Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ

Υπάρχει ένα οριακό ενδιαφέρον στον έρωτα
Παραπέρα δεν μπορώ να πάω.
Παραπέρα υπάρχουν οι αθεράπευτες πληγές σου.
Υπάρχει το πένθος σου.
Το πένθος σου για τις πληγές
Που ούτε ο έρωτας γιατρεύει.
Και το μόνο που με σώζει τελικά
Είναι ότι η ανεπάρκειά μου είναι
Ισοδύναμη με την ανεπάρκειά σου.

***

ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ

Κάποιοι άνθρωποι είναι
Καταδικασμένοι στην μέτρια ηδονή
Καταδικασμένοι στην μέτρια οδύνη
Καταδικασμένοι
Να ανταλλάζουν
Τις ελπίδες τους
Με το αίσθημα του φθόνου.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί χώροι”, Εκδόσεις Έψιλον, 2006.

Γεωργία Τρούλη, Tα lego 12 με έξι

Η μνήμη ήρθε μαζί με την ιστορία
Και μας άλλαξε δέρμα
Τοποθετούμε ένα lego πάνω σε μια χορδή που
Την λέμε προσωπικότητα
Ο χαρακτήρας πηγαίνει από το
1 στο 10
Το 100 τον πνίγει
Μετά πάλι η μνήμη
Η ανέχεια
Η ιστορία
Έρχονται και αλλάζουμε βλέμμα
Το βλέμμα πηγαίνει από το άσπρο στο μωβ
Παλινδρομεί
Το μαύρο το πνίγει
Μετά έρχεται πηγάδι ευρωπαικό
Κι αλλάζουμε πάτημα
Πήδημα
Βάθος
Νερό
Η αναπνοή γίνεται μέχρι το εξήντα
Σιγή
Για ένα λεπτό
Ασθμαίνει
Το 62 την πνίγει
Μετά αρχίζουμε να κόβουμε ανάσα από
Το γέλιο
Το κλάμα
Την ομιλία
Την σιωπή
Η καταγωγή τους ορίζει
Δεν κυκλοφορούν ποτέ την νύχτα με ανοικτό το σακάκι
Κουμπώνουν τα κουμπιά από το 1 ως το 4 ή έξι
Όσα τα κανάλια της τηλεθέασης
Το εφτά τους πνίγει
Ανοίγουν και μια τρύπα στο δέρμα
Για να εφαρμόσει
Ο φόβος
Η ανοχή
Ο πνιγμός που μας πνίγει
Έρχεται η μνήμη
Η ιστορία η αποφράδα της αορτής
Αλλάζουμε κοιλότητα
Πρόσωπο
Πλευρό
Δίνουμε σάρκα
Συλλέγουμε νου
Αραδιάζουμε λέξεις
Όλα αυτά συμβαίνουν τις
Πρώτες
Αυγερινές
Σαρκοφάγες
Λυκανθρώπινες
Ώρες

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Στρατός ξυπόλητων λέξεων

1

Αγαπώ τα δέντρα
κι ας ψηλώνουν σκόπιμα.
Καθένα μού κρύβει ένα κομμάτι ουρανού,
καθένα με καρφώνει στο παρόν.

Ή

Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.
Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.

*Η Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Φοίτησε στο Τοσίτσειο Αρσάκειο και στη συνέχεια σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοιτώντας έφυγε για τη Γερμανία όπου και εργάζεται ως Μαθηματικός στο Πολυτεχνείο της Heilbronn. Αγαπώντας το θέατρο, έλαβε πολλάκις μέρος σε σεμινάρια όπως στο Πειραματικό του Τριβιζά. Πραγματοποίησε επίσης σπουδές ξένων γλωσσών στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στο Αρσάκειο και στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Παραμύθι στερνό και παράλογο για απογευματινές ώρες (εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος), Άστεγη Μέρα (εκδόσεις Μελάνι). Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, ζει εδώ και χρόνια στη Heilbronn της Γερμανίας.

**Από εδώ: https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-poetry/stratos-xipolitwn-leksewn/

Ανν Σέξτον, Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή

Το τέλος μιας σχέσης είναι πάντα θάνατος.
Αυτή είναι το εργαστήριό μου. Μάτι που ξεγλιστάει
και βγαίνει από τη φάρα μου, η πνοή μου
σε βρίσκει φευγάτο. Προκαλώ φρίκη
σ’ εκείνους που στέκονται πλάι μου. Είμαι ταϊσμένη.
Τη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δάχτυλο το δάχτυλο, τώρα είναι δική μου.
Δεν αργεί πολύ. Είναι η κόντρα μου.
Τη χτυπώ σαν κουδούνι. Γέρνω προς τα πίσω
στο μπουντουάρ όπου συνήθιζες να την καβαλικεύεις
Με πήρες σαν κάτι δανεικό πάνω στο λουλουδάτο κάλυμμα.
Tη νύχτα, μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Δραπετεύω απ’ το σώμα μου μ’ αυτό τον τρόπο,
ένα ενοχλητικό θαύμα. Θα μπορούσα άραγε
να βγάλω στη φόρα το παζάρι των ονείρων;
Απλώνομαι. Σταυρώνω.
Λουκουμάκι μου, έτσι με είπες.
Τη νύχτα μονάχη, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Πάρε για παράδειγμα τη νύχτα αυτή, αγάπη μου
όπου κάθε μοναχικό ζευγάρι ενώνει
αναποδογυρίζοντας αγκαλιασμένο, χαμηλά, ψηλά,
τη δυάδα της αφθονίας πάνω σε σφουγγάρια και φτερά
γονατίζοντας και σπρώχνοντας, κεφάλι το κεφάλι.
Μονάχη τη νύχτα, παντρεύομαι το κρεβάτι.

Τότε η μαυρομάτα αντίζηλός μου κατέφτασε.
Η λαίδη των υδάτων αναδυόμενη απ’ την πλαζ
ένα πιάνο στις άκρες των δαχτύλων της, ντροπή
στα χείλη της και φλάουτου μιλιά.
Κι εγώ ήμουν η στραβοπόδαρη σκούπα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι

Σε πήρε έτσι όπως παίρνει μια γυναίκα
από τον πάγκο ένα φουστάνι σε τιμή ευκαιρίας
κι εγώ έσπασα έτσι όπως σπάζει μια πέτρα.
Επιστρέφω τα βιβλία σου και τη βελόνα του ψαρέματος.
Η εφημερίδα σήμερα γράφει πως νυμφεύεσαι.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

Αγόρια και κορίτσια απόψε γίνονται ένα.
Ξεκουμπώνουν μπλούζες. Ανοίγουν φερμουάρ
Βγάζουν παπούτσια. Σβήνουν το φως.
Τα φεγγοβόλα πλάσματα είναι γεμάτα ψέματα.
Τρώνε το’ να τ’ άλλο. Είναι παραταϊσμένα.
Μονάχη τη νύχτα παντρεύομαι το κρεβάτι.

*The Ballad of the Lonely Masturbator, Anne Sexton (Η μπαλάντα του μοναχικού αυνανιστή, Ανν Σέξτον, Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/02/01/mpalanta-monahikou-aunanisti-anne-sexton/

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα


Γιατί το φεγγάρι είναι κόκκινο

Να βλέπιεις την αιωνιότητα ανάσκελα
ξαπλωμένος στην ταράτσα

Γύρω το σκοτάδι
και οι ανάσες των αυτοκινήτων

Αστέρια πέφτουν
σαν αποτυχημένα άλματα

Δαιμονισμένοι άγγελοι χορεύουν γυμνοί
χορούς μακρόσυρτους

Και η Σελήνη κοκκινίζει
απ’ την ντροπή της

***

Στο καφενείο των αγγέλων

Όταν οι άγγελοι μεθύσουν
τότε είναι που αρχίζουν
φιλοσοφίες και συζητήσεις
για την καταγωγή τους άλλοι
για τον πατέρα, τη μητέρα
για το υπόλοιπο σόι

– κάποιοι πάλι συνεχίζουν
να πετούν το ζάρι –

Και αντί για απαντήσεις
αρχίζουν τα συνθήματα
για τις ομάδες, για τα κόμματα
και ανοίγουν τις εφημεριδες
και φτάνουν στη γη αποκόμματα

Και οργιάζουν οι φήμες

*Από τη συλλογή “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Έφη Καλογεροπούλου, Τρία ποιήματα

ΜΠΑΡΚΟ

Έρχεται και φεύγει το παλιρροιακό κύμα
των ανοιχών φτερών μου
μα στο κατάρτι της μοίρας μου δεμένος
από λέξεις, με λέξεις πάλι άνοιξα πανί
σε θάλασσα άγρια από λέξεις
ταξιδεύω

***

ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Καθένας προχωρά πεζός δίπλα στο ά-λογό του
κι έχει γεμίσει πεζούς η πόλη
ά-λογα και χαλινάρια

***

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ

Απόψε μοιάζουμε
με κουρασμένα αποδημητικά πουλιά
που έπαψαν να πετούν
κι ανοιγοκλείν0υν από συνήθεια
τα φτερά στο χώμα

*Από τη συλλογή “Χάρτης ναυαγίων”, Εκδόσεις Ποιείν, Μάος 2017.

Ε. Μύρων, Τέσσερα ποιήματα

Σταχτολογοῦμαι

Τὸ τασάκι φορτωμένο
σκέψεις ἀποτσίγαρα –
μιὰ χωματερὴ νεκροταφείου.

Μὲ νερὸ
ξανακούγονται οἱ καύτρες.
Κροταλίζουν.-

Κι ἔπειτα ἕνας ἥλιος 
φορετὸ καταφύγιο…

***

Τό ἀσανσὲρ

καὶ δίπλα του
πάντα μιὰ σκάλα
γιὰ ὑπενθύμιση

ἤ τουλάχιστον
δικαιολογία
γιὰ τὰ λυγισμένα γόνατα

Στὸ γκαλὰ

κύκλος πληκτικὼν ὁρθίων  
παρευρέθη. Εἰς τὴ σάλα 
γουρλωμένα μάτια ἰχθύων 
συνωστισμένα σὰν σὲ γυάλα 
γιόρταζαν ἀκίνητα, καθὼς 
νὰ στέκονταν πρὶν τὴν κρεμάλα.  

***

Σοκάκι

Σ’ἕνα σοκάκι ζοῦμε σκιῶδες,
οἱ αὐλὲς μας εἶναι πεζοδρόμια
τὰ σπίτια μας σφιχτές δεντροστοιχίες.

Οἱ προβολεῖς τῶν λεωφόρων
ὅμοια μὲ φάρους μᾶς κεντρίζουν
γιὰ τοὺς ἀνοιχτοὺς μεγάλους δρόμους.

Ὅμως τὸ χάσμα χαίνει χαῶδες –
τὸ μικραίνουν τὰ μάτια
οἱ λιποψυχίες τ’ ἀναθρέφουν.

Ἀρκούμαστε σὲ λίγες ἀκτῖνες
ἄν ἀπὸ τύχη φτάσουν
σὰ χάδι παρηγορητικὸ στοὺς ὤμους. 

***

Μώβ ἀνοιχτὸ

Μέσα μου 
μιὰ θάλασσα χύθηκε.
Μοῦ πνὶγει τὸ αἷμα
λίγο-λίγο·
ξεβράζοντάς το
στοὺς μορφασμοὺς
ἀγνώριστο. 

Πάνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

Υπόγεια Νερά

στο πνεύμα μου κυλάνε
υπόγεια νερά
σε δίκτυα μυστικά μουλιάζουν τις σκέψεις
συναντούν πρόσωπα
αγαπημένα που θέλησαν να χαθούν
στους καταρράκτες τους οι λέξεις μου
παίρνουν μορφή και νόημα
ακολουθώντας σημάδια διαλεγμένα
από παραμύθια που ζήτησαν να μην ακουστούν

μεγάλη ψεύτρα η μνήμη
ξεχνάει ότι της κόβει την ανάσα
θυμάται ότι θυμίζει το ίδιο της το αίμα

φοβάται όμως
της αλάξευτης πέτρας την ορμή
που χρόνο δεν μετράει ούτε σκουριά μαζεύει

***

Το Καπέλο

μνήμη Θεόφιλου Πασχαλίδη

στον δρόμο του απογεύματος
καπέλο πέταξαν
πνοές του ανέμου
στου μνήματος την ταραχή

ήσυχα το καπέλο έγινε
βάζο για λουλούδια
και όσοι νωρίς μας άφησαν
έζησαν την στιγμή

η Άνοιξη ξεχάστηκε
και είπε του Ουρανού
πίσω να τους στείλει
και κείνος χαμογέλασε
λες και ήτανε παιδί

μα το καπέλο χάθηκε
απ’ των ματιών την πλάση
λεξούλα πήγε και έγινε
στο χέρι του Ποιητή

Κώστας Δεσποινιάδης, από τη συλλογή “Ζέλμπα”


———————-

Δεν αξίζουν τον χαμό μας τα εγκόσμια

θρήνος και κοπετός
στους τέσσερις ανέμους
διασκορπισμένα δάκρυα
πληγές του σώματος

για ποιον, για τι
για λίγο φως

στα έγκατα της ύπαρξης

απεγνωσμένοι ήρθαμε
απεγνωσμένοι πάμε

τα μάτια σου, τα μάτια σου
μην μου τα ξανακλείσεις

Γρηγόρης Σακαλής, Απολογισμός

Μια νύχτα θυμωμένος
με όλους
με όλα
με τον εαυτό μου
άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί
κι έπινα ξεροσφύρι
σε μια γωνιά
σ΄αυτό το δωμάτιο
που μου έλαχε να ζω
είδα όλη την ταινία
της ζωής μου απ΄την αρχή
ποιοί μου φταίξανε
σε ποιούς έφταιξα
βρήκα πως οι δικοί μου άνθρωποι
ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα
κι απ΄αυτούς
οι μισοί είχαν πεθάνει
φίλοι μόλις και μετά βίας
ένας- δυό
κι άπειροι γνωστοί
τα κατά συνθήκην χαμόγελα
οι γυναίκες με αγάπησαν
με σύμβαση ορισμένου χρόνου
κι ας τις αγάπησα για πάντα
φτωχός ο απολογισμός μου, σκέφτηκα
μα η φλόγα μέσα μου
ακόμα καίει.