Αλήτις Τσαλαχούρη, Αδίστακτη 

Max Beckmann, Bird’s Hell (1938)

Αδίστακτη -Έξω απ’ το στριπτιζάδικο-Άγριο χάραµα-Moυ λέει πως είναι Αδίστακτη-Πως
όλα είναι χαµένα-Και δεν έχει να χάσει τίποτε-Πως η πατρίδα της σωριάστηκε στο
Παραπέτασµα-Πως σαν το εµπόρευµα την ξεπουλήσανε Άνθρωποι-Τέρατα-Αλλά αυτό το
χάραµα-Δεν µπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Θέλει να πάει στη θάλασσα-Να πάρει απ’ τον
κόσµο-Αέρα
-Στη διαδροµή µε το ταξί-Μιλάµε ελάχιστα-Πίνουµε απ’ την ίδια µπίρα-Κοιτάµε
τη Μητρόπολη των Θαυµάτων και της Απελπισίας-Να ξηµερώνει στα κτίρια-Στην παραλία
τρέχει σαν το παιδί-Ανάκατα-Λούζεται µε το νερό-Χορεύει µε το φουστάνι της σαν ιέρεια-
Δεν είναι πια Αδίστακτη-Η πατρίδα της δεν σωριάζεται στο Παραπέτασµα-Δεν την
ξεπουλάνε σαν το εµπόρευµα Άνθρωποι- Τέρατα-Μπορεί να ζήσει χωρίς εµένα-Για ένα
χάραµα-Στη θάλασσα-Που ζήτησε να πάρει από τον κόσµο-Αέρα


*Από την συλλογή “Σάκος του µποξ”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2025.

Μάριος Μαρκίδης (1940 – 2003), Ανακλητικό

Πρώτος να περάσει μέσα ο δεκαπενταετής πλοίαρχος
ύστερα να μπει σκονισμένος ο Ιβανόης αφήνοντας τ’ άλογό του στην πόρτα
Ο καλός μας επίσκοπος Μυριήλ να καθίσει σ’ αυτή την καρέκλα
καθ’ ον χρόνον ο Μάριος
θα ξεδιπλώσει μια βουτηγμένη στο αίμα του σημαία
προς απόδειξιν
της προδοσίας του βασιλόφρονος παππού του

Ο Τομ Σώγιερ, το πειραχτήρι, θα πετάξει ένα ποντίκι στο παράθυρο
και θα βγει να τον κυνηγήσει με τη σκούπα η κυρία Θεναρδιέρου
η γριά Φραγκογιαννού
(που έχει χρόνια να μιλήσει στις γειτόνισσες)
κι η ματαιόδοξη Μαρμελάδοβα

– Τόσο πολύ τους σκέπτομαι ώστε θα με βαρέθηκαν

*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1995.

Γιάννα Μπούκοβα, Ωραία ρούχα στο χρώμα της φωτιάς

στην Κατερίνα

Αυτή η ζέστη που με κυνηγάει
σαν να με περίμενε από παλιά
Έχει πάρει τα μέτρα μου
ξέρει τα σωθικά μου απέξω
(σου δίνω έναν κόκκινο λαβύρινθο
δώσε μου μια μικρή αναβολή)
Για τις σκέψεις μου ούτε καν το συζητάω
αυτές δεν έχουν στροφές
χτυπάνε στον τοίχο
κι εγώ ρίχνω γάλα στον καφέ μου
(αραιώνοντας το μαύρο)
προσποιούμαι ακλόνητη μέσα στον κόσμο
Είναι τύχη, συλλογίζομαι,
να ονομάζεις τα πράγματα
έστω και με καθυστέρηση
Να βρίσκεις τόσο πρωτότυπα ρούχα
σ’ αυτό το χαμένο κατάστημα

*Από τη συλλογή “Ο ελάχιστος κήπος”, Εκδόσεις Ίκαρος, 2006. Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος.

Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Σημειολογία

Χαμένη η μνήμη της ζωής
Σαν αφήγηση κινήσεων προς τα σημεία
Ενός σχεδίου αφηρημένων εννοιών.
Κάποιο σημείο θα είναι λάθος.
Ή το σημείο των επιθυμιών.
Ένα φύλλο επίσης σημειώνει τον ουρανό.
Ένα άλλο το άστρο.
Αν και δεν βλέπω τον ωκεανό.
Με το υγρό πρόσωπο.
Το βάρος των μαλλιών.
Στα αιχμηρά σημεία των βράχων
–απόκρημνη-
όταν περίμενα στο δικό σου ειρμό
τον τελευταίο σπασμό των κυμάτων.

*Από τη συλλογή “Μορφή”, έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980.

Φώτης Αγγουλές (1911-1964), Αν το λέμε…

Οι φτωχές μας καλύβες σηκώνουνε τις μεγάλες
πατρίδες,
κι οι καλοί πατριώτες
τεχνουργούν για τα χέρια μας δυνατές αλυσίδες.
Αν πονούμε, μας δείρανε όμοια εχθροί κι όμοια φίλοι,
κι αν το λέμε, αν το ξέρουμε
της ζωής το τραγούδι, το μάθαμε απ’ του Χάρου
τα χείλη.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τραγούδι

Χρόνια πριν, σε μια ηλικία που δεν ήταν παιδική αλλ’ ούτε και ώριμη, βρήκα την ρομαντική μουσική να σφάζει τα δέντρα. Έπιασα τότε τον έρωτα στα δάκτυλά μου και τον συνέτριψα. Μετά προσπάθησα να εξαφανίσω όλων των ειδών τις ευαισθησίες. Δεν βρήκα καμιά αγάπη – ευτυχώς. Η ζωγραφική μου τάραξε το αίμα΄, κι αυτό για λίγο, προτού διαβάσω τα’ αριστουργήματα της χλόης. Χάρηκα χάρηκα τη μεγαλοφυΐα και το θάνατο. Κι όταν κουράστηκα να πονώ δεν ήρθε η σιωπή ή κανένα εξωτικό πλάσμα ν’ αποχαιρετήσει το ελληνικό χειμώνα. Ο Τετιμημένος και ο Ύπνος είχαν ξεκινήσει για καλύτερες εποχές.

*Από τη συλλογή “Η παρακμή του Έρωτα”, Εκδόσεις Διογένης 1976.

Τάσος Πορφύρης Ό,τι είχα για σένα 

Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους.
Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ
ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ᾿ το στερνό μου
αίμα· μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με
τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της
ξεπηδάνε τριαντάφυλλα πού με πληγώνουν
Και με μεθάνε.

*Από τη συλλογή “Η πέμπτη έξοδος”, Έκδοση “Σημειώσεις”, 1980.

Hashim Saraj, Το λευκό κείμενο

Γραφή
Μια μάταιη πράξη
Στο παιχνίδι των νοημάτων
Έχω κουραστεί
Έλα
Κράς και κεβά μαρόν σου *
Βγάλε
Ιδού
Το Νεβρόζ έχει περάσει μέχρι να βάλουμε φωτιά**
στα ρούχα στη γωνιά του λευκού δωματίου
Και
Με το παιχνίδι των σωμάτων και την μπλε ηδονή
Ας εκφράσουμε την ματαιότητα της ύπαρξης
Επειδή
Αυτή η βαθιά και αιώνια απελπισία
Ούτε
Από τον
(Σόρεν Κίρκεγκορ)
Θεραπεύτηκε
Ούτε
Από τον
(Μάρτιν Χάιντεγκερ)!

*Κράς και κεβά – παραδοσιακή κουρδική γυναικεία φορεσιά.
**Νεβρόζ. Η κουρδική Πρωτοχρονιά, που γιορτάζεται στις 21 Μαρτίου και συμβολίζει την αναγέννηση και την ανθεκτικότητα του κουρδικού λαού. Κεντρικό στοιχείο της γιορτής είναι το άναμμα μεγάλων φωτιών, γνωστών ως “φωτιές του Νεβρόζ”. Αυτές συμβολίζουν τον εξαγνισμό και τον θρίαμβο του φωτός επί του σκότους. Οι Κούρδοι συγκεντρώνονται γύρω από τις φωτιές, χορεύουν και τραγουδούν, γιορτάζοντας την πολιτιστική τους ταυτότητα και την ελπίδα για το μέλλον. Το Νεβρόζ αποτελεί σύμβολο ενότητας και αντοχής του κουρδικού λαού απέναντι στις προκλήσεις.

***Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Το ποίημα του μηδενός

Γιατί τέτοιο σκοτάδι απόψε;
Ο χώρος μοιάζει με μια ακαθόριστη ηλικία
και το στερέωμα –φυλακή τεράτων- παραφυλά
σαν λαιμητόμος πάνω από το κρεβάτι μας.

Ούτε η έκλαμψη του σύμπαντος δεν δίνει ήχο απάντησης·
οι καμπανούλες των πολύχρωμων γαλαξιών
σήμαναν σιωπητήριο στη νυχτερινή μας αγρύπνια.
Κι άλλη αγωνία στην αγωνία μας. Κι άλλο έρεβος στον βορβορώδη
πόρο της ύπαρξής μας.

Γιατί τέτοιο σκοτάδι απόψε;
Η σελίδα μαύρισε στη μαυρίλα της τόσης απεραντοσύνης
που έγινε από μόνη της το ποίημα του μηδενός.

Lola Ridge, Reveille / Αφυπνιστείτε

Come forth, you workers! 
Let the fires go cold— 
Let the iron spill out, out of the troughs— 
Let the iron run wild Like a red bramble on the floors—
Leave the mill and the foundry and the mine  
And the shrapnel lying on the wharves— 
Leave the desk and the shuttle and the loom—
Come, 
With your ashen lives, 
Your lives like dust in your hands.  

I call upon you, workers. 
It is not yet light 
But I beat upon your doors. 
You say you await the Dawn 
But I say you are the Dawn. 
Come, in your irresistible unspent force  
And make new light upon the mountains.  

You have turned deaf ears to others— 
Me you shall hear.  
Out of the mouths of turbines, 
Out of the turgid throats of engines, 
Over the whisling steam,  
You shall hear me shrilly piping.  
Your mills I shall enter like the wind,  
And blow upon your hearts, 
Kindling the slow fire.  

They think they have tamed you, workers— 
Beaten you to a tool 
To scoop up a hot honor 
Till it be cool— 
But out of the passion of the red frontiers 
A great flower trembles and burns and glows 
And each of its petals is a people.   

Come forth, you workers— 
Clinging to your stable 
And your wisp of warm straw— 
Let the fires grow cold, 
Let the iron spill out of the troughs, 
Let the iron run wild 
Like a red bramble on the floors . . .  

As our forefathers stood on the prairies  
So let us stand in a ring, 
Let us tear up their prisons like grass 
And beat them to barricades— 
Let us meet the fire of their guns 
With a greater fire, 
Till the birds shall fly to the mountains
For one safe bough. 

Αφυπνιστείτε

Βγείτε έξω, εργάτες!
Αφήστε τις φωτιές να παγώσουν…
Αφήστε το σίδερο να χυθεί, έξω από τις γούρνες…
Αφήστε το σίδερο να τρέξει σαν κόκκινο θάμνο στα πατώματα…
Αφήστε το μύλο, το χυτήριο και το ορυχείο…
Και τα θραύσματα να κείτονται στις αποβάθρες…
Αφήστε το γραφείο και τη σαΐτα και τον αργαλειό…
Ελάτε,
Με τις σταχτί ζωές σας,
τις ζωές σας σαν σκόνη στα χέρια σας.

Σας καλώ, εργάτες.
Δεν είναι ακόμα φως
Αλλά χτυπάω τις πόρτες σας.
Λέτε ότι περιμένετε την αυγή
Αλλά εγώ λέω ότι εσείς είστε η Αυγή.
Ελάτε, με την ακαταμάχητη αστείρευτη δύναμή σας
Και φτιάξε νέο φως στα βουνά.

Έχετε κλείσει τα αυτιά σας στους άλλους…
Εμένα θα με ακούσετε.
Από τα στόματα των τουρμπίνων,
Από τα πρησμένα λαρύγγια των μηχανών,
Πάνω από τον ατμό που σφυρίζει,
θα με ακούσετε να σφυρίζω.
Στους μύλους σας θα μπω σαν τον άνεμο,
και θα φυσήξω στις καρδιές σας,
ανάβοντας την αργή φωτιά.

Νομίζουν ότι σας εξημέρωσαν, εργάτες…
Σας έκαναν εργαλείο…
Για να μαζέψετε μια καυτή τιμή
Μέχρι να κρυώσει…
Αλλά από το πάθος των κόκκινων συνόρων…
Ένα μεγάλο λουλούδι τρέμει και καίγεται και λάμπει
Και κάθε πέταλο του είναι ένας λαός.

Βγείτε έξω, εργάτες…
Γαντζωμένοι στο στάβλο σας
και το ζεστό σας άχυρο…
Αφήστε τις φωτιές να κρυώσουν,
Αφήστε το σίδερο να χυθεί από τις γούρνες,
Αφήστε το σίδερο να τρέξει άγρια
σαν κόκκινη βάτα στα πατώματα…

Όπως οι πρόγονοί μας στέκονταν στα λιβάδια
Έτσι ας σταθούμε σε ένα δαχτυλίδι,
Ας σκίσουμε τις φυλακές τους σαν χορτάρι
Και να τους χτυπήσουμε σε οδοφράγματα…
Ας αντιμετωπίσουμε τα πυρά των όπλων τους
με μια μεγαλύτερη φωτιά,
Μέχρι τα πουλιά να πετάξουν στα βουνά
Για ένα ασφαλές κλαδί.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης