Τάσος Πορφύρης, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟΣ ΑΝΕΜΟΣ


Όλο κι όλο είν’ ένας ανεπαίσθητος άνεμος
που έρχεται από τη βορεινή κάμαρη του επάνω πατώματος
ούτε λόγος πως δε μπορεί να κρυολογήσει κανείς
ούτε να χτυπήσουν οι πόρτες και τα παράθυρα με πάταγο
τα παιδιά συνεχίζουν το παιχνίδι τους
ο παππούς αλλάζει σελίδα· έχει κιόλας ξεχάσει
και μοιάζει ευτυχισμένος παρακολουθώντας το Χρηματιστήριο Αξιών
Μονάχα η μάνα αφήνει για μια στιγμή τη δουλειά της
σαν ν’ αφουγκράζεται από πολύ μακρυά:
«Φυσάει απ’ τον παλιό καιρό», ούτε που το ψιθυρίζει
και ξανασκύβει στο πλεχτό
Κι εκείνος ειν’ εδώ ανάμεσά μας και δεν ξέρει
πού να βάλει τα χέρια του
πού ν’ ακουμπήσει το φορτίο της μνήμης
που του κουράζει τα μάτια
Και φαίνεται αδικαιολόγητο πού βγαίνουμε τρέχοντας απ’ το σπίτι
ρίχνοντας ικετευτικές ματιές
στον κήπο
στα κάγκελα
στ’ αναρριχώμενα του φράχτη
εκβιάζοντας το χρόνο ανώφελα
γιατί αυτός είναι μέσα και κάνει το ίδιο
δένοντας τάχα τα κορδόνια των παπουτσιών του
Έτσι ξημέρωσε και τούτ’ η μέρα
κρατώντας απ’ το χέρι έναν απαρηγόρητο άνεμο.


*


ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


Τούτο το μαχαίρι είναι γερά μπηγμένο
Στα πλευρά μου ανάμεσα
Καμπουριάζω απ’ τον πόνο
Παραμιλώ απ’ τον πόνο
Δεν μπορώ να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου
Δεν μπορώ να βγάλω το μαχαίρι ή
Να το σπρώξω βαθύτερα
Βολεύτηκα επί πλέον προσέχω
Πώς κάθομαι πού στέκω πώς
Κοιμάμαι μα ποιος ενδιαφέρεται;
Ο καθένας αγκαλιά με την πληγή του.

Κατερίνα Φλωρά, Σκονισμένη πόλη 

Artwork: Roman Muradov

Πολιτεία σταχτιά κυψέλες γκρίζες
ανθρωπόμορφοι κύβοι
στοιβάζονται άτακτα

Πολιτεία μουντή
πολύβουη άσκοπα
τυλιγμένη σε ένα θαμπό πέπλο
θαμμένα καταπιεσμένα μυστικά
σε στοίβες άμμου στα ερείπια
στα ατελείωτα απορρίμματα των ζωών μας

Στο βάθος δόξας ασύλληπτο αποτύπωμα
μακρινό σαν σκιά παρόν σαν χρόνος
που δεν πέρασε μα στάθηκε
να παρατηρεί την ανθρώπινη αγωνία

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

Θα γκρεμιστεί μια μέρα ο ουρανός
Κι η θάλασσα θα γίνει λατομείο
Θα μείνει ο ήλιος μόνος, ορφανός
Κι η Γη πολυόροφο νεκροτομείο.

Σάββατο 2 Μαΐου 1970

*

DESPERADO AGAIN

Άδεια η ψυχή μου
Κι αμέτοχη στα κοινά
Και στα ελπιδοφόρα μηνύματα.

17 Ιουλίου 1970

*Από τη συλλογή «Το αίμα του λύκου» (με πέντε σχέδια του Αλέξη Ακριθάκη), Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1978.

Κωστής Τριανταφύλλου, η απειλή

εκεί
για μια λάθος λέξη
μια αδυναμία στη φωνή
μια παρανόηση
ένα στραβοπάτημα 
και μια κουβέντα παραπάνω 
σα λαχτάρα

εκεί
καραδοκούν οι μηχανισμοί
της εξουσίας 
των αρπαχτικών
της διαφθοράς
της κολακείας 
των αυλικών
που επιτέλους νοιώθουν τώρα πια την απειλή

Federico Garcia Lorca, Μπαλάντα του θαλασσινού νερού

Η θάλασσα
χαμογελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό,
χείλια ουρανού.
.
Τι πουλάς, πουλάς θαμπόχρωμη κοπέλα μου
με τα στήθια σου στον άνεμο;
.
Πουλάω, κύριε , το νερό
των θαλασσών.
.
Τι κουβαλάς, μαύρο παλικάρι μου,
ανακατεμένο με το αίμα σου;
.
Κουβαλάω, κύριε το νερό
των θαλασσών.
.
Τούτα τ’ αρμυρά δάκρυα,
μάνα, από που έρχονται;
.
Κλαίω, κύριε, το νερό
των θαλασσών.
.
Καρδιά κι αυτή η βαριά
πικράδα, από που γεννήθηκε;
.
Πολύ πικρό είναι το νερό
των θαλασσών!
.
Η θάλασσα γελάει από μακριά.
Δόντια από αφρό, χείλια ουρανού.


*Από το βιβλίο “Federico Garcia Lorca Ποιήματα”, Εκδόσεις Καστανιώτη.


**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/ballada-tou-thalassinou-nerou/

Μίλτος Σαχτούρης, Το περιστέρι

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου


τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα


*Από τη συγκεντρωτική έκδοση: Τα ποιήματα (1945-1971), Εκδόσεις Κέδρος 1988.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Η Αγία Νταίζη των ξυλιασμένων σκύλων

Ο χειμώνας έφτασε αιχμηρός
για να τακτοποιήσει εκκρεμότητες
την απόγνωση ενός κοκκινολαίμη
που χτυπιόταν στα τζάμια απ’ το φθινόπωρο
ή την παραίτηση στα μάτια ενός αστέγου
μεσημέρι Κυριακής πλατεία Ασωμάτων
στο τέλος ανέλαβε η ψυχοπομπός
Αγία Νταίζη των Ξυλιασμένων Σκύλων
καθώς αργά και με την κοιλιά της σε αναστροφή
πώς να υποκύψουν στο χιόνι
τους δασκάλευε.


*Από τη συλλογή “Κάτω Χώρες – Pays Bas”, Εκδόσεις Έναστρον, Οκτώβριος 2025.

Yvan Goll, Κύμα και σύννεφο

Είσαι κιόλας κύμα, είσαι ακόμα σύννεφο;
Χαμόγελο συγκρατημένο, παρθένα των ανέμων,
Νοσταλγία για τον ουρανό;
Ή ήδη μυστική περιπλάνηση
Προς τα κάτω
Των νερών ψυχή;
Μοίρα που δεν θέλει να πάρει μιαν απόφαση
Αιωρούμενο ερώτημα ανάμεσα στους ουρανούς,
Μισό σύννεφο μισό κύμα,
Ψυχή ακόμα κι όμως θλίψη;
.
Αχ, σε παρασύρω, Γήινη, στην ανθρώπινη δίνη,
Θάλασσα- γυναίκα!
Είσαι σκλάβα του κόσμου, υπηρέτρια,
Γεννημένη στον Κάτω Κόσμο μας,
Πρέπει γεννώντας να φωνάζεις στα φαράγγια!
Ώ αγγελικό σύννεφο που έπεσες στη γη αλλαλάζο-
ντας
Βρόχινη γυναίκα των άρρωστων πόλεων,
Πόρνη θρηνούσα των αφέγγαρων δρόμων,
Αιώνια φόνισσα!
.
Όμως χαμογελάς αθώα,
χαμογελάς ακόμα από τον οχετό μου,
Φωτίζεις και γυαλίζεις και καις,
Βαθιά από την νύχτα της κατάρας,
Κύμα με χρυσόψαρα και μ’ άστρα στον πυθμένα!
Νέφη κοκκινίζουν την αιδώ σου,
Ουράνια, γήινη ερωμένη
Κυματίζεις από τ’ αγκάλιασμά μου, μεγαλώνεις,
μαραίνεσαι
Μικρή φοινικιά, μανιασμένο κλαδί, πουλί ασημένιο
.
Θαλασσοτράγουδο στα χείλη!
Πες, τι ανεμίζεις
Απολαμβάνεις και πετάς, ψυχή νερού
Αίνιγμα νέο ανάμεσα στους ουρανούς,
Αεικίνητο θηλυκό,
Μάνα και κόρη:
Είσαι ήδη σύννεφο, είσαι ακόμη κύμα;


*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg.
**Σχετικός σύνδεσμος: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/07/kyma-kai-synnefo/

Τζένη Μαστοράκη (1949-2024), Το ποτάμι

Στον Άρη Αλεξάνδρου


Το ποίημα παντοδύναμο
σαν μυθικός ποταμός
γενάτο
με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
κατεβαίνει κορνάροντας
και λιγώνει τις αγαπητικές
Κι ο ποιητής
που ερωτεύτηκες στα δεκαοχτώ σου
δεν υπάρχει πια,
γιατί υπάρχω θα πει
έχω σπίτι στην Κυψέλη
πού θα πάτε το Σαββατοκύριακο
ή από δω η κυρία μου.
Κάτι τύποι ψηλά στις εξέδρες
κάνουνε κόλπα με χρωματιστά μαντίλια
όπως παλιά οι κομπογιαννίτες
με το κάρο
σου βγάζαν το γερό σου δόντι
μ’ ένα τάλιρο.


*Από τη συλλογή “Το σόι”, εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Philip Levine (1928-2015), Δύο ποιήματα

The Simple Truth / Η Απλή Αλήθεια

I bought a dollar and a half’s worth of small red potatoes,
took them home, boiled them in their jackets
and ate them for dinner with a little butter and salt.
Then I walked through the dried fields
on the edge of town. In middle June the light
hung on in the dark furrows at my feet,
and in the mountain oaks overhead the birds
were gathering for the night, the jays and mockers
squawking back and forth, the finches still darting
into the dusty light. The woman who sold me
the potatoes was from Poland; she was someone
out of my childhood in a pink spangled sweater and sunglasses
praising the perfection of all her fruits and vegetables
at the road-side stand and urging me to taste
even the pale, raw sweet corn trucked all the way,
she swore, from New Jersey. “Eat, eat” she said,
“Even if you don’t I’ll say you did.”


Αγόρασα πατατάκια κόκκινα αξίας ενάμιση δολαρίου,
τα πήρα στο σπίτι, τα έβρασα με τη φλούδα τους
και τα έφαγα για δείπνο με λίγο βούτυρο και αλάτι.
Μετά περπάτησα μέσα από τα ξερά χωράφια
στην άκρη της πόλης. Στα μέσα Ιουνίου το φως
παρέμενε στα σκοτεινά αυλάκια κάτω από τα πόδια μου,
και στις βελανιδιές του βουνού πάνω από το κεφάλι μου τα πουλιά
συγκεντρώνονταν για τη νύχτα, οι καρακάξες και οι μιμητές
κραυγάζοντας μπρος-πίσω, οι σπίνοι ακόμα πετούσαν
μέσα στο σκονισμένο φως. Η γυναίκα που μου πούλησε
τις πατάτες ήταν από την Πολωνία· ήταν κάποια
από την παιδική μου ηλικία με ένα ροζ πουά πουλόβερ και γυαλιά ηλίου,
επαινούσε την τελειότητα όλων των φρούτων και λαχανικών της
στον πάγκο δίπλα στο δρόμο και με προέτρεπε να δοκιμάσω
ακόμα και το αχνό, ωμό γλυκό καλαμπόκι που είχε μεταφερθεί,
όπως ορκιζόταν, από το Νιου Τζέρσεϊ. «Φάε, φάε» έλεγε,
«Ακόμα κι αν δεν φας, θα πω ότι το ‘φαγες».


*


Some things
you know all your life. They are so simple and true
they must be said without elegance, meter and rhyme, 
they must be laid on the table beside the salt shaker,
the glass of water, the absence of light gathering
in the shadows of picture frames, they must be
naked and alone, they must stand for themselves.
My friend Henri and I arrived at this together in 1965
before I went away, before he began to kill himself,
and the two of us to betray our love. Can you taste
what I’m saying? It is onions or potatoes, a pinch
of simple salt, the wealth of melting butter, it is obvious,
it stays in the back of your throat like a truth
you never uttered because the time was always wrong,
it stays there for the rest of your life, unspoken,
made of that dirt we call earth, the metal we call salt,
in a form we have no words for, and you live on it. 

Κάποιες αλήθειες
τις ξέρεις όλη σου τη ζωή. Είναι τόσο απλές και αληθινές
που πρέπει να ειπωθούν χωρίς κομψότητα, μέτρο ή ομοιοκαταληξία,
πρέπει να τεθούν στο τραπέζι δίπλα στο αλατοπίπερο,
στο ποτήρι με νερό, στην απουσία φωτός που μαζεύεται
στις σκιές των κορνιζών, πρέπει να είναι
γυμνές και μόνες, πρέπει να στέκονται μόνες τους.
Ο φίλος μου ο Ανρί κι εγώ φτάσαμε σε αυτό μαζί το 1965
πριν φύγω, πριν αρχίσει να αυτοκαταστρέφεται,
και οι δυο μας να προδώσουμε την αγάπη μας. Μπορείς να γευτείς
αυτό που λέω; Είναι κρεμμύδια ή πατάτες, μια πρέζα
απλού αλατιού, ο πλούτος του λιωμένου βουτύρου, είναι προφανές,
παραμένει στο βάθος του λαιμού σου σαν μια αλήθεια
που ποτέ δεν εξέφρασες γιατί ο χρόνος ήταν πάντα λάθος,
παραμένει εκεί για την υπόλοιπη ζωή σου, ανέκφραστη,
φτιαγμένη από εκείνη τη γη που ονομάζουμε χώμα, το μέταλλο που ονομάζουμε αλάτι,
σε μια μορφή για την οποία δεν έχουμε λέξεις, και ζεις πάνω της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.