ίδιο.
Τόκιο, 17 Ιουνίου 1976, 10μμ.
.
*Μετάφραση: Σ.Θ.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι

Απεκρίθησαν Σιδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, λέγοντες τω βασιλεί Ναβουχοδονόσορ. «… γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν». Τότε ο Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμου… και άνδρας ισχυρούς ισχύι είπε πεδήσαντας τον Σιδάχ, Μισάχ και Αβδεναγώ εμβαλείν εις την κάμινον την καιομένην… Και οι τρεις ούτοι… έπεσον εν μέσω της καμίνου… Και διεχέετο η φλοξ επάνω της καμίνου επί πήχεις τεσσαράκοντα εννέα∙ και διώδευσε και ενεπύρισεν ους εύρε περί την κάμινον των Χαλδαίων. Ο δε Άγγελος Κυρίου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός της καμίνου… ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ… Τότε οι τρεις, ως εξ ενός στόματος ύμνουν και ηυλόγουν και εδόξαζον τον Θεόν εν τη καμίνω…
ΔΑΝΙΗΛ=
Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ, ο Κερουάκ, ο Γκίνσμπεργκ και ο Κόρσο καθώς και προ αυτών ο μέγας πυρσός Ανδρέας Μπρετόν και η πλειάς του, και προ αυτών ακόμη ο κύκνος του Μοντεβιδέο Ισίδωρος Ducasse, ο Arthur Rimbaud, ο Raymond Roussel, ο Alfred Jarry και ωρισμένοι άλλοι, ως ο Henry Michaux και εκτός αυτών και άλλων εθνών εκπρόσωποι και τηλαυγείς αστέρες, όπως
Ο William Blake
Ο Shelley
Ο Poe και ο Χέρμαν Μέλβιλ
Ο David Thoreau
Ο Henry Miller
Και εκείνος ο μέγας ποταμός όμοιος με δρυ βασιλική ψηλός Walt Whitman
Ο Έγελος
Ο Κίρκεγκαρντ
Ο Λέων Τολστόη, κόσμος και ήλιος θερμουργός, πατήρ θεών και ανθρώπων
Ο Sigmund Freud
Ο Άγγελος Σικελιανός
Ο Αρίσταρχος των ηδονών και ο Κ. Π. Καβάφης
Ο Μαρξ
Ο Λένιν
Ο Κροπότκιν
Ο Μπακούνιν
Ο Böhme
Ο Νίτσε
Ο Victor Hugo
Ο Μωάμεθ
Ο Ιησούς Χριστός
Και ακόμη προ ολίγων ετών οι Essenin, Μαγιακόβσκη, Block (και θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλους) ως παίδες εν τη καμίνω -έκαστος στην ιδική του γλώσσα- έστω και αν όλοι δεν συμφωνούσαν μεταξύ των, άπαντες, εν τη καμίνω έψαλλαν και σήμερον ακόμη ψάλλουν, με λόγια που μεθερμηνευόμενα -όχι από τους ορθολογιστάς- το ίδιο νόημα, κατά βάθος, έχουν, απαράλλακτα όπως οι συγγενικές -τουτέστιν οι από τα ίδια καύσιμα- φωτιές, όπου και αν καίνε, την ίδια φλόγα κάνουν.
Και οι παίδες εξακολουθούν την μέρα και την νύκτα, (όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, μεσ’ στις ψυχές σας σκύβοντας θα τους ακούστε) οι τίμιοι παίδες εξακολουθούν να ψάλλουν.
Και ενώ οι φλόγες της πυράς, περιδινούμεναι γύρω από τα σώματά των (ω Ιωάννα ντ’ Άρκ! ω Αθανάση Διάκο!), με κόκκινες ανταύγειες φωτίζουν τα κτίσματα των Βαβυλώνων, των παλαιών και τωρινών και τις μορφές των Ναβουχοδονοσόρων, απ’ την λερή την άσφαλτο των λεωφόρων (lâchez tout, partez suz les routes) και απ’ τις σκιές των σκοτεινών παρόδων, από τα έγκατα της γης και από τα μύχια της ψυχής, από τους κήπους με τα γιασεμιά και τους υακίνθους και από τα βάθη των δοχείων που τα δυσώδη απορρίμματα περιέχουν (lâchez tout, partez suz les routes), απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής των αυνανιζομένων, απ’ των τρελών τις άναρθρες φωνές και απ’ των βαρέων καημών τις στοναχές, ως λάβα ζεστή, ή ως σάλπιγξ μιας αενάου παρουσίας, μα προ παντός ως σπέρμα, ως σπέρμα ορμητικόν εν ευφροσύνη αναβλύζον, αναπηδούν και ανέρχονται στον ουρανόν (Αλληλούια! Αλληλούια!) με μάτια εστραμμένα προς τα επάνω, άκαυτοι και άφθαρτοι εις τον αιώνα, μπεάτοι και προφητικοί (Αλληλούια! Αλληλούια!), ερωτικοί, υψιτενείς, μεμουσωμένοι, και τώρα και πάντα (Αλληλούια! Αλληλούια!) με συνοδείαν των αγγέλων, και τώρα και πάντα, τον ερχομό και την ανάγκη (Αλληλούια! Αλληλούια!) τον ερχομό και την ανάγκη νέων Παραδείσων ψάλλουν!

Γραμμένο στη Γλυφάδα την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, 17.8.1963.